Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γράφουν για τα βιβλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γράφουν για τα βιβλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

3.10.26

Χρίστος Παπαγεωργίου • Χριστίνα Οικονομίδου: «Πραγματικότητα και άλλες εικασίες»

γράφει ο Χρίστος Παπαγεωργίου | Διάστιχο,
Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2026 »»

Όταν μιλάμε για μια ποιήτρια της ποιότητας της Χριστίνας Οικονομίδου, σίγουρα πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν ότι το πρώτο και κύριο μέλημά της είναι, κατά τη γνώμη μας, η προστασία του φύλου της, όχι ένας στείρος φεμινισμός, όχι μια ακραία επίθεση στη φαλλοκρατία, αλλά, το αντίθετο (και πολύ περισσότερο), μια υπερήφανη και ελπιδοφόρα για το μέλλον θέση, που σύμφωνα με την ίδια, υπάρχει περίπτωση να καρποφορήσει. Η ποίηση της Οικονομίδου είναι οικουμενική, όχι με την έννοια της τυποποίησης ή της μαζικότητας, αλλά με εκείνη της εμβέλειας.

Το πιο σημαντικό στην ποίησή της είναι η πεμπτουσία της, δηλαδή οι ανατροπές. Πράγματι, στο τέλος κάθε ποιήματος και με τη χρήση του ΥΓ., η Οικονομίδου ανατρέπει ό,τι πιο πάνω επιχείρησε, δίνει μια άλλη διάσταση σε ποιήματα που από μόνα τους αποτελούν μικρά αριστουργήματα. Άρα, για να καταλήξουμε στο πρώτο συμπέρασμα, σχετικά με μια ποιητική συλλογή η οποία όχι απλώς ξαφνιάζει, εγείρει τις αισθήσεις, σοκάρει, προβληματίζει και προκαλεί για πιο βαθείς στοχασμούς, συνάμα όμως κατέχει όλα τα εφόδια, προκειμένου να λειτουργήσει σε όλα τα επίπεδα ρεαλισμού, υπερρεαλισμού, φαντασίας και, πάνω απ’ όλα, πραγματολογικής ευταξίας.

Βρίσκομαι σε μια δομική αναρχία, για το τι δηλαδή θα γράψω, για το πώς θα αρθρώσω τον λόγο μου, για το πώς δεν θα προδώσω αυτή την υπέροχη ποίηση, την τόσο εξωστρεφή μεν, σκοτεινή δε και επώδυνη.

Η βιογραφία του χρόνου

Απόψε, λέει ο χρόνος, είναι ήδη αύριο.
Κάνεις λάθος, του απαντά ο εαυτός του στον
καθρέφτη.
Απόψε είναι μόλις χθες.
Κι έτσι, αμφιταλαντευόμενος, κυλάει έκτοτε μες
στους αιώνες.
Κι εμείς το ίδιο, πάντοτε δυσερμηνεύοντάς τον.

21.9.26

Κένταυροι: Η πανάρχαιη μνήμη της λησμονημένης δυνατότητας

γράφει η Ευτυχία Παναγιώτου | Η εποχή,
Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2026 »»

Χριστίνα Οικονομίδου, Πραγματικότητα και άλλες εικασίες, εκδόσεις: Απόπειρα, 2026

Η Χριστίνα Οικονομίδου έχει καταφέρει κάτι σπάνιο: να δημιουργεί συνθήκες αναμονής για το επόμενο βιβλίο της. Καταπιάνεται με ποιητικές συνθέσεις που μοιάζουν με αρχιτεκτονικά σχέδια, στα οποία μπορείς να δεις το μπετόν έως και τα απλωμένα ρούχα στα μπαλκόνια. Κάνει ποίηση με ρεαλιστικά και σκληρά υλικά. Δεν φοβάται την εννοιολόγηση ούτε τις μεγάλες καταλήξεις της ελληνικής γλώσσας, ο ρυθμός παράγεται συχνά με συνδετικές λέξεις, ενώ αγαπά τις παρενθετικές παύλες, τις αγκύλες και τις αποστροφές του λόγου, χωρίς την αγωνία της λείανσης του νοήματος και της πριμοδότησης του γλυκού ήχου.

Η Χριστίνα Οικονομίδου δημιουργεί κόμπους για να πλέξει, όπως είχε σημειώσει ο Γιώργος Μπλάνας για το προηγούμενο βιβλίο της Μ’ έναν χορό στο στόμα (2019). Δηλαδή, διαβάζεις και σταματάς, ίσως και να κομπιάζεις με τις εσωτερικές διαφωνίες ή παλινδρομήσεις της ποιητικής φωνής, που σε οδηγεί μέσα από δροσερές φυλλωσιές αντίστασης στη μονοσημία, στη γόνιμη εμπλοκή με το κείμενο (π.χ.: «Τίποτα στον ορίζοντα καθησυχαστικό / παρά ένα οικείο κάλεσμα – ή μήπως βρυχηθμός – σε μία δυσερμήνευτη αλφάβητο της έλξης / μαγισσών και φιλοσόφων», σ. 22). Επειδή όμως ο γνήσιος στοχασμός δεν έχει αντίκρισμα χωρίς διάλογο, στο κλείσιμο των ποιημάτων της προσθέτει συχνά ένα ΥΓ., που διαποτίζει με προσωπικό εξομολογητικό τόνο την ποιητική της αφήγηση.

Τι σημαίνει όμως η διαχείριση της γλώσσας σε σχέση με την ποιητική του έκτου βιβλίου της; Σύμφωνα με την αναγνωστική οδηγία του τίτλου Πραγματικότητα και άλλες εικασίες, με τη χρήση του «και» (που λειτουργεί ως συνδετικό όμοιων πραγμάτων, σε αντίθεση με τη χρήση του διαζευκτικού «ή») η ποιήτρια τοποθετεί «πραγματικότητα» και «εικασίες» σε ισότιμη θέση, επιτρέποντάς μας να σκεφτούμε πως οι εικασίες είναι εξίσου πραγματικές ή ότι η πραγματικότητα αποτελεί προϊόν εικασίας, ότι τα όρια πάντως μεταξύ των δύο εννοιών δεν είναι απόλυτα αλλά διαπερατά.

Η αστάθεια που χαρίζει υπόγεια η Οικονομίδουστην έννοια της πραγματικότητας θυμίζει την προσέγγιση του Τζούντιθ Μπάτλερ, σύμφωνα με την οποία ό,τι θεωρούμε πραγματικότητα δεν είναι ουδέτερο ή δεδομένο, αλλά συγκροτείται μέσα από επαναλαμβανόμενες κανονιστικές αφηγήσεις, οι οποίες σταδιακά αποκτούν το κύρος του αυτονόητου και της «αλήθειας». Με εφόδια αυτή την υποψία (για την οποία μας προετοιμάζει και η προμετωπίδα), το βιβλίο δεν ξηλώνει μόνο τη βεβαιότητα μίας και αδιαίρετης πραγματικότητας, δεν μας εισάγει απλώς στην πολύ σύγχρονη σκληρότητά της, αλλά εξωθεί στην αναζήτηση εκδοχών της, δίπλα της, γύρω της, μέσα μας. Δεν εννοώ έναν άλλο γαλαξία όσο τη δυνατότητα μετασχηματισμού της φρίκης σε λόγο (discourse). Στο ποίημα «Παρένθεση (Ποιότητες)» (σ. 24) η Οικονομίδου διατηρεί την πεποίθηση που άλλες έχουμε χάσει, πως όταν η ποίηση συναντά τη φρίκη, γίνεται ερμηνευτικό εργαλείο θέασης του κόσμου, εφόσον «[μ]ονάχα όποιος έχει σφουγγαρίσει επιμελώς / με τα μαλλιά της συντριβής τους διαδρόμους / κάποιου λαϊκού νοσοκομείου / υπομένοντας τις άναρθρες κραυγές των ασθενών / – που επιμένουν να ανασυντίθενται / διαψεύδοντας γιατρούς και νοσοκόμους – / μπορεί να ερμηνεύσει επαρκώς». Και στο ΥΓ. του ποιήματος σημειώνει η Οικονομίδου: «Από τους ποιητές που μ’ έχουν καθορίσει / κάποιοι / υπήρξαν φίλοι μου. / Ευγνωμοσύνη».

18.9.26

Βίκυ Κατσαρού • Σώμα, μητέρα και επιθυμία στη Θέδα

γράφει η Βίκυ Κατσαρού | Μονόκλ,
Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2026 »»

Στο Genitorax το γυναικείο σώμα αποκτά γεωμετρία μέσω του ρόμβου όπου γίνεται ταυτόχρονα σχήμα της σάρκας, της γενεαλογίας και της γυναικείας καταγωγής. Όσα έχουν συμβεί στη ζωή της ηρωίδας επιστρέφουν ως σωματική εμπειρία στη στάση του σώματος, στην επιθυμία, στον φόβο, στην ενοχή, στην αφή, στην επανάληψη μιας χειρονομίας. Κυρίως, όμως, επιστρέφουν μέσα από το σώμα των γυναικών που προηγήθηκαν.

Η αφηγήτρια κοιτάζει επίμονα προς τα πίσω. Προς τη μητέρα, προς τη γιαγιά, προς το πατρικό σπίτι, προς τα αντικείμενα που επέζησαν των ανθρώπων. Η επιστροφή αυτή κρύβει ένα πολύ βαθύτερο ερώτημα. Πόσο από αυτό που είμαι είναι δικό μου και πόσο μου παραδόθηκε πριν ακόμη αποκτήσω τη δυνατότητα να επιλέξω;

Το ερώτημα αφορά τον χαρακτήρα, τον φόβο, τον τρόπο με τον οποίο αγαπά, αλλά πρωτίστως αφορά το σώμα. Και εδώ εμφανίζεται ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα μοτίβα του βιβλίου, γύρω από το οποίο οργάνωσα την προσέγγισή μου. Ο ρόμβος.

Η αφηγήτρια αναγνωρίζει πάνω της τις γυναίκες της καταγωγής της. Έχει κληρονομήσει το σχήμα τους, τα «ευαίσθητα οστά», τις ορμονικές τους προδιαθέσεις, τις τάσεις τους, το στήθος, τη λεπτή μέση, τα λακκάκια της Αφροδίτης. Κάποια στιγμή η περιγραφή σχεδόν γεωμετρεί το γυναικείο σώμα, η ίδια γραμμή σχηματίζει τη μέση και τους γοφούς.

6.8.26

Αύγουστος και 6+1 βιβλιοπροτάσεις …

γράφει ο Δημήτρης Βεργίνης | The Untold,
Πέμπτη 6 Αυγούστου 2026 »»

Ας πούμε ότι Αύγουστος δεν είναι οι ορδές των αδειούχων και η αφαίμαξη κάθε ήσυχου παραθαλάσσιου τετραγωνικού ετούτης της χώρας.

Ας πούμε ότι δεν είναι το μοτίβο του βομβαρδισμού της Γάζας όσα χρόνια μπορώ να θυμηθώ τον εαυτό μου να παρακολουθεί αυτή τη γωνιά του πλανήτη. Ας πούμε ότι δεν είναι τα πυρηνικά στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι και το από τότε μόνιμο άνοιγμα της πόρτας της κολάσεως. Ας πούμε ότι δεν είναι οι φωτιές όπου γης, ούτε το επιεικώς ανούσιο newsfeed που μας ταΐζουν τα ΜΜΕ. Ας πούμε, εν τέλει, ότι δεν είναι όλες εκείνες οι διακοπές που πήγαν κατά διαόλου, όλοι εκείνοι οι χωρισμοί κι οι επιστροφές με τσακισμένα αισθήματα, με ρημαγμένο ψυχικό κόσμο.

Ας το πούμε κι ας το συμφωνήσουμε.

Ας πούμε ότι Αύγουστος είναι μια σταγόνα ιδρώτα που κατεβαίνει σαν μπάλα φλίπερ σε κάθε ραγάδα αγαπημένου κορμιού. Είναι σκιά δέντρων και μια καρέκλα θαλάσσης από κάτω. Είναι παγωμένη μπύρα και κοκτέιλ σε μπαράκι μικρού νησιού. Ας πούμε ότι είναι μια κοντή φούστα – ή καθόλου φούστα – κι ένα μακρύ πουκάμισο φορεμένα όλη μέρα· και στη θάλασσα και στο δωμάτιο και στο μπιτς μπαρ. Είναι γνωριμίες που μπορεί να εξελιχθούν σε ζωές και ζωές που επαναπροσδιορίζονται και ξαναρχίζουν. Ας πούμε ότι είναι το απέραντο, το άπειρο του νυχτερινού ουρανού και το μέρος δίχως φωτορύπανση που βρίσκεις για να τον παρατηρήσεις. Είναι ένα ραδιόφωνο με μπαταρίες που συντονίζεται κάθε βράδυ στον ίδιο μουσικό παραγωγό κι είναι δυο τρία κειμενάκια που γράφεις κι έχουν άλλο βηματισμό από αυτόν που συνήθως μπλέκονται οι λέξεις σου. Ας πούμε εν τέλει ότι είναι τα βιβλία που διαβάζεις, που παίρνεις μαζί σου, που ξεφυλλίζεις, που αφιερώνεις, που χαρίζεις.
Ας το πούμε κι ας το συμφωνήσουμε.

Και με αυτή την ευκαιρία παρακάτω είναι 6+1 προτάσεις μου για βιβλία που αξίζει να μπουν στη βαλίτσα του Αυγούστου:

5. Το βύζαγμα της νύχτας, Σπύρος Αραβανής, Απόπειρα, 2026

 

Φριχτοί κι απάνθρωποι
γιατί αναπαράγεστε;

Ο Σπύρος Αραβανής στην πρώτη του ποιητική συλλογή δεν αφήνει τίποτα προστατευμένο. Βγάζει κάθε συναίσθημα, κάθε σκέψη στην πρώτη γραμμή, κατεβάζει τις ασπίδες τους και προσκαλεί λέξεις φίλιες και λέξεις εχθρικές σε γνωριμία. Το σμίξιμό τους αφήνει επίγευση νύχτας, μελαγχολίας, οργής αλλά και πάντα μιας αχνής αισιοδοξίας. Χαίρομαι που ενώ γνώριζα τον ωραίο άνθρωπο Σπύρο Αραβανή, γνώρισα και την όμορφη ποίησή του.

3.8.26

Απόστολος Θηβαίος | Κατά Ματθαίον και άλλα

γράφει ο Απόστολος Θηβαίος | Μονόκλ,
Πέμπτη 30 Ιουλίου 2026 »»

Η λογοτεχνία που μιλά για το σθένος και το μυστήριο της ζωής δεν αρκεί να έρθει κοντά στην πραγματικότητα, αλλά πρέπει να συγκινεί, να γυρέψει την ομορφιά. Σε καμιά περίπτωση δεν χρειάζεται να υπηρετεί έναν σκοπό, έξω από την ωφέλεια της ανθρώπινης ψυχής που αντικρίζει εμπρός της όσα δεν θα φτάσει ποτέ. Χαρακτήρες θυελλώδεις, τρομεροί έρωτες, μικρά και μεγάλα δράματα, σε αναρίθμητες σκηνοθετικές συγκυρίες. Η πατρίς που δοκιμάζει τις αφομοιωτικές της πρακτικές και βαπτίζει στο όνομα του νεοελληνικού πολιτισμού της τον νεαρό Θωμά στην ιστορία που περιλαμβάνεται μεταξύ άλλων, στη συλλογή του Ματθαίου Ζευγόλη.

Πρόκειται για το βιβλίο Ο Πιέρ, ο Έκτορας και ο λόρδος Μπαϋρον, διηγήματα, όπως τιτλοφορείται η συλλογή των εκδόσεων Απόπειρα που επαναφέρουν τη λιτή και ουσιώδη γραφή του Απεραθιώτη συγγραφέα, γλύπτη και μουσικού. Κάποιος μας χαρίζει ένα απέραντο πιθανολόγιο. Ζωές που υπήρξαν, στιγμές δικές μας, ένα άπειρο, στιγμιαίο θέατρο που σαρώνεται από τα κυμάτια του ονείρου. Ο ποιητής ίσα που προλαβαίνει να περισώσει το σπόρο της τέχνης που απλά συμβαίνει, όπως η ζωή. Μες στη βαθιά κατάνυξη των πραγμάτων, κάποιος γυρεύει τη ρωγμή που αφήνει το φως να μπει. Το μουσικό κουτί με τις ιστορίες θα αρχίσει το τραγούδι του. Κάθε φορά αλλιώτικο , μια λούπα εις τους αιώνας των αιώνων. Καθώς τ’ αγγίζει η γραφίδα του Ματθαίου, ευθύς λάμπει το πλεόνασμα της εικόνας που καμιά πραγματικότητα δεν εκπληρώνει, δεν στοιχειοθετεί. Ιστορίες νοσταλγικές , “ρεκλάμες με μεγάλα κόκκινα γράμματα” στο δρόμο που νυχτώνει.

1.8.26

Γιάννης Αντιόχου • Τα αρχαία πέταλα της πραγματικότητας

γράφει ο Γιάννης Αντιόχου | Χάρτης, # 92, Αύγουστος 2026 »» 

Χριστίνα Οικονομίδου, Πραγματικότητα και άλλες εικασίες, Απόπειρα 2026

Η Χριστίνα Οικονομίδου ανήκει στις ποιητικές φωνές που διαμορφώνονται αργά, με επιμονή και με μια αξιοπρόσεκτη εμπιστοσύνη στη σιωπή. Από την πρώτη της εμφάνιση στην Απόπειρα, το 1994, με το Μύθοι και ωδίνες / Η γυναίκα και το δέντρο της σιωπής, έως το Μ’ έναν χορό στο στόμα τού 2019, η ποίησή της κινείται γύρω από έναν σταθερό, αναγνωρίσιμο πυρήνα: σώμα, μνήμη, απώλεια, συγγένεια, θάνατος, έρωτας, μυθολογικό υπόστρωμα. Το νέο της βιβλίο, Πραγματικότητα και άλλες εικασίες, που εκδίδεται το 2026, έρχεται ύστερα από μια επταετή σχεδόν παύση.

13.7.26

Ευτυχία Παναγιώτου • Κένταυροι: Η πανάρχαια μνήμη της λησμονημένης δυνατότητας

«Κένταυροι: Η πανάρχαια μνήμη της λησμονημένης δυνατότητας»: αποσπάσματα από την ομιλία/κριτική της Ευτυχίας Παναγιώτου, στην παρουσίαση του βιβλίου Πραγματικότητα και άλλες εικασίες της Χριστίνας Οικονομίδου (7.6.2026).

Η αστάθεια που χαρίζει υπόγεια η Χριστίνα Οικονομίδου στην έννοια της πραγματικότητας θυμίζει εκείνο που είχε διατυπώσει το Τζούντιθ Μπάτλερ πως αυτό που θεωρούμε πραγματικότητα δεν είναι ουδέτερο ή δεδομένο, αλλά συγκροτείται μέσα από επαναλαμβανόμενες κανονιστικές αφηγήσεις, οι οποίες σταδιακά αποκτούν το κύρος του αυτονόητου και της «αλήθειας». Με εφόδια αυτή λοιπόν τη μικρή υποψία για την οποία μας προετοιμάζουν ο τίτλος, αλλά και η προμετωπίδα, εισερχόμαστε στο βιβλίο της Χριστίνας Οικονομίδου, που δεν κλείνει καμία πραγματικότητα απέξω ούτε υπεκφεύγει τη σκληρότητά της, αλλά αναζητά λόγους να υποθέσουμε ότι μέσα της, δίπλα της ή γύρω της επιμένουν και άλλες εκδοχές του πραγματικού. Δεν εννοώ κατ’ ανάγκην έναν άλλο γαλαξία, αλλά τη δυνατότητα μετασχηματισμού της φρίκης σε λόγο, είτε πρόκειται για τον δικό της είτε για ποιήματα που η ίδια διαβάζει.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Τον χώρο της ποίησης ζωντανεύει και διασχίζει από την αρχή έως το τέλος του βιβλίου της Χριστίνας Οικονομίδου ένα πλάσμα πολύ στενά συνδεδεμένο με τις υπερβάσεις ή με μια «μυθική» και, γιατί όχι, «παιδική» καταγωγή μας. Πρόκειται για τον Κένταυρο, μισό άνθρωπο μισό άλογο. Ενσαρκώνει τη δυνατότητα να είσαι κάτι άλλο ή να αντιλαμβάνεσαι έναν άλλο κόσμο πέρα από τον κανονιστικά πραγματικό. Ταυτόχρονα όμως μοιάζει να ενσαρκώνει και κάτι ακόμη: την επιστροφή ενός μέρους του εαυτού μας που η Ιστορία έχει αποσιωπήσει ή ο πολιτισμός έχει καταστείλει. 

 . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Η Χριστίνα Οικονομίδου συνυφαίνει αυτή τη μορφή μέσα στα ρεαλιστικά της ποιήματα σαν να σέρνει μέσα στην πολύ πραγματική ζωή τους τη λειτουργία του θαύματος ή/και την ανάμνηση της ξεχασμένης καταγωγής μιας λησμονημένης δυνατότητας. Γιατί πώς να επιβιώσεις αν αφεθείς σε μια εικόνα της πραγματικότητας χωρίς αποχρώσεις, χωρίς αναρωτήσεις, χωρίς ανατροπές και νέους τρόπους θέασής της; Επιστρατεύοντας όχι ένα σύμβολο, αλλά πολυπρόσωπους Κενταύρους/Κενταυρίνες σε διαφορετικά περιβάλλοντα, ακούμε τον καλπασμό τους σαν πραγματική δυνατότητα. Ή σαν ελπίδα, που χρειάζεται όμως δουλειά.
 

Γιάννης Αντιόχου • Τα αρχαία πέταλα της πραγματικότητας

«Τα αρχαία πέταλα της πραγματικότητας»: αποσπάσματα από την ομιλία/κριτική του Γιάννη Αντιόχου, στην παρουσίαση του βιβλίου Πραγματικότητα και άλλες εικασίες της Χριστίνας Οικονομίδου (7.6.2026).


Οι Κένταυροι αποτελούν τον κεντρικό ποιητικό μηχανισμό του βιβλίου. Η Οικονομίδου τούς ανασύρει ως μορφή που συμπυκνώνει το ατελές, το μεικτό, το τραυματισμένο, το ιστορικά παραχαραγμένο σώμα. Ο Κένταυρος είναι σώμα διττό: ανθρώπινο και ζωώδες, πολιτισμένο και άγριο, όρθιο και τετράποδο, εντός και εκτός κανονικότητας. Στο «Λειψός στα σκέλη» (σ. 17), οι στίχοι 

Κένταυρος σε κρεβάτι νοσοκομείου / δίχως οπλές / έρμαιο των νοσηλευτριών

κατεβάζουν τον μύθο στον χώρο της φροντίδας, της έκθεσης και της ανάγκης. Το μυθικό σώμα χάνει την αυτάρκειά του και παραδίδεται στην ανθρώπινη ευαλωτότητα. 

 . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 

Το βιβλίο της έχει τη δύναμη να μιλά για την πραγματικότητα κρατώντας απόσταση από την επικαιρική ευκολία. Μιλά για την Ιστορία δίχως να μετατρέπει το ποίημα σε σχόλιο. Μιλά για το φύλο πέρα από το σύνθημα. Μιλά για την οικογένεια μακριά από τη νοσταλγική εξιδανίκευση. Μιλά για τον μύθο μέσα στην καθημερινή του δοκιμασία. Η Οικονομίδου γράφει ένα βιβλίο για την ανθρώπινη μορφή μετά τις αλλοιώσεις της. Για το σώμα που έχασε κάτι και εξακολουθεί να το αναζητά. Για την ταυτότητα που χρειάζεται μνήμη, αλλά και ρήξη. Για τη συγγένεια που ξεκινά από το αίμα και επεκτείνεται προς την επιλογή. Για την ποίηση που μπορεί να σταθεί μέσα στον καιρό της με ευθύνη μορφής, ακρίβεια και βάθος.

8.7.26

«Το βύζαγμα της νύχτας»: Η ποιητική κατάθεση του Σπύρου Αραβανή ψηλαφεί το σκοτάδι και τα ανθρώπινα πάθη

Το ποντίκι,
Τετάρτη 8 Ιουλίου 2026 »»

Υπάρχουν κάποιες ποιητικές φωνές που δεν χρειάζεται να κραυγάζουν για να ακουστούν. Εκτίθενται με ειλικρίνεια και μας παραδίδουν ακατέργαστα, βαθιά αισθήματα. Μια τέτοια αυθεντική περίπτωση αποτελεί η πρώτη ποιητική συλλογή του Σπύρου Αραβανή με τίτλο Το βύζαγμα της νύχτας, η οποία κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Απόπειρα.

Με καταγωγή από τη Λευκάδα, όπου ζει και εργάζεται ως μαθηματικός στο Μουσικό Σχολείο του νησιού έχοντας παράλληλα σπουδές στο κλαρινέτο, ο Σπύρος Αραβανής μπολιάζει την επιστήμη των αριθμών με την αρμονία της μουσικής και τη δύναμη των λέξεων. Το αποτέλεσμα είναι μια ποίηση βαθιά βιωματική, που ισορροπεί ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι.

Όταν η ζωγραφική συνομιλεί με την ποίηση

Ιδιαίτερη αξία και καλλιτεχνικό εκτόπισμα προσδίδει στην έκδοση το εισαγωγικό σημείωμα του βιβλίου, το οποίο υπογράφει η διακεκριμένη ζωγράφος Άννα Μαρία Τσακάλη (σύζυγος του επίσης σπουδαίου και διεθνώς αναγνωρισμένου ζωγράφου Εδουάρδου Σακαγιάν).

Η κ. Τσακάλη, προσεγγίζοντας τους στίχους με την ευαισθησία του εικαστικού, σημειώνει χαρακτηριστικά πως ο ποιητής λειτουργεί σαν ένας «πλανόδιος» που πορεύεται και συλλέγει φώτα, πόνο, πάθη και σπάνιες στιγμές. Η ποίησή του αιωρείται ανάμεσα στον ουρανό, τη γη και τη θάλασσα, με κυρίαρχα στοιχεία τη νύχτα, τον αέρα και τον θάνατο.

Η γραφή του Σπύρου Αραβανή δεν κρύβεται πίσω από εξεζητημένες εκφράσεις ή επιτήδευση. Αντίθετα, επιλέγει λέξεις καθημερινές, λέξεις της ανάγκης, για να μιλήσει για όλα εκείνα «που σκαλώνουν στο λαιμό» και να τα φέρει στο φως.

Η εξομολόγηση του δημιουργού: «Η νύχτα είναι η άλλη ζωή… ίσως η αληθινή»

Πώς γεννήθηκαν όμως αυτοί οι στίχοι; Ο ίδιος ο Σπύρος Αραβανής, σε μια εκ βαθέων εξομολόγηση για τη γέννηση του βιβλίου του, αποκαλύπτει τον βασανιστικό αλλά λυτρωτικό τρόπο με τον οποίο αποτύπωσε τις σκέψεις του στο χαρτί:

Τα ποιήματα είναι αλήθεια ότι γράφτηκαν όλα στη νύχτα – σε πολλές και βασανιστικές για διάφορους λόγους νύχτες. Ακόμα πιστεύω ότι η νύχτα είναι η άλλη ζωή. Ίσως η αληθινή, αν και επώδυνη μέσα στην ωμή αλήθεια της (δίχως φτιασίδια ή μάσκες). Μια ζωή που είναι γεμάτη μικρά ταξίδια, δίχως σκοπό, όπου και το ταξίδι, αν και αναπόφευκτο, γίνεται θηλιά στον λαιμό. Αναγκαία όμως για να ανασάνεις ψυχικά και να πολεμήσεις ή να συμφιλιωθείς με δαίμονες.

Μέσα από αυτά τα λόγια γίνεται σαφές ότι η νύχτα, όπως μαρτυρά και ο τίτλος του βιβλίου, δεν είναι απλώς το σκηνικό, αλλά ο κεντρικός πρωταγωνιστής. Είναι η μήτρα που γεννά τα ερωτήματα, τις αναμνήσεις, τον έρωτα και την αναμέτρηση με τον ίδιο μας τον εαυτό.

Γιατί αξίζει να το διαβάσετε

Σε μια εποχή γεμάτη θόρυβο και βιασύνη, Το βύζαγμα της νύχτας έρχεται σαν μια αναγκαία, νυχτερινή παύση. Είναι μια συλλογή που μας καλεί να βγάλουμε τις καθημερινές μάσκες, να συμφιλιωθούμε με τα δικά μας σκοτάδια και να βρούμε την ομορφιά στις σιωπές μας. Ο Σπύρος Αραβανής κάνει ένα δυναμικό, ειλικρινές και απόλυτα γυμνό ποιητικό ντεμπούτο, μοιραζόμενος μαζί μας τα δικά του σημάδια, τα οποία πολύ γρήγορα γίνονται και δικά μας. 

1.7.26

Ο Βασίλης Κιζήλος γράφει για τη «Σκληρή μελαγχολία του θέρους»

Μάνθος Γιουρτζόγλου, Η σκληρή μελαγχολία του θέρους
(Διηγήματα)

Οι δώδεκα ιστορίες της συλλογής διαδραματίζονται μέσα στο καλοκαίρι, τον Αύγουστο, οι περισσότερες με σκηνικό την ερημωμένη Αθήνα. Οι χαρακτήρες, άνθρωποι που για διάφορους λόγους βρίσκονται μόνοι, δεν ενδιαφέρονται να δοξάσουν τη μοναξιά τους, δεν τους έχει απομείνει κάτι το οποίο να ευαγγελίζονται σθεναρά, θέλουν να επιτύχουν κάτι πρόσκαιρο, να απολαύσουν κάποια μικρή νίκη ή να συνεχίσουν να απολαμβάνουν κάποια διαδικασία που τους σέρνει γλυκά μέσα στην καθημερινότητα, είναι κυρίως άτομα που έχουν αποδεχθεί τον ρόλο τους ως αντιήρωες, άτομα που απλά θέλουν εκείνη τη στιγμή, θέλουν το αλκοόλ, θέλουν τον έρωτα, θέλουν τον φίλο, θέλουν να αφεθούν στην παρόρμηση.

Η κραυγάζουσα ερημοσύνη του Αυγούστου είναι η τέλεια αντίθεση σε αυτή την ψυχολογία και καταλήγει να είναι η κατάλληλη ενδυμασία, το σκηνικό που αρμόζει έτσι ώστε, η εγκατάλειψη να γίνει έμπνευση και η εξέλιξη να έρχεται αβίαστα.

Άνθρωποι που δεν κατάφεραν ποτέ να συναντηθούν ερωτικά αλλά και έρωτες από το παρελθόν, ένα σκυλάκι που γαβγίζει εγκαταλελειμένο σε ένα μπαλκόνι ή δύο συνταξιούχοι στο καφενείο, χωρισμοί, πρώτες φορές, η απόγνωση ενός μεσήλικα που ζει μέσα από τις φωτογραφίες όμορφων γυναικών που τραβάει κρυφά σε δημόσιους χώρους, ο παράνομος πόθος κάποιου που εργάζεται σε καράβι κατακαλόκαιρο, παραληρηματικοί σαραντάρηδες που θέλουν, έτσι, να κάνουν μια μαλακία για να νιώσουν εικοσάρηδες… 

Απλά περιστατικά που αποκαλύπτουν όχι μόνο κρυφούς πόθους ή το ποικιλόχρωμο παρασκήνιο στην αναζήτηση συντροφιάς αλλά και τον τρόπο που οι άνθρωποι ελίσσονται αποφεύγοντας άλλους ανθρώπους και κυρίως την αλήθεια του εαυτού τους.

Κάποιες από τις ιστορίες είναι γραμμένες σε πρώτο πρόσωπο άλλες σε τρίτο, δεν έχει σημασία, παντού υπάρχουν στιγμές όπου ο Μάνθος εγκαταλείπεται στην ωμή απλότητα του γεγονότος με τους χαρακτήρες να δρουν απροειδοποίητα παρορμητικά και, συχνά, με κίνητρο την απόγνωση.

Υπάρχουν επίσης στιγμές εσωτερικού μονολόγου που, πέρα από αφορισμούς, είναι η γυμνή αποδοχή μιας συνθήκης που έχει επιβληθεί.

24.6.26

Έλενα Μαρούτσου • Ακροβασία ανάμεσα σε δύο κόσμους

Γράφει η Έλενα Μαρούτσου | Εφημρίδα των συντακτών,
Τετάρτη 24 Ιουνίου 2026 »»

Οι ιστορίες της Μπίντου, έντονα εικαστικές – κάποιες μοιάζουν με υπερρεαλιστικούς πίνακες –, απευθύνονται σε όλες τις αισθήσεις.

Την περασμένη χρονιά έκαναν την εμφάνισή τους με το πρώτο τους βιβλίο δύο συγγραφείς, η Μαριγώ Ζάννου και η Βασιλική Μπίντου, κοντινές σε ηλικία αλλά και σε χροιά αφηγηματικής φωνής. Και οι δύο έχουν επιλέξει την πολύ μικρή φόρμα, το μικροδιήγημα, παραδίδοντάς μας κείμενα άλλοτε στην έκταση μιας παραγράφου και άλλοτε μιας ή δυο σελίδων.

Η Βασιλική Μπίντου, με Τα γιούλια της, μας προσφέρει τρόπον τινά ένα μπουκέτο από ιστορίες, μικρές αλλά με έντονο χρώμα και άρωμα, όπως τα εν λόγω άνθη. Στο ομώνυμο της συλλογής διήγημα, μόλις λίγων δεκάδων λέξεων, τα γιούλια «σαν αδέσποτα σκυλιά γάβγιζαν τον χρόνο κι έναν μεθυσμένο στο κατώφλι του σπιτιού». Και σε άλλες ιστορίες όμως πρωταγωνιστούν άνθη, όπως τα «Κυνόροδα» και τα «Νυχτολούλουδα», ή δέντρα, όπως οι «Αγριοκερασιές». Στις ιστορίες της Μπίντου το φυτικό βασίλειο γίνεται τόπος που επικοινωνεί με το άρρητο και το παράδοξο, όπως «Στο παλιό σπίτι», όπου η αφηγήτρια αντικρίζει τη φασματική παρουσία μια γυναίκας («Την είδα γυμνή. Το σώμα της έμοιαζε με τα λευκά λουλούδια της μανόλιας στην εκτυφλωτική λιακάδα του μεσημεριού. Τα βυζιά της είχαν κρεμάσει ως τον αφαλό και οι μεγάλες βυσσινιές ρόγες τους έμοιαζαν με σταφύλι μοσχάτο»). Η πλούσια ανθοφορία προσφέρει άλλοτε το σκηνικό για τον επερχόμενο θάνατο, όπως στην «Κρεμάλα», κι άλλοτε για τον έρωτα, όπως στην «Αλεπού».

Και το ζωικό βασίλειο -συγγενικό μα και τόσο ξένο προς τον άνθρωπο- έχει τη σιωπηλή μα γεμάτη συμβολισμούς παρουσία του στις ιστορίες αυτές: ένα μαύρο άλογο, δυο αγαπημένα ελάφια στην άκρη ενός γκρεμού, ένα φίδι με φτερά, μια χρυσόμυγα με γιορτινό φόρεμα, ένας γάτος που του ψαλιδίζουν το αυτί, ένα αρνί που η αφηγήτρια προσπαθεί να σώσει απ’ τη σφαγή, ενώ «το αίμα πετάχτηκε ψηλά πιτσιλώντας τα πράσινα φύλλα και τα λευκά άνθη της κυδωνιάς».

Οι ιστορίες της Μπίντου, έντονα εικαστικές -κάποιες μοιάζουν με υπερρεαλιστικούς πίνακες-, απευθύνονται σε όλες τις αισθήσεις∙ καθώς τις διαβάζει ο αναγνώστης, τις προσλαμβάνει και με την αφή, τη γεύση και την όσφρηση. Αισθαντικές, γεμάτες παραμυθιακά στοιχεία, δεν αποκωδικοποιούνται με τη λογική αλλά επιδρούν ακαριαία και προσφέρουν απόλαυση με τον μουσικό τρόπο που είθισται να το κάνει η ποίηση. Άλλωστε Τα γιούλια αρδεύονται εξίσου τόσο από την πεζογραφία όσο και από την ποίηση, φυτρώνουν, θα έλεγε κανείς, στα σύνορα των δύο, δίνοντας θαυμαστά άνθη.

23.6.26

Κορνηλία Καδόγλου • Μέσα στη μεγάλη μάχη με τη λογοτεχνία, περιμένοντας τον κατακλυσμό του φωτός…

Γράφει η Κορνηλία Καδόγλου | Fractal, 
Τρίτη 23 Ιουνίου 2026 »»

Σταύρος Σταυρόπουλος, Αυτό το ροκ δεν θα τελειώσει ποτέ, Απόπειρα, 2026

Κείμενο που γράφηκε και διαβάστηκε στο πλαίσιο της παρουσίασης των βιβλίων του Σταύρου Σταυρόπουλου στο Rock Bar Κύτταρο στην Καλαμάτα την Κυριακή 7 Ιουνίου 2026.

Η γνωριμία μου με τον ποιητή Σταύρο Σταυρόπουλο έγινε με τo πρώτο βιβλίο που έπεσε στα χέρια μου με τίτλο Ο έρωτας θα μας κάνει κομμάτια. Από κει και μετά  γεννήθηκε το ενδιαφέρον να μελετήσω περισσότερο το έργο και σήμερα έχω τη χαρά να βρίσκομαι εδώ.

Ο Σταύρος Σταυρόπουλος δεν φοβάται τις λέξεις, δεν υπάρχει κανένα είδος σεμνοτυφίας, οι περιγραφές είναι ωμές, αληθινές, ενίοτε κατασπαρακτικές. Και μέσα σε αυτό το συνονθύλευμα της έντασης, της  υψηλής τάσης των συναισθημάτων, της απόγνωσης, της ηδονής της αποτυχίας, ο συγγραφέας καταφέρνει να αποκαλύψει το μεγαλείο της αγάπης, της συγχώρεσης, της αθωότητας. Κρατώντας  την προσμονή, την υπόσχεση, όπως την αναπνοή του σε ένα σώμα που ακροβατεί σε τεντωμένο σχοινί. Και μέσα σε όλα αυτά να γεννάται η ανάγκη της εσωτερικής επανάστασης, της ανεξαρτησίας, της επαφής που άλλοτε έρχεται σαν ανακούφιση και άλλοτε ξεφεύγει αφήνοντας πόνο και νοσταλγία. Μια νοσταλγία εκκωφαντική, αφού ο χρόνος λειτουργεί μόνο ως σημείο αναφοράς και ποτέ ως πραγματική διάσταση.

Όσο περισσότερο εμβαθύνεις στη μελέτη των βιβλίων του τόσο περισσότερο αντιλαμβάνεσαι ότι φεύγεις από τον χώρο που βρίσκεσαι  από το σβησμένο δωμάτιο, από το  κλεισμένο παράθυρο, φεύγεις από μια μικρή ρωγμή και εισέρχεσαι σε ένα νοητό καταφύγιο αποκάλυψης και ξαφνικά παίρνεις μια ανάσα. Εκεί είναι όλα τα γνωστά μέρη, τα ευλαβικά φυλαγμένα, τα σωτήρια σημεία, είναι οι μουσικές, οι πόλεις, οι άνθρωποι, ο ήλιος που άφησε το χνάρι του, οι αναμνήσεις που μυρίζουν καλοκαίρι και φρέσκο αέρα, τα λόγια που κρέμονται ραγισμένα και εσύ που θυμάσαι.

Μαζί σου ο ποιητής γίνεται ενεργοποιητής του Λόγου, περιγράφει, προσκαλεί, προκαλεί, διεκδικεί, προσμένει τον ερχομό μιας νέας εποχής. Με τη χρήση του μέλλοντα να ενισχύει τη βαθύτατη πίστη ότι ακόμη και στο «τέλος» θα υπάρχει κάτι που εγκυμονεί. Με το βλέμμα του Λόγου, όχι το αισθητηριακό αλλά το μεταφυσικό.

22.5.26

Ο διασπορικός χρόνος-χώρος του Γιώργου Αναγνώστου και η απελευθέρωση του ποιητή

γράφει ο Γιώργος Βασιλακόπουλος |  To Koskino, For a revolutionary poetry of our time,
Παρασκευή 21 Μαΐου 2026 »»


Εγώ ο Γνώστης Αναγνώστης
από τη βαθιά ελληνική επαρχία
και τις υγρασίες του νότου διαπλασμένος
μαρτυρία εαυτού να συρράψω κατάφερα
ενάντια σε θύελλες εξουσίας αναγνώριση διεκδικώ
φωνή αντιτείνω
φωνήεντα και σύμφωνα μουσκεμένα
φορεμένα κατάσαρκα
κυρτός μεν μα ευχαριστημένος
στις γειτονιές του κόσμου
τα ταξιδεύω
με άλλων ανθρώπων προφορές σαν σμίγουν πολυφωνίας
συλλογική ανυπακοή – ω υπέροχη προοπτική!
αρθρώνουν.

(Γιώργος Αναγνώστου, 8 Τόποι Διασπορικοί Τρόποι)

1: Ως διασπορικό, το βίωμα του Γιώργου Αναγνώστου τον τοποθετεί, σχεδόν απέξω, ως εξόριστο και ξένο, από την γλώσσα του. Το “σχεδόν” αναφέρεται στην αμεσότητα και την συμπύκνωση ενός μη λεκτικού αισθήματος του “όλου” της Ελληνικής, της γλώσσας του, η ένταση του οποίου τον συνεπαίρνει και τον καλεί με την αφωνία που προκαλεί. Άφωνος μια και, πριν μιλήσει με τις λέξεις της (του), η γλώσσα του ανταποκρίνεται στην εξορία του εξολοκλήρου ως το “όλο” ενός απέραντου βωβού πεδίου. Και είναι αυτό το “απέραντο” το οποίο, ως στιγμή διάρκειας, μεταφέρει ο Γιώργος Αναγνώστου στις λέξεις. Είναι τελικά το διασπορικό βίωμα αυτή η ελαστική στιγμή διάρκειας, ο χρόνος-χώρος μιας αμείωτης έντασης που μας αποξενώνει από τις λέξεις και μας φέρνει αντιμέτωπους με το απροσδιόριστο “όλο” της γλώσσας μέσω του οποίου ξαναμιλάμε (σ)τις οικείες λέξεις μας σαν από την αρχή;

2: Είναι άραγε αυτό το αίσθημα γενναίας ενατένισης του γλωσσικού πεδίου η επίπονη αποδοχή της γλώσσας από έναν διασπορικό ποιητή ως ένα δώρο άνευ (εθνικιστικών; ωφελιμιστικών;) όρων και προσδοκιών; Δώρο γιατί ακριβώς χαρίζεται σε έναν εξόριστο, σε έναν ξένο (Έρχεται προς την γλώσσα του η φεύγει από αυτήν; Μάλλον και τα δύο.) Μακριά πλέον από γνώριμους, έστω και βασανιστικούς, τόπους και αφηγήματα; Το ζητούμενο για τον Γιώργο Αναγνώστου δεν είναι πλέον τι λέει μέσα στην γλώσσα του με ποιήματα ως συνάξεις λέξεων και βραχνών ήχων. Το ζητούμενο μάλλον είναι εάν μπορεί να μιλήσει στις λέξεις επιστρατεύοντας την αίσθηση του “όλου” της γλώσσας στη φωνή του, η οποία είναι πλέον άφωνη κραυγή. Γιατί άραγε να ανταποκριθεί η γλώσσα αυτή σε έναν εξόριστο ξένο, τον ποιητή, ο οποίος έχει αποβάλει μια για πάντα τις εθνικιστικές μνήμες που την τρέφουν ως το οξυγόνο αυτών, οι οποίοι ακόμη και ως διασπορικοί, επιμένουν να μιλούν, και όχι να σιωπούν, ελληνικά; Έχοντας αποβάλει το “εμού” από το “την γλώσσα μου”, και πριν να οικειοποιηθεί τις οικίες λέξεις της, ο Γιώργος Αναγνώστου μεταφέρει στις λέξεις την γλώσσα ως σωματική ταραχή, ως βουβή κραυγή. Η γλώσσα τώρα είναι η πληγή μέσα στην οποία επιπλέουν οι λέξεις, όσες ακόμη αντέχουν.


23.4.26

«Τα γιούλια» στη Μικρή λίστα των υποψηφιοτήτων για τα Βραβεία Αναγνώστη 2026


Λογοτεχνικά Βραβεία Αναγνώστη 2026 – Οι Μικρές Λίστες των υποψηφίων βιβλίων
 

 Η Συντακτική Επιτροπή του Αναγνώστη και οι Επιτροπές Κρίσης για τα βιβλία των ενηλίκων όσο και για τα βιβλία που απευθύνονται σε παιδιά ανακοίνωσαν σήμερα 7 Μαΐου 2026 τις Μικρές Λίστες των υποψηφίων προς βράβευση βιβλίων σε κάθε κατηγορία (τα οποία εκδόθηκαν μέσα στο έτος 2025).

Δ. Πρωτοεμφανιζόμενοι/-ες πεζογράφοι

    Μαρίνα Αγαθαγγελίδου, Ρεπεράζ, Πατάκης
    Μαριγώ Ζάννου, Τα χέρια, Γραφή
    Qabel, Ο πατέρας μου, η πόλη μου και τα τριάντα μου, Loggia
    Βασιλική Λ. Μπίντου, Τα γιούλια, Απόπειρα
    Ευάρεστος Πιμπλής, Πέρα από τη συναίνεση, Πόλις
    Zelda Scott, Η γυναίκα-αχλάδι, ο άντρας-βάτραχος και άλλες ιστορίες, Τόπος
    Γιώργος Σύρμας, Rec, Ίκαρος
    Ελισάβετ Φωτοπούλου, Στη γύρα, ΚΨΜ
    Γιώργος Ψωμιάδης, Η φωλιά, Κίχλη

 

3.4.26

Στο τέμπο μιας θλίψης που γνωρίζει πώς να χαμογελά

Ο Μιχάλης Αλμπάτης γράφει δυο λόγια για τη νέα συλλογή διηγημάτων του Μάνθου Γιουρτζόγλου.

Γνωρίζω τον Μάνθο από την εποχή που έβγαζα κι εγώ τα βιβλία μου στην Απόπειρα. Το περασμένο καλοκαίρι μού μιλούσε για τη συλλογή διηγημάτων που έγραφε, και ενθουσιάστηκα, αρχικά από τον τίτλο: Η σκληρή μελαγχολία του θέρους! Του ζήτησα να μου το στείλει όταν το ολοκληρώσει, κι έτσι είχα την ευκαιρία να το διαβάζω πολύ πριν την έκδοσή του.

Πρόκειται για το τρίτο του βιβλίο, και το σίγουρο είναι ότι η γραφή του ωριμάζει βήμα το βήμα, κερδίζοντας σε ενάργεια και βάθος, ενώ και η δραματουργία του γίνεται περισσότερο στέρεη και συγκροτημένη, πράγμα που δεν είναι καθόλου αυτονόητο, ούτε συνηθισμένο. Ένα ακόμη προτέρημα, που η απουσία του υπονομεύει πάμπολλες συλλογές, είναι ότι τα κείμενα συνθέτουν ένα όλον, διαποτισμένα από την ίδια ατμόσφαιρα, με κάθε διήγημα να αποτελεί μια ψηφίδα που συμπληρώνει τις υπόλοιπες, για να αποτυπώσει μια μεγαλύτερη εικόνα, για να δομήσει ένα αρκετά σφιχτοδεμένο σύνολο.

Οι ήρωες του βιβλίου δεν είναι «beautiful losers», δεν αυτοθαυμάζονται μέσα στην παρακμή τους, απλά προσπαθούν να κρατηθούν στην επιφάνεια, να αναπνεύσουν για μια μέρα ακόμα, να υπομείνουν τη ζωή, αφού αυτό είναι που όλα τα ζωντανά πλάσματα κυρίως κάνουν. Οι ιστορίες της συλλογής μιλάνε για τη μοναξιά, για την ερημιά της μητρόπολης το κατακαλόκαιρο, για το μπάλσαμο του έρωτα που διαρκώς μας διαφεύγει, την κούραση που συσσωρεύεται σε εκείνους που οι διακοπές αποτελούν κάτι το ανέφικτο, τη θλίψη του καλοκαιριού, που είναι ακόμα πιο σκληρή από εκείνη του φθινοπώρου, γιατί είναι η εποχή που η φαντασίωση της «ευτυχίας» παροξύνεται, και που τόσοι πολλοί άνθρωποι νιώθουν την επιθυμία να παραστήσουν έστω τους ευτυχισμένους.

Σε αντίθεση με τα προηγούμενα βιβλία του, δεν κυριαρχεί το πάθος που μυρίζει θάνατο και η αγωνία που φλερτάρει με την αυτοχειρία· το δράμα είναι πολύ πιο απλό, καθόλου φανταχτερό, δεν φωνασκεί αλλά κουρνιάζει στο καθημερινό, στο συνηθισμένο, με το αλκοόλ να ρέει σαν αίμα στις φλέβες της διήγησης και την τζαζ μουσική, μελαγχολική όσο και παιχνιδιάρικη, να διαπερνά τις σελίδες, δίδοντας το τέμπο μιας θλίψης που γνωρίζει πώς να χαμογελά.

Chet Baker - Almost Blue 

12.3.26

Κική Αραβίδου • Το πιο ώριμο βιβλίο της Θέδας

Να ευχαριστήσω αρχικά τη συγγραφέα, τη Θέδα Καϊδόγλου, για την τιμή να συμμετέχω σήμερα στην παρουσίαση του βιβλίου μαζί με τόσο αξιόλογα άτομα που εκτιμώ ιδιαίτερα. Ταυτόχρονα μου έδωσε την ευκαιρία να εντρυφήσω παραπάνω στο βιβλίο και να ψάξω λίγο περισσότερο από τα προφανή επίπεδα. Το Genitorax είναι από τα πιο ώριμα βιβλία της Θέδας, κατά τη γνώμη μου. Και ενώ είναι τόσο ευκολοδιάβαστο και δεν θες να το αφήσεις μέχρι να το τελειώσεις από την άλλη πλευρά ανοίγει μια βεντάλια θεμάτων. Στο μυθιστόρημα δεν υπάρχουν ονόματα, υπάρχουν ρόλοι, ο πατέρας, η μητέρα, η αφηγήτρια κόρη/ερωμένη/αντικείμενο πόθου και ο διανοούμενος εραστής.

Είμαι σίγουρη ότι οι γυναίκες αν δεν ταυτιστούν με κάποιο από τους ρόλους της αφηγήτριας, σίγουρα θα κατανοήσουν, δεν τους είναι ξένα αυτά που διαπραγματεύεται το βιβλίο. Το Genitorax σαν τίτλος παραπέμπει στην προέλευση, στο γεννήτορα, και το βιβλίο είναι στοχευμένο σε μια εσωτερική, ίσως και «θεραπευτική» διερεύνηση των γονικής επίδρασης. Στην προσπάθεια της αφηγήτριας να «απελευθερωθεί» από την επιρροή των γονιών της και πώς αυτή η δυναμική επηρεάζει τη ζωή και τον έρωτα.

Εύα Κουκή • Genitorax, ένα μυθιστόρημα εσωτερικής ενηλικίωσης



Το βιβλίο αυτό είναι μια κατάδυση στη χώρα των γεννητόρων μας· σε εκείνη τη σιωπηλή επικράτεια όπου διαμορφώνονται οι πρώτες μας επιθυμίες, οι πρώτες ενοχές και τα πρώτα μας τραύματα. Εκεί όπου το σπίτι, ως τόπος ελπίδας και προσδοκίας, γίνεται ταυτόχρονα και τόπος ματαίωσης και φθοράς. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι συχνά λέγεται πως η παιδική ηλικία αποτελεί τη γενέτειρα των συγγραφέων — και εδώ αυτό μοιάζει να επιβεβαιώνεται με έναν τρόπο βαθιά υπαρξιακό και γενναίο.
Μέσα από μια αφηγηματική δομή που εναλλάσσει παρελθόν και παρόν, το βιβλίο δείχνει καθαρά πως η παιδική εμπειρία δεν μένει ποτέ πραγματικά πίσω μας· επιμένει, διεκδικεί χώρο, επαναγράφεται στον έρωτα, στις επιλογές, στην ίδια την προσπάθεια ενηλικίωσης. Γι’ αυτό και θεωρώ πως πρόκειται για ένα μυθιστόρημα εσωτερικής ενηλικίωσης. Η ηρωίδα, καθώς ξεδιπλώνεται μπροστά μας μέσα από εικόνες και αναμνήσεις, επιχειρεί να φύγει από τη χώρα των γεννητόρων της ορμώντας στον έρωτα, πιστεύοντας πως εκεί ίσως βρει μια μορφή ίασης, μια δυνατότητα να ξαναγράψει το παιδικό της σενάριο. Κουβαλά μέσα της, κατά τη δική μου ανάγνωση, δύο αντίρροπες δυνάμεις — τη μητέρα και τον πατέρα — και επιθυμεί μια διαφυγή που όμως,αρχικά, διαρκώς «σκοντάφτει». Γιατί οι διαφυγές, όταν φορτώνονται με την απαίτηση να μας σώσουν, συχνά μετατρέπονται σε εκείνες τις τραυματικές χώρες επίπλαστης ευτυχίας, που οδηγούν γρήγορα στη ματαίωση: περιέχουν κάτι πολύ λίγο από εμάς του ίδιους καιπολλά από κάτι ή κάποιον έξω από εμάς, που του ζητάμε — ρητά ή υπόρρητα  —  να μας σώσει.

9.2.26

Ελένη Χωρεάνθη • «Το βιβλίο που δεν γράφτηκε» της Δέσποινας Τομαζάνη

γράφει η Ελένη Χωρεάνθη, Σχεδιάσματα,
Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026 »»

… Μόνο γιατί ονειρεύτηκες ελευθερία, μόνο γιατί πολέμησες…

Γράφω γυμνή. Σκάβω στο χώμα να βρω τις λέξεις που έθαψα πριν δώδεκα χρόνια. Μεταλλικές, ανοξείδωτες. Κέρματα της σελήνης…, γράφει η Δέσποινα Τομαζάνη. Κι εγώ, αρχίζοντας από το κείμενο στο οπισθόφυλλο, ανακαλώ στη μνήμη μου μια αιθέρια μορφή, ένα πλάσμα ονειρικό, μια γυναίκα πανέμορφη στο πλατύσκαλο, μπροστά στην πόρτα του ιστορικού πλέον βιβλιοπωλείου Χαβιάρα στην πόλη της Χίου πριν κάποιες δεκαετίες χρόνια.

«Η Δέσποινα!» λέει ο Κώστας, «η σύζυγος του Στρατή, η ηθοποιός, η μητέρα του Παντιά, που σου έλεγα…» Χάζεψα. Για μερικά δευτερόλεπτα έμεινα άναυδη. Φορούσε μια ολόλευκη ζακέτα και πάνω της έτρεχαν τα μακριά ολόμαυρα μαλλιά της. Έμοιαζε αρχαία θεά, ομορφιά εξωτική, μια Καρυάτιδα  ήταν που ξέφυγε από την Ακρόπολη.

27.12.25

Θάνος Σταθόπουλος • Στα βήματα του Ε. Χ. Γονατά

γράφει ο Θάνος Σταθόπουλους »»

Έπρεπε να περάσουν πολλές δεκαετίες ώσπου ο σπόρος του Ε. Χ. Γονατά να δέσει και ν’ αρχίσει να γεννάει γλυκείς καρπούς στις επόμενες γενιές. Έτσι συμβαίνει κάποτε (όπως θα έγραφε και ο Σεφέρης), επιβεβαιώνοντας, για άλλη μια φορά, την τετριμμένη, πλην ακριβή, θέση, ότι η καλή λογοτεχνία, όσο και αν αποσιωπηθεί στην εποχή της, θα βρει τη θέση της μέσα στο χρόνο και, κυρίως, θα επιδράσει στις μελλοντικές γενιές. Εάν στις δεκαετίες του ’80 και του ’90 ο Αριστείδης Αντονάς και ο γράφων (θα προσέθετα την Αλίνα Πασχαλίδη, εάν συνέχιζε) ήμασταν οι συγγραφείς που δεξιωθήκαμε τ’ όνειρο, το παράδοξο και την ασαφή (όσον αφορά τον εαυτό μου και ελάχιστη) φόρμα του αγαπημένου μας Νώντα, ακολούθησαν τη δεκαετία του 2000 ο Χρήστος Αστερίου, τη δεκαετία του 2010 η Εύα Στεφανή και, τώρα, μία νέα συγγραφέας, ολόλαμπρη κι ολάνθιστη, η Βασιλική Μπίντου, με το θαυμάσιο βιβλίο της Τα γιούλια, από τις εκδόσεις Απόπειρα. Το συστήνω ανεπιφύλακτα.

ΑΡΝΙ 
Μοσχοβολούσε όλος ο κήπος από τις δυο πελώριες ανθισμένες κυδωνιές. Στα φουντωτά τους φυλλώματα είχα κρυφτεί. Τον είδα να σέρνει με δυσκολία το αγαπημένο μου αρνί. Η γιαγιά καθάριζε τα σύνεργα. Τον βοήθησε να φορέσει μια φόρμα και έστρωσε το λευκό τραπεζομάντιλο στο μεγάλο τραπέζι του κήπου. Εκείνος τρόχισε το μαχαίρι κι έπειτα γονάτισε γυρνώντας το κεφάλι του αρνιού προς τον Ουρανό. Με κοίταξε κατάματα. Μ’ ένα σάλτο έπεσα πάνω του και το μαχαίρι μού χαράκωσε βαθιά το πόδι. Αίμα πετάχτηκε ψηλά πιτσιλώντας τα πράσινα φύλλα και τα λευκά άνθη τής κυδωνιάς. Ήταν το Πάσχα που είχα πιστέψει στην Ανάσταση.

11.12.25

«Μεθυσμένοι κόνδορες» της Κικής Μαυρίδου • Δεκαεπτά διασημότητες — Μία εξομολόγηση

γράφει η Δήμητρα Δάρδα
Political
, Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2025 »»

Από τις πιο φωτεινές και χαρακτηριστικές διαδρομές της σύγχρονης ελληνικής καλλιτεχνικής δημιουργίας, η πορεία της Κικής Μαυρίδου αποτελεί ένα μοναδικό υπόδειγμα αδιάλειπτης αφοσίωσης και πολυδιάστατου ταλέντου. Θεατρική συγγραφέας, ηθοποιός, σεναριογράφος, ποιήτρια και αγιογράφος, η εξαιρετική δημιουργός που υπογράφει τη σκαλέτα στην επιτυχημένη σειρά Να μ’ αγαπάς του Alpha, φέρει από τα παιδικά της χρόνια μια βαθιά, σχεδόν μαγική σύνδεση με την Τέχνη.

Αυτές τις ημέρες, μάλιστα, έχει κάθε λόγο να χαίρεται σαν παιδί! Πρόσφατα κυκλοφόρησε το τελευταίο της βιβλίο με τίτλο οι Μεθυσμένοι κόνδορες, μια σπάνια καταγραφή δεκαεπτά συνομιλιών με δημιουργούς που άνοιξαν τις πόρτες της μνήμης τους: Φωτεινή Βελεσιώτου, Σπύρος Ορνεράκης, Ρίτα Αντωνοπούλου, Οδυσσέας Ιωάννου, Ξενοφών Ραράκος, Νίκος Καραθάνος, Νατάσα Μποφίλιου, Μελίνα Κανά, Κοραής Δαμάτης, Ιωάννα Πηλιχού, Θέμης Καραμουρατίδης, Δημήτρης Καρατζιάς, Γιούλικα Σκαφιδά, Γιάννης Ξανθούλης, Γιάννης Κακλέας, Απόστολος Ρίζος και Αθηνά Τσιλύρα.

«Οι Μεθυσμένοι κόνδορες γεννήθηκαν από μια ανθρώπινη, απλή στιγμή: ένα βράδυ του 2010, όπου βρέθηκα μαζί με άλλους να τραγουδάμε όλοι τα ίδια τραγούδια, με μία φωνή. Εκεί, ανάμεσα στους στίχους και τις νότες, κάτι χτύπησε μέσα μου. Κατάλαβα ότι αυτό που μας ένωσε δεν ήταν μόνο η μουσική, αλλά αυτό που κρυβόταν πίσω της, ο ίδιος βασικός πόνος, η ίδια χαρά, οι ίδιες ελπίδες και απογοητεύσεις που όλοι κουβαλάμε», αποκαλύπτει στην Political.

Δεκαεπτά συνομιλίες, δεκαεπτά τοπόσημα στην καρδιά της Αθήνας και πέρα. Κάθε τόπος, από ένα εγκαταλειμμένο σπίτι στα Πατήσια μέχρι το παλιό αεροδρόμιο στο Ελληνικό, έγινε σκηνή για ουσιαστικούς διαλόγους, για τον έρωτα, τη μοναξιά, τη δημιουργία, την απώλεια.

«Σε κάθε συνάντηση, η ερώτηση, “Γιατί μας έφερες εδώ;” άνοιγε πόρτες σε βιώματα, αναμνήσεις και ομολογίες. Εγώ άκουγα και αυτά που άκουγα έπεφταν μέσα μου σαν πέτρες σε νερό, έκαναν κύκ λους, ακουμπούσαν πράγματα δικά μου. Από αυτές τις κουβέντες γεννήθηκαν 34 ποιήματα που δεν είναι καθρέφτης των ιστοριών τους, αλλά ηχώ των δικών μου αισθήσεων, των δικών μου αναζητήσεων», καταλήγει η Κική Μαυρίδου.

Με τη Φωτεινή Βελεσιώτου η συνεργασία τους θα συνεχιστεί και επαγγελματικά, καθώς θα σκηνοθετήσει και θα συμμετάσχει ως ηθοποιός στη νέα μουσική παράσταση της αγαπημένης ερμηνεύτριας που θ’ ανέβει τον ερχόμενο Μάρτιο.

Το 2023 αποτέλεσε μια χρονιά-ορόσημο για την πολυτάλαντη δημιουργό: το όνομά της ακούγεται στα 12α Θεατρικά Βραβεία Θεσσαλονίκης, όπου ο μονόλογός της Η μάνα αυτουνού… Έλλη Ζάχου Ταχτσή – βασισμένη στη ζωή της μητέρας του Κώστα Ταχτσή – τιμάται με το Β΄ Βραβείο Κοινού και χαρίζει στη Ράνια Σχίζα το Βραβείο Καλύτερης Γυναικείας Ερμηνείας. Από τότε μέχρι σήμερα η παράσταση σημειώνει συνεχόμενα sold out, επιβεβαιώνοντας το βάθος, την ευαισθησία και την κυριολεκτική θεατρική στόφα της δημιουργού.

Με γονείς οικονομικούς μετανάστες στη Γερμανία, η Κική Μαυρίδου πραγματοποίησε το πρώτο της μεγάλο ταξίδι σε ηλικία οκτώ ετών, διασχίζοντας με τρένο τη διαδρομή από τη Θεσσαλονίκη έως το Βισμπάντεν. Εκείνες οι ώρες του ταξιδιού δεν ήταν απλώς μια μετακίνηση προς μια νέα πατρίδα, ήταν το πρώτο συμβολικό της βήμα προς έναν κόσμο που θα την περιέβαλλε, θα τη διαμόρφωνε και τελικά θα την καθόριζε ως δημιουργό.

Σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών δημοσίευσε ποίημά της στη Frankfurter Allgemeine, δύο χρόνια αργότερα παρουσίασε την πρώτη της θεατρική παράσταση, παρουσία του υπεύθυνου Παιδείας του ελληνικού προξενείου. Έγινε στη συνέχεια δεκτή στο Johannes Gutenberg University of Mainz, καθώς και στη Νομική Σχολή Θράκης. Ωστόσο η κλίση της προς τη σκηνή παραμένει αδιαπραγμάτευτη.