12.3.26

Εύα Κουκή • Genitorax, ένα μυθιστόρημα εσωτερικής ενηλικίωσης



Το βιβλίο αυτό είναι μια κατάδυση στη χώρα των γεννητόρων μας· σε εκείνη τη σιωπηλή επικράτεια όπου διαμορφώνονται οι πρώτες μας επιθυμίες, οι πρώτες ενοχές και τα πρώτα μας τραύματα. Εκεί όπου το σπίτι, ως τόπος ελπίδας και προσδοκίας, γίνεται ταυτόχρονα και τόπος ματαίωσης και φθοράς. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι συχνά λέγεται πως η παιδική ηλικία αποτελεί τη γενέτειρα των συγγραφέων — και εδώ αυτό μοιάζει να επιβεβαιώνεται με έναν τρόπο βαθιά υπαρξιακό και γενναίο.
Μέσα από μια αφηγηματική δομή που εναλλάσσει παρελθόν και παρόν, το βιβλίο δείχνει καθαρά πως η παιδική εμπειρία δεν μένει ποτέ πραγματικά πίσω μας· επιμένει, διεκδικεί χώρο, επαναγράφεται στον έρωτα, στις επιλογές, στην ίδια την προσπάθεια ενηλικίωσης. Γι’ αυτό και θεωρώ πως πρόκειται για ένα μυθιστόρημα εσωτερικής ενηλικίωσης. Η ηρωίδα, καθώς ξεδιπλώνεται μπροστά μας μέσα από εικόνες και αναμνήσεις, επιχειρεί να φύγει από τη χώρα των γεννητόρων της ορμώντας στον έρωτα, πιστεύοντας πως εκεί ίσως βρει μια μορφή ίασης, μια δυνατότητα να ξαναγράψει το παιδικό της σενάριο. Κουβαλά μέσα της, κατά τη δική μου ανάγνωση, δύο αντίρροπες δυνάμεις — τη μητέρα και τον πατέρα — και επιθυμεί μια διαφυγή που όμως,αρχικά, διαρκώς «σκοντάφτει». Γιατί οι διαφυγές, όταν φορτώνονται με την απαίτηση να μας σώσουν, συχνά μετατρέπονται σε εκείνες τις τραυματικές χώρες επίπλαστης ευτυχίας, που οδηγούν γρήγορα στη ματαίωση: περιέχουν κάτι πολύ λίγο από εμάς του ίδιους καιπολλά από κάτι ή κάποιον έξω από εμάς, που του ζητάμε — ρητά ή υπόρρητα  —  να μας σώσει.

Το μυθιστόρημα φωτίζει το πώς οι εμπειρίες των προηγούμενων γενεών αφήνουν τα δικά τους αποτυπώματα. Από τη γιαγιά στη μητέρα και από τη μητέρα στην ηρωίδα, η αφήγηση υπογραμμίζει το διαγενεακό τραύμα: λεπτές, αόρατες κινήσεις ενοχής, προσδοκιών και συναισθημάτων που περνούν από τη μια γενιά στην άλλη, διαμορφώνοντας την εσωτερική ζωή της ηρωίδας. Τα αντικείμενα, οι αναμνήσεις, οι λεπτομέρειες της καθημερινότητας — όπως το πουκάμισο της γιαγιάς — γίνονται σύμβολα αυτής της κληρονομιάς, που επηρεάζει βαθιά τον τρόπο που βιώνει τον κόσμο, τις σχέσεις και τον έρωτα. Όμως εκείνη προχωρά προς την επίγνωση — και αυτό είναι το σημαντικότερο.
Η μητέρα στο βιβλίο δεν είναι απλώς ένα πρόσωπο· είναι μια εσωτερική δύναμη που δρα και συνεχίζει να δρα στην εσωτερική ζωή της ηρωίδας. Διαβάζοντας το βιβλίο, και μέσα από αυτό το πλέξιμο παρελθόντος-παρόντος,βλέπουμε το «ικετεύον παιδί» — εκείνη τη βαθιά ανθρώπινη ανάγκη να θαυμάζουμε τη μητέρα μας, όχι μόνο επειδή είναι η πρώτη ιεραρχική μορφή στη ζωή μας, αλλά επειδή την αγαπάμε και θέλουμε να τη βλέπουμε φωτεινή, άξια, ακέραιη. Το παιδί — και ο ενήλικας εαυτός του —  θέλει να μπορεί να πει «η μητέρα μου είναι σπουδαία» και να το νιώθει πλήρως.Και όμως, αισθάνομαι πως η ηρωίδα βιώνει ένα διαρκές «γαμώτο», ένα αίσθημα ματαίωσης: η μητέρα της δεν της επιτρέπει να τη θαυμάζει απλώς και μόνο. Μαζί με τη θαυμαστή παρουσία της τής κληροδοτεί και κάτι άλλο: τον έλεγχο, την ενοχή, το αυστηρό βλέμμα. Δεν της αφήνει χώρο. Έτσι, η ενηλικίωση της ηρωίδας περνά μέσα από μια εσωτερική πτώση από την αθωότητα: τη συνειδητοποίηση ότι οι γονείς μας δεν είναι ούτε τέλειοι ούτε άτρωτοι, και ότι μας παραδίδουν άθελά τους αόρατα, εγγεγραμμένα μοτίβα, σαν χάρτες ή μπούσουλες που συνεχίζουν να κατευθύνουν τις κινήσεις μας και στην ενηλικίωση. Η μητέρα γίνεται μέσα της το εσωτερικό «μη». Η φωνή που κρίνει, που περιορίζει, που ελέγχει. Το εσωτερικευμένο βλέμμα που παρακολουθεί και διορθώνει. Είναι η ενοχή που προλαβαίνει την επιθυμία. Είναι η τάξη που προηγείται της χαράς. Είναι — δυστυχώς —  η επιβεβαίωση των επιλογών, των αποφάσεων, των δισταγμών. Αλλά ΚΑΙ, στην αντίθετη όψη του ίδιου νομίσματος, η μητέρα συμβολίζει και κάτι ακόμη: τη βαθιά ανάγκη της ηρωίδας για επανάσταση, για ένα «φτου ξελευτερία!» Αν η μητέρα είναι ο έλεγχος, τότε η επιθυμία για απελευθέρωση γεννιέται ακριβώς απέναντί της. Η ηρωίδα θέλει να αφεθεί, να βρει χαρά, να «χάσει τον έλεγχο» — όχι με την έννοια της ασυνειδησίας, αλλά με την έννοια της απεμπλοκής από αυτή την εξουσιαστική, εσωτερική φωνή. Θέλει να μετακινηθεί από το «μη» στο «ναι». Να βρει το δικό της κέντρο. Να έχει όλη την ευθύνη, κι ας αποτύχει.Και κάπου εκεί εμφανίζεται η επίγνωση του τραύματος. Όταν λέει στον άντρα που ερωτεύεται «μπλέκω μαζί σου για να εκδικηθώ τη μητέρα μου», δεν μιλά πια ασυνείδητα. Αναγνωρίζει ότι ο έρωτας δεν είναι μόνο επιθυμία· είναι και πράξη αντίδρασης. Προς τον γεννήτορα.  Είναι μια προσπάθεια να σπάσει το βλέμμα, να ακυρώσει το «μη», να αποδείξει ότι μπορεί να ζήσει αλλιώς.Η μητέρα, λοιπόν, δεν είναι απλώς μια μορφή του παρελθόντος. Είναι η δύναμη του ελέγχου μέσα της — αλλά και η αφορμή της εξέγερσης. Είναι το όριο που τη συγκρατεί και ταυτόχρονα η αντίσταση που τη σπρώχνει να αναζητήσει ελευθερία.
Αν η μητέρα συμβολίζει τον έλεγχο και το «μη», ο πατέρας στο βιβλίο συμβολίζει τη λαχτάρα. Η αγάπη της ηρωίδας για τον πατέρα είναι φορτισμένη με ενθουσιασμό, με ανυπομονησία, με εκείνη τη βαθιά ανάγκη να τον δει, να τον συναντήσει, να νιώσει πως είναι η εκλεκτή της σχέσης. Η σχέση αυτή δεν είναι ουδέτερη και ισορροπημένη· εμπεριέχει μια αίσθηση προνομίου, σχεδόν έναν σιωπηλό ανταγωνισμό με τη μητέρα. Σαν να επιθυμεί να είναι εκείνη που θα κατακτήσει την αποκλειστικότητα του πατέρα.Κι όμως, ο πατέρας φέρει μέσα του το στοιχείο του «ακατάκτητου». Υπάρχει παρουσία — αλλά εκεί όπου υπάρχει παρουσία, ακολουθεί γρήγορα και η απουσία. Υπάρχει η έγκριση, αλλά υπάρχει και η απογοήτευση. Η εγγύτητα διακόπτεται. Η προσδοκία ματαιώνεται. Αυτή η ασυνέπεια γίνεται βίωμα. Και το βίωμα αυτό εγγράφεται βαθιά: η σταθερότητα δεν είναι δεδομένη, η εμπιστοσύνη δεν είναι ασφαλής.Έτσι διαμορφώνεται ένας εσωτερικός ερωτικός χάρτης. Η ηρωίδα φαίνεται να επιθυμεί τον άντρα που δεν είναι πλήρως διαθέσιμος. Λαχταρά αυτό που δεν της δίνεται ολοκληρωτικά. Ζητά επιβεβαίωση — μια επιβεβαίωση που έρχεται και φεύγει, που ανεβοκατεβαίνει, όπως ακριβώς η παρουσία του πατέρα. Σαν να αναζητά να επιβεβαιώσει, μέσα από τον έρωτα, εκείνο το αρχικό σενάριο. Όχι επειδή το επιλέγει συνειδητά, αλλά επειδή αυτό έχει μάθει ως γλώσσα αγάπης.Και όμως, και εδώ υπάρχει επίγνωση. Σε κάποιο σημείο ομολογεί ότι δεν θέλει να επαναλάβει τη σχέση της με τον πατέρα της. Αναγνωρίζει το μοτίβο. Καταλαβαίνει πως η επιθυμία δεν είναι μόνο έρωτας· είναι και μνήμη. Σαν να ψάχνει μέσα από τον άντρα μια θεραπεία του παλιού τραύματος — να διορθώσει το τότε μέσα από το τώρα.
Η ηρωίδα μεγαλώνει, λοιπόν, ανάμεσα σε δύο αντίρροπες δυνάμεις: την κρίση και τη λαχτάρα. Η μητέρα γίνεται η φωνή που ελέγχει και περιορίζει· ο πατέρας γίνεται η μορφή που ελκύει αλλά δεν είναι σταθερός. Και στην ενήλικη ερωτική της ζωή, παλεύει και με τα δύο: με την ανάγκη να απελευθερωθεί από το βλέμμα της μητέρας και με την επιθυμία να κατακτήσει, επιτέλους, μια σταθερή εκδοχή του πατέρα.

Το βιβλίο μας οδηγεί μοιραία στη σκέψη ότι ερχόμαστε από μια οικογένεια. Αυτή είναι η καταγωγή μας. Και το ερώτημα τίθεται — σιωπηλά αλλά επίμονα, και με διάφορους τρόπους — είναι εάν μπορούμε ποτέ να την αφήσουμε πραγματικά πίσω μας. Μπορούμε να προχωρήσουμε σαν να μην υπήρξε; Μπορούμε να κάνουμε πως δεν μας διαμόρφωσε;Νομίζω πως κανείς δεν μπορεί να ζήσει σαν να μην έχει καταγωγή. Η καταγωγή είναι εκεί. Σε περιμένει. Σε διαμορφώνει. Το βλέπουμε καθαρά στην ηρωίδα: οι σχέσεις της, οι επιλογές της, οι φόβοι και οι λαχτάρες της, όλα φέρουν αποτυπώματα του πριν.Το ουσιώδες όμως που αναδεικνύει το βιβλίο είναι κάτι πιο «λεπτό»: η καταγωγή σε καθορίζει, αλλά δεν σε επικαθορίζει. Δεν έχει τον απόλυτο έλεγχο της συνέχειας. Μπορεί να λειτουργεί σαν σκιά —και όσο την αποφεύγεις, όσο προσποιείσαι ότι δεν υπάρχει ή ότι δεν σε επηρεάζει, τόσο γιγαντώνεται. Γίνεται βαρύτερη, πιο απειλητική, έτοιμη να σε καταπιεί.Αλλά ούτε η διαφυγή, ούτε η τυφλή προσκόλληση προσφέρουν λύση. Η διαφυγή δεν είναι θεραπεία· είναι αναβολή. Και η προσκόλληση δεν είναι πίστη είναι ανάγκη μεταμφιεσμένη σε αφοσίωση. Αυτό που προτείνει, τελικά, ·το βιβλίο — και γι’ αυτό το θεωρώ ένα μυθιστόρημα εσωτερικής ενηλικίωσης — είναι μια τρίτη στάση: όχι να αποκοπείς από την καταγωγή σου, αλλά να τη γνωρίσεις. Να τη φωτίσεις. Να την μετατρέψεις από μοιραίο καθορισμό σε συνειδητή επίγνωση.Και ίσως η αληθινή θεραπεία να μην είναι η φυγή, αλλά η προσέγγιση. Όχι προς τους άλλους — αλλά προς τον πραγματικό μας εαυτό.

Στο τέλος — το οποίο δε θέλω και ακριβώς να προδώσω —  υπάρχει η σκηνή με την καρέκλα που έρχεται από το πατρικό σπίτι, που κουβαλά δηλαδή καταγωγή. Νομίζω ότι η καρέκλα λειτουργεί ως μεταβατικός τόπος. Τώρα βρίσκεται στο ενήλικο σπίτι, δεν έχει απορριφθεί, έχει μεταφερθεί. Η καρέκλα αγκαλιάζει, αποδέχεται την ηρωίδα— εκεί αρθρώνεται αυτό το «αναγεννιέμαι». Και εδώ η αναγέννηση δεν προκύπτει από διαφυγή!Προκύπτει μια ενσωμάτωση. Η ηρωίδα δεν δραπετεύει πια από τη χώρα των γεννητόρων της. Έχει διατρέξει μια πορεία και αναγεννιέται. Δεν καίει τις γέφυρες, δεν διαγράφει το παρελθόν, δεν το αντικαθιστά με έναν έρωτα-σωτήρα. Κάνει κάτι πιο ώριμο και πιο δύσκολο: μετατοπίζει τη σχέση της μαζί του. Αυτό που κάποτε ήταν δεσμός, γίνεται στήριγμα. Αυτό που ήταν φωνή ελέγχου ή λαχτάρας, παύει να την κυβερνά όπως πριν. Το παρελθόν δεν εξαφανίζεται — αλλά δεν έχει πια τον τελευταίο λόγο.
Το βιβλίο δεν μας υπόσχεται ότι από εδώ και πέρα όλα θα πάνε καλά. Δεν κλείνει με βεβαιότητες, ούτε με ρομαντικές διαβεβαιώσεις. Κλείνει με μια ανάσα. Με μια γυναίκα που έχει περάσει μέσα από την ενοχή, την προσδοκία, τη ματαίωση, την παλινδρόμηση ανάμεσα στην ελευθερία και την ευθύνη, και που στέκεται τώρα αλλιώς. Πιο συνειδητή απέναντι στο τι κουβαλά. Πιο έντιμη απέναντι στις επιθυμίες της. Πιο πρόθυμη να αναλάβει το κόστος της ελευθερίας της.Μπροστά της υπάρχει άγνωστο. Τίποτα δεν της εγγυάται την ευτυχία. Καμία σχέση δεν της προσφέρεται ως πανάκεια. Κι όμως, νομίζω, πως δε θα επιστρέψει στην ασφάλεια της μη ανάληψης ευθύνης. Δεν κρύβεται πίσω από την ενοχή που κληρονόμησε. Στέκεται. Αναπνέει. Αναγνωρίζει την ευαλοτώτητά της ως δύναμη.  Και προχωρά — όχι επειδή όλα λύθηκαν, αλλά επειδή είναι λίγο πιο κοντά στον εαυτό της.
Κι ίσως αυτή να είναι η πιο ουσιαστική συμβολή του βιβλίου: όχι ότι μπορούμε (ή χρειάζεται) να αποκοπούμε από την καταγωγή μας, αλλά ότι μπορούμε να πάψουμε να οριζόμαστε από αυτήν. Ότι μπορούμε, ακόμη κι αν δεν ξέρουμε τι θα ακολουθήσει, να αγκαλιάσουμε το άγνωστο με μεγαλύτερη εγγύτητα προς αυτό που είμαστε. Και αυτό, τελικά, είναι η μεγαλύτερη μορφή αναγέννησης.

Εύα Κουκή

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: