Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φανή Χούρσογλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φανή Χούρσογλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

24.7.20

Φανή Χούρσογλου • Οἰκόσιτα

πρώτη δημοσίευση Ιστορίες Μπονζάι |
Παρασκευή 24 Ιουλίου 2020 »»


ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ, ΟΙ ΦΤΕΡΩΤΕΣ, δὲν θά ’πρε­πε ὑ­πο­τί­θε­ται νὰ μᾶς ἀ­νη­συ­χοῦν – εἶ­ναι ἁ­πλοὶ ἐ­πι­σκέ­πτες, κα­θὼς λέ­νε οἱ εἰ­δι­κοί. Οἱ τσοῦ­λες οἱ μι­κρὲς εἶ­ναι ποὺ κά­νου­νε φω­λι­ὲς καὶ θέ­λουν ἐ­πει­γόν­τως ἐ­ξο­λό­θρευ­ση.
        Δὲν ξέ­ρω βέ­βαι­α ἂν θὰ συμ­φω­νοῦ­σε σὲ αὐ­τὸ ὁ Ἀν­τω­νά­κης, ἀ­φοῦ – Βου­δι­στὴς γὰρ – πί­στευ­ε πὼς ἀ­νε­ξαρ­τή­τως τοῦ με­γέ­θους πρό­κει­ται γιὰ ἀ­τυ­χεῖς με­τεν­σαρ­κώ­σεις ἀ­κό­μα καὶ οἰ­κεί­ων – ἀ­γα­πη­μέ­νων, ἐν­δε­χομέ­νως – προ­σώ­πων, βά­ναυ­σα χτυ­πη­μέ­νων ἀ­π’ τὸ κάρ­μα.
        Ὅ­πως καὶ νά ’χει, ὁ Μῆ­τσος – ὡς συ­νή­θως κυ­νι­κός – τό­νι­ζε πὼς τὸ ἐ­νε­νῆν­τα ἐν­νέ­α τοῖς ἑ­κα­τὸ ἀπ’ τὶς ρη­μά­δες δὲν τὶς βλέ­που­με.
        Βλέ­που­με – ἐ­νί­ο­τε – ἀ­ρα­χνοῦ­λες, ἀλ­λὰ συ­χνό­τε­ρα μο­νά­χα τοὺς ἱ­στούς τους στὶς γω­νι­ές. Δὲν βλέ­που­με ὅ­μως – εὐ­τυ­χῶς – οὐ­δέ­πο­τε τὰ ἀ­κά­ρε­α, πα­ρό­λο ποὺ ἰ­σο­βί­ως συμ­βι­ώ­νου­με πα­ρέ­α.
        Ἴ­σως αὐ­τὰ σκε­φτό­ταν καὶ ἡ Μα­ρι­λοῦ σὰν τῆς καρ­φώ­θη­κε ἡ ἰ­δέ­α ὅ­τι μοι­ρα­ζό­ταν τὴ γκαρ­σο­νι­ε­ρού­λα μὲ φαν­τά­σμα­τα. Ἦ­ταν ὡ­ραῖ­ο κο­ρί­τσι ἡ Μα­ρι­λοῦ, μὰ ξε­ρο­κέ­φα­λο. Χρυ­σὴ τὴν κά­να­με πὼς δὲν ὑ­πάρ­χει με­τα­φυ­σι­κὸ οὐ­δὲν ποὺ νὰ τὴν ἀ­πει­λεῖ, αὐ­τὴ ἐ­κεῖ, νὰ σκι­ά­ζε­ται καὶ νὰ σκη­νο­θε­τεῖ τὸ θρί­λερ τῆς ζω­ῆς της.
        Μᾶς πα­ρου­σί­α­ζε μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ ὕ­πο­πτα συμ­βάν­τα ὡς πα­σι­δή­λως ἐν­δει­κτι­κά τῆς ὕ­παρ­ξης μί­ας ἤ πε­ρισ­σό­τε­ρων ὀν­το­τή­των ἀ­πὸ τὸ ὑ­περ­πέ­ραν στὴν οἰ­κί­α της.
        Κατ’ ἀρ­χὴν – λέ­ει – ἄ­κου­γε βή­μα­τα, συρ­σί­μα­τα, ψι­θύ­ρους καὶ φω­νές. Τὸ γε­γο­νὸς πὼς οἱ τοῖ­χοι τῶν δι­α­με­ρι­σμά­των οὐ­δε­μί­αν ἠ­χο­μό­νω­ση πα­ρέ­χουν δι­ό­λου δὲν τὴν πτο­οῦ­σε.
        Βέ­βαι­α εἶ­χε κά­ποι­α βά­ση αὐ­τή της ἡ ἀ­γω­νί­α, ἀ­φοῦ – ἀ­πὸ τὴν τρέ­λα της – εἶ­χε ἀ­πο­συν­δέ­σει ρα­δι­ό­φω­να, τη­λε­ο­ρά­σεις καὶ λοι­πὰ (γιὰ τὸ φό­βο τῶν δαι­μό­νων), ὁ­πό­τε ζών­τας στὴ σι­ω­πὴ πῶς νὰ μὴν με­γα­λο­ποι­εῖ καὶ τὸ ἀ­πει­ρο­ε­λά­χι­στο ἠ­χά­κι;
        Τὸ σπί­τι – ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη – εἶ­ναι ἀ­λή­θεια τὴν ἀ­να­και­νι­σού­λα του τὴν ἤ­θε­λε καὶ βέ­βαι­α οὔ­τε λό­γος γιὰ πι­στο­ποι­η­τι­κὸ ἐ­νερ­γεια­κῆς ἀ­πό­δο­σης σὲ ἕ­να κτί­σμα συ­νο­μή­λι­κο μέ μᾶς – καὶ κά­τι πα­ρα­πά­νω. Πῶς νὰ μὴν τρί­ζουν πιὰ τὰ ἕρ­μα πορ­το­πα­ρά­θυ­ρα;
        Ἔ­πει­τα ἡ κα­η­μέ­νη ἡ Μα­ρι­λοῦ ἔ­χα­νε δια­ρκῶς πράγ­μα­τα. Πα­σμί­νες, κάλ­τσες κι ἀ­να­πτῆ­ρες δη­λώ­νον­ταν συ­χνὰ πυ­κνὰ στὴ λί­στα ἀ­πω­λε­σθέν­των. Ἐ­γὼ ὡς ἄ­πι­στος Θω­μᾶς τὴ θε­ω­ροῦ­σα φυ­σι­κὰ ἁ­πλῶς ἀλ­λο­παρ­μέ­νη.
        Ὅ­μως – σὰν βρώ­μι­κο μυα­λό – προ­σπά­θη­σα σκλη­ρὰ νὰ τῆς βά­λω ψύλ­λους στ’ αὐ­τιὰ μή­πως ἡ κολ­λη­τή της, αὐ­τὴ ἡ Μίρ­κα ἡ παρ­δα­λή, τῆς βού­τα­γε τὰ δι­ά­φο­ρα – ἔ­τσι γιὰ χά­ρη γού­στου.
        Κι ἴ­σως ἦ­ταν οἰ­κό­σι­τα τὰ πνεύ­μα­τα στὸ σπί­τι, ὅ­μως τὸ σύν­δρο­μο τῆς Μα­ρι­λοῦ εἶ­χε ἐ­πε­κτα­θεῖ καὶ σὲ ἐ­ξω­τε­ρι­κοὺς χώ­ρους, ὥ­στε παν­τοῦ πλέ­ον ἔ­νι­ω­θε πὼς πα­ρα­κο­λου­θεῖ­ται.
        Ὅ­σο καὶ ἂν προ­σπά­θη­σα νὰ ὀρ­θώ­σω τεῖ­χος λο­γι­κῆς γιὰ νὰ τὴν χα­λα­ρώ­σω, ἐ­κεί­νη δὲν ξε­χνι­ό­τα­νε λε­πτό. Κι ἐ­νῶ ἐ­γὼ πα­ρα­μυ­θι­α­ζό­μουν δι­α­κα­ῶς μή­πως κά­τι παι­ζό­ταν με­τα­ξύ μας, τὸ ἀ­γύ­ρι­στο μυα­λό της σκά­λω­νε στὰ ἀ­ό­ρα­τα κα­τοι­κί­δια. Ἔ­ψα­χνε καὶ με­τροῦ­σε τὶς σκι­ές, δι­α­βλέ­πον­τας παν­τοῦ ἄλ­λες δι­α­στά­σεις.
        Ἀ­φοῦ εἶ­χε σπου­δά­σει ἐν­δε­λε­χῶς τὰ ἅ­παν­τα τῆς ἀ­ξι­ό­τι­μης Μαν­τὰμ μὲ τ’ ὄ­νο­μα Μπλα­βά­τσκυ ἡ Μα­ρι­λοῦ δὲ σή­κω­νε οὔ­τε μύ­γα στὸ σπα­θί της. Ἦ­ταν κα­θό­λα ἕ­τοι­μη νὰ συ­στη­θοῦν ἐ­νώ­πιος ἐ­νω­πί­ῳ μὲ τὸ στοι­χει­ό. Ἐ­πί­μο­να προ­σέγ­γι­ζε τοὺς φί­λους της – κι ἐ­μέ­να – νὰ κά­νου­με ἐ­πι­τέ­λους μιὰ σε­άνς.
        Ὁ­μο­λο­γῶ πο­θοῦ­σα σὰν τρε­λός τὰ τρυ­φε­ρὰ χε­ρά­κια της νὰ ἄγ­γι­ξω – ἀλ­λὰ γιὰ ἐ­πι­κλή­σεις καὶ τοι­οῦτα ἐ­ξω­τι­κὰ δὲν ἤ­μουν ὁ κα­τάλ­λη­λος κα­θό­λου. Πα­ρ’ ό­λα αὐ­τὰ κά­ποι­α στιγ­μὴ τὴν πά­τη­σα ὁ βλά­κας κι ἀ­φοῦ τὸ ὑ­πο­σχέ­θη­κα ὄ­φει­λα νὰ τὸ κά­νω.
        Στὴν ὥ­ρα ποὺ ὑ­πέ­δει­ξε ἤ­μα­σταν ὅ­λοι ἐ­κεῖ. Στὸ χῶ­ρο μό­νο δυ­ὸ κε­ριά. Εἶ­χε ἑ­τοι­μά­σει τὸ τρα­πέ­ζι, τὸ πο­τή­ρι, τὸ χαρ­τί. Πι­α­νό­μα­στε κι ἀρ­χί­ζου­με τὴν ὅ­λη τε­λε­τή. Κρύ­ω­σα ἀ­πό­το­μα ἀλ­λὰ ἤ­τα­νε καὶ ἄ­γρια χα­ρά­μα­τα.
        Τὸ πο­τή­ρι κου­νή­θη­κε κι ἡ Μα­ρι­λοῦ ἄρ­χι­σε νὰ ρω­τᾶ γιὰ τὴν ταυ­τό­τη­τα τοῦ ἄ­γνω­στού της φί­λου. Ἐ­γὼ τὰ εἶ­χα ἤ­δη χρεια­στεῖ μὰ τὰ χει­ρό­τε­ρα δὲν εἶ­χαν φτά­σει ἀ­κό­μα. Ἦρ­θαν ὅ­ταν τὰ γράμ­μα­τα ποὺ ἑ­νώ­νον­ταν γορ­γὰ σχη­μά­τι­σαν στὰ μά­τια μου μπρο­στὰ τὸ ὄ­νο­μά μου.

12.2.19

Φανή Χούρσογλου • Al Fine

γράφει η Φανή Χούρσογλου | εξιτήριον, 12 Φεβρουαρίου 2019,  »»



Θα ’πρεπε να ’σαι εκεί για να το νιώσεις. Ο Φρίντριχ έδινε απόψε στην κυριολεξία ρεσιτάλ. Η δύναμη της ερμηνείας του ήταν θαρρείς και εκτελούσε το κοντσέρτο για τελευταία φορά. Αυτή η ένταση φαινόταν να τον συνεπαίρνει τόσο που μάλλον του ήταν παντελώς αδιάφορο αν έπαιζε για ένα πολυάριθμο κοινό ή απλά και μόνο για το μαγκούφη εαυτό του.

31.1.19

Ο Γιώργος Χρηστέας για το «Κατόπιν εορτής»

γράφει ο Γιώργος Χρηστέας για το βιβλίο της Φανής Χούρσογλου Κατόπιν εορτής | οδός Πανός, τχ. 182, σσ. 138 και 139

«… εκκολαπτόμενη ποιήτρια λοιπόν – ή πεζογράφος; θα φανεί· πάντως μια συγγραφέας με μεστό λόγο· ευαισθησίες· αίσθημα οξύ· ματιά απαστράπτουσα· διάθεση ανατροπής· φράση κοφτή· στακάτη και γραφή κατάδική της, που ’χει κάτι ερμητικό, κάτι sui generis, περίκλειστο εντός της.»

Κατόπιν εορτής — ο τίτλος του πρώτου βιβλίου της Φανής Χούρσογλου — και έπεται ο, παραπλανητικός κατά τη γνώμη μου, υπότιτλος που το συνοδεύει — Μικρές ιστορίες.
    Διαβάζοντάς το όμως, θα επέλεγα υπότιτλο σαν — ποιητικές ιστορίες, ή πεζά ποιήματα∙ αφού ποίηση αναβλύζει απ’ όλες τις σελίδες του σχεδόν∙ ποίηση που εκφέρεται σε πεζό, μα δίνει αλάνθαστα το στίγμα της∙ διάθεση εικονοκλαστική, σουρεαλιστική συχνά, υποδόρια αγχωτική, διάστικτη από κοχλάζουσα ειρωνεία και οργισμένη φαντασία.
   

12.10.18

Φανή Χούρσογλου • Τελετή ενηλικίωσης

γράφει η Φανή Χούρσογλου | εξιτήριον,
12 Οκτωβρίου 2018 »»



Ψιλή μόνο κατ’ ευφημισμό θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η ποσότητα της σκόνης που εισχώρησε στη ρινική του κοιλότητα. Δεν υπήρχε λόγος για μιζέριες. Η θέση του ήταν τέτοια που του επέτρεπε να ικανοποιεί τις επιθυμίες του με μεγάλη άνεση. Και είχε αμέτρητες κι ακόρεστες επιθυμίες. Όσες και δρόμους μυστικούς να τις κυκλώσει. Πίσω από τη βιτρίνα της ανεκτίμητης γκαρνταρόμπας, πίσω απ΄την κασετίνα με τα πούρα που είχαν στρίψει στα καλλίγραμμα μπούτια τους οι πιο όμορφες μουλάτες της Αβάνας, κρύβονταν τα ιδιαίτερά του διαμερίσματα.

6.8.18

Χρήστος Αποστολάκος, Εργάτης του φωτός (Απόπειρα, 2018)

Γράφει η Φανή Χούρσογλου | Ιστορία της ελληνικής μουσικής,
Κυριακή 5 Αυγούστου 2018 »»

Υπάρχουν πολλά μονοπάτια που μπορεί ν’ ακολουθήσει κάποιος ιχνηλατώντας (πέρα από…) τα όρια της συμβατικής συνειδητότητας και του ρασιοναλισμού.
Και ο «εργάτης» του Χρήστου Αποστολάκου φαίνεται να έχει εξερευνήσει αρκετά από αυτά.

Κάποιες διαδρομές αποδείχτηκαν αδιέξοδες, ωστόσο τις περπάτησε ως το τέρμα, για να φτάσει στο σημείο να διαπιστώσει βιωματικά κι αυτοπροσώπως, πως η αγωνιώδης καταστολή του αρχέγονου φόβου, δεν καταλήγει παρά στην ολοκληρωτική επικράτησή του, αφού κλείνοντας κανείς τα μάτια απέναντι στην όποια «αλήθεια» ούτε τον κόσμο μπορεί ν’ αλλάξει ούτε τον κόσμο του.

25.6.18

Λέξεις που (δεν) αλλάζουν πολύ συχνά γραμμή

γράφει ο Σωτήρης Παστάκας, Η ήρα από το στάρι #05,
περιοδικό Φρέαρ, Παρασκευή 22 Ιουνίου 2018 »»



«…αλλά πρωτίστως μια χρηστική αισθητική που να οδηγεί το μάτι, όπως τα τυπογραφικά στοιχεία οδηγούν στο ποίημα», γράφει στο κλεινόν (Μελάνι, 2016), ο Γιάννης Ευσταθιάδης. Τα μορφολογικά, αναρωτιόμαστε, χαρακτηριστικά του ποιήματος είναι ο τρόπος που τα τυπογραφικά στοιχεία διανέμονται στη σελίδα; Αν ρωτήσουμε τυχαία στο δρόμο ποια ιδέα έχει σήμερα ο περαστικός για την ποίηση, είμαι βέβαιος πως θα συμφωνήσει με το συγκεκριμένο κριτήριο. Αν κρίνουμε από την πληθώρα των ποιητικών συλλογών που κυκλοφορούν στις μέρες μας και διαθέσουμε (φυσικά) τον δέοντα χρόνο προς ανάγνωσή τους, μας γεννιέται η απορία: μα καλά γιατί δεν βάζουν τις λέξεις στην ίδια σειρά και δεν φτιάχνουν ένα μικρό πεζό, αντί να γράφουν ποιήματα που δεν έχουν καμιά εσωτερική πίεση για τραγούδι;

12.6.18

Φανή Χούρσογλου • 4 μικρές ιστορίες από το «Κατόπιν εορτής»

γράφει η Φανή Χούρσογλου | Ποιείν,
12 Ιουνίου 2018 »»


Ανήκεστος μνήμη

Το πέρσι γινόταν πρόπερσι και αντιπρόπερσι και το καράβι απομακρυνόταν και απείχε πια δεκαετίες από το σημείο που το φέτος προσδοκούσε με ανυπομονησία το χρόνο. Και η ζωή κολλούσε το πρόσωπό της στο φινιστρίνι ελπίζοντας πως επέστρεφε εκεί που νόμιζε πως ακόμα κατοικούσε. Στις ξεθωριασμένες φωτογραφίες που δεν τις κοίταζε πια σχεδόν ποτέ. Χαμένοι φίλοι, χαμένα όνειρα, χαμένος χρόνος. Παρτίδες ολόκληρες χαμένες από χέρι. Τόσα κομμάτια είχαν μείνει στα μέρη τα παλιά σαν τα κόκκινα παπούτσια που — αφόρετα — ξεχάστηκαν σε κείνη την ερημική παραλία. Σαν την παρέα που διαλύθηκε από τον έρωτα. Σαν τον έρωτα που διαλύθηκε από τη σύμβαση. Σαν τη σύμβαση που περίμενε να λυθεί από μηχανής. Και σαν τη μηχανή που αγόγγυστα θα τροφοδοτούσε τα ίδια στοιχειωμένα ενθύμια μέχρι να χαλάσει και να αφήσει βλέμματα κενά σε κορμιά ζαρωμένα. Και άλμπουμ με εξώφυλλα φλοράλ και μέσα γλοιώδεις ζελατίνες να αλλοιώνουν τις χημικές επιστρώσεις διαγράφοντας οριστικά τα αζήτητα ίχνη μας.

Χρησμός

Παιδί ήμουν μικρό, καθόμασταν σε μια ταβέρνα με τους δικούς μου, μεγάλη παρέα, διακοπές, και θυμάμαι κάποιος κόμπασε πως ήξερε να διαβάζει την παλάμη. Του ζήτησα να δει και τη δική μου. Πήρε στα χέρια του το λιλιπούτειο αριστερό μου χεράκι και το περιεργάστηκε για λίγη ώρα προσεχτικά. Τελικά μου δήλωσε χωρίς περιστροφές πως η γραμμή της ζωής μου κόβεται απότομα γύρω στα πενήντα. Μου έδειξε μάλιστα το σημείο στο οποίο η καμπύλη δίπλα απʼ τον αντίχειρα χωρίζει στα δύο. Εγώ έστρεψα το βλέμμα στο δεξί μου χέρι, εκεί η αντίστοιχη γραμμή ήταν αδιάκοπη. Του το είπα, αλλά αυτός μου τόνισε ότι δεν παίζει ρόλο, καθώς πάντα κοιτάμε τη γραμμή ζωής στο αριστερό χέρι.
Χωρίς να την ξεχάσω έκρυβα χρόνια την πρόβλεψη στο πατάρι με τα χειμωνιάτικα για να ζήσω. Είχα καιρό μπροστά μου για όλα αυτά. Περίπου στα τριάντα όμως έπιασε μια ψυχρούλα ξαφνική και τότε άρχισα να συμβουλεύομαι καθημερινά το αστρολογικό δελτίο, όχι μόνο το ζώδιο, αλλά και τον ωροσκόπο και τους πλανήτες για σιγουριά. Προσοχή ήθελαν συνήθως τα οικονομικά, επαγγελματικά, αισθηματικά και θέματα υγείας.

Κι ενώ η αστερόσκονη αθόρυβα πλην όμως σταθερά εξακολουθούσε να διυλίζεται μέσα στην κλεψύδρα, άκουσα για τα πανάκριβα τεστ DNA που σου βρίσκουν αν κινδυνεύεις από ασθένειες σοβαρές. Να κάνεις, να μην κάνεις; Κι εντάξει, αν σου βγει πως είσαι ταύρος το γιορτάζεις, φουμάρεις τρία πακέτα την ημέρα και γουστάρεις, αν όμως βγει το άλλο πώς το διαχειρίζεσαι; Live fast and die young ή μήπως φύλαγε τα ρούχα σου να ʼσαι φυλακισμένος;

Όπως και να ʼχει, όταν ψάχνεις στα θολά νερά των μελλούμενων πρέπει να είσαι έτοιμος να αντιμετωπίσεις αυτό που θα βρεις. Και άξιος να το δεχτείς και να το ερμηνεύσεις με το σωστό τρόπο. Και αν νομίσεις πως το κατάλαβες να μην το εκπληρώσεις διεκπεραιωτικά σαν γνήσιος οπαδός του κισμέτ. Γλιτώνεις δε γλιτώνεις.

Ένα πεντάγωνο σχηματίζεται από απλά ριγέ κεράκια και στο κέντρο τους ένα μηδενικό. Στέκομαι πάνω από την τούρτα και παίρνω ανάσα για να φυσήξω. Η ζεστασιά και η γλύκα της στιγμής με ταξιδεύουν σε απρόβλεπτη κατεύθυνση. Γίνομαι από τη μια η αρχαία μάντης και απέναντί μου στέκεται ο εαυτός μου σαν μικρό παιδί.

Φτιαγμένη για καλά είναι η Πυθία και τη ρωτώ «ιέρεια, πες μου εγώ πότε πεθαίνω»; Αλύχτησε και «σύντομα όχι αργότερα» απεφάνθη.

Αναμένεται όαση (;)

Το καραβάνι διέρχεται αργά έναν ορίζοντα αχανή και σκονισμένο. Νόμιζα πως βρισκόμουν μακριά αλλά το έδαφος κινείται και ολισθαίνω. Λέγαν πως είναι αντικατοπτρισμοί οι ζωροάστρες με χρυσόπλεχτους χιτώνες. Μα έχουν περάσει χρόνια και βουνά κι ακόμα δεν πετύχαμε μουσώνες. Ζώα και οδοιπόροι σιωπηλά βαδίζουν και βαστούν στην ξηρασία. Ο κουρνιαχτός ακαριαία τις στιγμές παλιώνει σέπια αχνή φωτογραφία. Με χέρσα γη και μίζερο ουρανό σκαρώνουμε εκστρατεία για εύκρατες ζώνες. Λικνίζονται και γλυκοτραγουδούν στις επιφύσεις μας πολύχρωμες γοργόνες. Η μνήμη της Εδέμ εξασθενεί, της πτώσης ανασύρονται εικόνες. Κάποιος το βράδυ κλέβει απʼ το φλασκί τις πενιχρές μας ζείδωρες σταγόνες. Ακόμα κι απʼ τη δίψα πιο σκληρή η χωροχρονική μονοτονία. Προσκολλημένοι στο μηδέν καρτερικά ακόμα προσδοκούμε ευδαιμονία. Σε λήθαργο μας σέρνουν τα ερπετά, παραδινόμαστε στην ύστατη οπτασία. Άλλος σε περιβόλια σεργιανά, άλλος μεθά με νέκταρ και αμβροσία. Ένας ασθμαίνει, άλλος ψυχομαχεί, πολλοί παραμιλούν σε αφασία. Ήλιος ανήλεος και νύχτες μοχθηρές μας μαστιγώνουν συνεχώς με ενδοσκοπήσεις. Στου ασυνείδητου το διάπυρο χυλό μάς πέταξαν κι άντε να κολυμπήσεις. Υπήρχε κάποια πύλη τελικά απρόσιτη όμως ήταν στις αισθήσεις. Κι έτσι ατενίζουμε το χάος στωικά τώρα που σώθηκαν όλες οι απαντήσεις.

Καυτός πάγος (I)

Βράχος, φωτιά, καπνός και στάχτη. Τα στοιχεία δεύτερης φύσης. Ολιγόλεπτες εξάψεις. Πόθος στυγνός, στεγνός, χωρίς συναίσθημα. Χωρίς ικανοποίηση. Ανώδυνα να περονιάσει το κεφάλι θαλπωρή. Βράζεις, στεγνώνεις την οργή σε ψυχραιμία αλουμινίου. Το δάκρυ ακίνητο ακαριαία από την αδειανή ματιά. Πορνογραφία στο γυαλί μέχρι ανοσίας. Ακμαίος εντός φορμόλης κολυμπάς. Τριγυρνάς αδιάφορα με τα μυστικά να λιώνουν στις τσέπες. Ομερτά. Τα χλιαρά δεν ήτανε για μας. Μονάχα κόκκινο και μαύρο σε σοβά βαρύ λευκό. Αυτοεξόριστοι σαν λάβα στους πόλους του σκληρού πυρήνα, αδιέξοδες συνάψεις νωθρών διαβιβαστών.

5.6.18

Το Κατόπιν εορτής στον Τεχνοχώρο Φάμπρικα



Την Τετάρτη 20 Ιουνίου 2018, στις 8 και μισή το βράδυ παρουσιάζεται η συλλογή μικρών ιστοριών της Φανής Χούρσογλου Κατόπιν εορτής στον Τεχνοχώρος Φάμπρικα, Μεγάλου Αλεξάνδρου 125 και Ευρυμέδοντος, 10435 Αθήνα, τηλ.: 210/341165.
Για το βιβλίο μιλούν οι συγγραφείς Χριστίνα Οικονομίδου και Γιάννης Γιαννουλέας, και διαβάζουν η ηθοποιός Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη και ο μουσικός Θάνος λοsΤ.

Η εκδήλωση για την παρουσίαση του βιβλίου στο Facebook.

15.5.18

Φανή Χούρσογλου – Κατόπιν Εορτής

Γράφει ο Μανώλης Νταλούκας | Ιστορία της ελληνικής νεολαίας,
Τρίτη 15 Μαΐου 2018 »»

Το βιβλίο της Φανής Χούρσογλου, με τίτλο Κατόπιν εορτής, και υπότιτλο μικρές ιστορίες, κυκλοφόρησε πρόσφατα, από τις εκδόσεις Απόπειρα. Πρόκειται μάλλον για ποιήματα, παρά για ιστορίες. Ποιήματα, γραμμένα με μαεστρία, αλλά … Κατόπιν Εορτής. Τι σημαίνει άραγε αυτό; Η φράση έχει δύο ερμηνείες.
Η πρώτη, είναι: πολύ αργά για να διορθωθεί το κακό. Πρώτα κουτούλησες και μετά είδες τον τοίχο. Η δεύτερη ερμηνεία, είναι της αναπόλησης και της νοσταλγίας. Μια ωραία γιορτή που έγινε αλλά τώρα τελείωσε. Και οι δύο αυτές ερμηνείες, μπορούν να αποδοθούν στο βιβλίο αυτό, των εξωπραγματικών καταστάσεων, που συνέβησαν πέρα από την ιλουστρασιόν «πραγματικότητα» και την «κανονικότητα» των καλογυαλισμένων προσώπων που βλέπουμε στην tv. Αυτές οι καταστάσεις, δημιουργούν τις «μικρές ιστορίες» που η Φανή, περιγράφει  με ανάμικτα συναισθήματα. Επικρατεί το συναίσθημα της θλίψης για όλα αυτά που ήσαν ωραία αλλά πέρασαν. Ένα συναίσθημα χρώματος μπλε και ήχου γλυκόπικρου, όπως της Άννας της παιδικής φίλης, του Διονύση Σαββόπουλου. Από το πρώτο ποίημα, Η ανατροπή της πανσελήνου, υπάρχει κάτι γλυκό και πικρό: Η παρέα «από άλλο ανέκδοτο», «διάφανα αιλουροειδή» που στροβιλίζονταν «έτη φωτός μακριά». Αυτοί οι ονειροβάτες, γιόρτασαν κάποτε, κολλώντας στο φως της γιορτής «σαν ζαλισμένα έντομα» που δεν τους άντεξε όμως, και προσάραξε μαζί με αυτούς «στα ερείπια βαθιά των Ατλαντίδων».Δεν μπορώ να μην παραλληλίσω το ποίημα, με τους «Οδεύοντες» της Γιόλας Αναγνωστοπούλου, η οποία μιλά για την ροκ δική της παρέα, με έναν επίσης πικρόγλυκο και ηρωικό τρόπο.
Οι μικρές ιστορίες, διανθίζονται από σχέδια της Φανής Χούρσογλου, αποτελώντας ενιαίο εκφραστικό σώμα.

25.4.18

Φανή Χούρσογλου • Κατόπιν εορτής



σσ. 85, σχήμα 12 × 16,5 εκ.,
I S B N 978-960-537-246-0
Απόπειρα, Απρίλιος 2018
Λ.Τ. 7,00 € (+ ΦΠΑ)

Μια σειρά από μικρές ιστορίες (που ενίοτε περιστρέφονται γύρω από ένα ποιητικό κέντρο), στιγμιότυπα καθημερινά ή και λιγότερο καθημερινά, με ήρωες επινοημένους αλλά αληθινούς… Πρόσωπα που χάνονται ανάμεσα στον κόσμο και τον κόσμο τους, γιατί πέρα από τα χωρικά τους ύδατα ο δρόμος τους είναι στενός και κακοτράχαλος. Κι εκείνοι φοβούνται, απογοητεύονται, αγωνιούν, αλλά επίσης διεκδικούν κάποια απελευθερωτική διέξοδο στον αυτοσαρκασμό, στις αυταπάτες, ακόμα και στην αυτοκαταστροφή τους. Μόνο που, σε αντίθεση ίσως με τη σκληρή πραγματικότητα, στη σφαίρα της μυθοπλασίας υπάρχει πάντα η δυνατότητα να ξαναδούν το έργο εκ του μακρόθεν ή έστω εκ των υστέρων. Ενδεχομένως δε το έργο να (ξανα)γραφτεί τότε και μόνο όταν οι ίδιοι θα είναι πλέον σε θέση να το επαναδιαπραγματευτούν.

Οι μικρές ιστορίες διανθίζονται από σχέδια της ίδιας της συγγραφέα κι αποτελούν μαζί με το εικαστικό κομμάτι ένα ενιαίο σώμα έκφρασης.

Το Κατόπιν εορτής είναι το πρώτο βιβλίο της Φανής Χούρσογλου.