27.12.25

Θάνος Σταθόπουλος • Στα βήματα του Ε. Χ. Γονατά

γράφει ο Θάνος Σταθόπουλους »»

Έπρεπε να περάσουν πολλές δεκαετίες ώσπου ο σπόρος του Ε. Χ. Γονατά να δέσει και ν’ αρχίσει να γεννάει γλυκείς καρπούς στις επόμενες γενιές. Έτσι συμβαίνει κάποτε (όπως θα έγραφε και ο Σεφέρης), επιβεβαιώνοντας, για άλλη μια φορά, την τετριμμένη, πλην ακριβή, θέση, ότι η καλή λογοτεχνία, όσο και αν αποσιωπηθεί στην εποχή της, θα βρει τη θέση της μέσα στο χρόνο και, κυρίως, θα επιδράσει στις μελλοντικές γενιές. Εάν στις δεκαετίες του ’80 και του ’90 ο Αριστείδης Αντονάς και ο γράφων (θα προσέθετα την Αλίνα Πασχαλίδη, εάν συνέχιζε) ήμασταν οι συγγραφείς που δεξιωθήκαμε τ’ όνειρο, το παράδοξο και την ασαφή (όσον αφορά τον εαυτό μου και ελάχιστη) φόρμα του αγαπημένου μας Νώντα, ακολούθησαν τη δεκαετία του 2000 ο Χρήστος Αστερίου, τη δεκαετία του 2010 η Εύα Στεφανή και, τώρα, μία νέα συγγραφέας, ολόλαμπρη κι ολάνθιστη, η Βασιλική Μπίντου, με το θαυμάσιο βιβλίο της Τα γιούλια, από τις εκδόσεις Απόπειρα. Το συστήνω ανεπιφύλακτα.

ΑΡΝΙ 
Μοσχοβολούσε όλος ο κήπος από τις δυο πελώριες ανθισμένες κυδωνιές. Στα φουντωτά τους φυλλώματα είχα κρυφτεί. Τον είδα να σέρνει με δυσκολία το αγαπημένο μου αρνί. Η γιαγιά καθάριζε τα σύνεργα. Τον βοήθησε να φορέσει μια φόρμα και έστρωσε το λευκό τραπεζομάντιλο στο μεγάλο τραπέζι του κήπου. Εκείνος τρόχισε το μαχαίρι κι έπειτα γονάτισε γυρνώντας το κεφάλι του αρνιού προς τον Ουρανό. Με κοίταξε κατάματα. Μ’ ένα σάλτο έπεσα πάνω του και το μαχαίρι μού χαράκωσε βαθιά το πόδι. Αίμα πετάχτηκε ψηλά πιτσιλώντας τα πράσινα φύλλα και τα λευκά άνθη τής κυδωνιάς. Ήταν το Πάσχα που είχα πιστέψει στην Ανάσταση.

Δεν υπάρχουν σχόλια: