Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χούλιο Κορτάσαρ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χούλιο Κορτάσαρ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

23.3.17

Ο φανταστικός κόσμος του Χούλιο

Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος | Fractal,
Τετάρτη 22 Μαρτίου 2017 »»
Τα μυστικά όπλα του Χούλιο Κορτάσαρ,
μτφ: Τάσος Δενέγρης, σελ. 167,
Εκδ. Απόπειρα

Από όλες τις φωτιές, η φωτιά που άναψε ο Χούλιο Κορτάσαρ στις συμβατικότητες της λογοτεχνίας ήταν η πλέον ιδιόμορφη. Δεν κατέφτασε ως ταύρος εν υαλοπωλείω. Δεν διέγραψε μέσα σε μια νύχτα τους προγόνους του, αντιθέτως, και σύμφωνα πάντα με τη θαυμαστή θεωρία του Μπόρχες, τους γέννησε εκ νέου. Η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην προ-Κορτάσαρ εποχή και στην μετά-Κορτάσαρ εποχή είναι αντίστοιχη με εκείνη του Κάφκα. Από την εμφάνισή τους κι ύστερα τίποτα δεν θα μπορούσε να μείνει απαράλλαχτο. Λες κι ένας καλά κρυμμένος κόσμος αναδύθηκε από τα βάθη για να αποκτήσει οντότητα, περίγραμμα και ουσία. Οι Κρονόπιο και Φάμα υπήρχαν, αλλά έμελλε να έρθει ο Κορτάσαρ για να τους δώσει υπόσταση. Τα Αξολότλ κρυφοπερνούσαν ενδεχόμενα στα μυαλά πολλών συγγραφέων, αλλά ουδείς άλλος – πλην του Κορτάσαρ – δεν κατάφερε να κάνει συγκεκριμένη την υφή τους. Ο γνωστός λαβύρινθος του παρισινού μετρό, γνωστός τοις πάσι, απέκτησε μια ακόμη διάσταση στο Οκτάεδρο. Μα, αν υπάρχει ένα έργο που δημιούργησε τον βασικό σπόνδυλο που ενώνει τον Κορτάσαρ με τη φαντασμαγορία μιας άλλης λογοτεχνίας (ένας άλλος τόπος) είναι το επονομαζόμενο στα ελληνικά «Κουτσό». Ένα άκρως πειραματικό μυθιστόρημα που φέρει αριθμημένες παραγράφους, λειτουργεί σε τρία μέρη και ουσιαστικά το ακροτελεύτιο διαβάζεται ως μετά-κείμενο των δύο προηγούμενων. Πρόκειται φυσικά για ένα πείραμα εμπρηστικής ισχύος, το οποίο άνοιξε έναν ακόμη δρόμο ήκιστα λογοτεχνικό. Επηρεασμένος από την τζαζ μουσική, ο Κορτάσαρ δανείστηκε τα ριφ και τους δρόμους της για να συνθέσει ένα κείμενο που πατάει περισσότερο σε νότες και γυρίσματα και λιγότερο σε λογοτεχνικούς, συντακτικούς ή γραμματολογικούς κανόνες. Γνωρίζοντας πρόσωπα και καταστάσεις μπορούμε, δικαίως, πλέον να σημειώσουμε πως το «μπουμ» της λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας στηρίζεται σε τέσσερις σημαντικούς πυλώνες: τον Κορτάσαρ, τον Φουέντες, τον Γιόσα και φυσικά τον Μαρκές.

28.2.17

Έβγαλε από την αφάνεια τη λατινοαμερικανική λογοτεχνία

γράφει ο Φίλιππος Φιλίππου | The Books’ Journal #74,
Φεβρουάριος 2017 »»

Julio Cortázar, Τα μυστικά όπλα, μετάφραση από τα γαλλικά: Τάσος Δενέγρης, Απόπειρα, Αθήνα 2016, 168 σελ.
 

Ο Χούλιο Κορτάσαρ, το 1968 στους κήπους της UNESCO, στο Παρίσι.
Ο Χούλιο Κορτάσαρ, το 1968
στους κήπους της UNESCO,
στο Παρίσι
.

Ήταν ο αγαπημένος του Αντονιόνι και του Γκοντάρ. Λάτρεψε τον Κάστρο, ιδίως μετά το 1959. Μαζί με τον Φουέντες, τον Λιόσα και τον Μάρκες ήταν η «θρυλική τετράδα» της λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας. Η αναγνώριση ήρθε από την Ευρώπη. Περίμενε, πιθανόν, το Νόμπελ, το οποίο δεν πήρε ποτέ. Αλλά υπήρξε και παραμένει βαθύτατα επιδραστικός, γι’ αυτό και έχει συνεχώς οπαδούς της λογοτεχνίας του, που συνεχώς διευρύνονται. [TBJ]

Η νίκη και η εδραίωση της κουβανικής επανάστασης το 1959 συγκέντρωσε το ενδιαφέρον του κόσμου, δίνοντας στους λαούς της λατινικής Αμερικής μια νέα συνείδηση της ταυτότητάς  τους. Για πρώτη φορά, φυσιογνωμίες όπως ο Φιντέλ Κάστρο και κυρίως ο Ερνέστο (Τσε) Γκεβάρα, απέκτησαν διαστάσεις συμβόλων σε ολόκληρο τον πλανήτη. Την ίδια εποχή, παρατηρήθηκε και η εστίαση της προσοχής των διανοουμένων στη λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία, η οποία, παρά τα επιτεύγματά της και τα μεγάλα ονόματα που την είχαν υπηρετήσει (Αλέχο Καρπεντιέρ, Μιγκέλ Άνχελ Αστούριας, Ερνέστο Σάμπατο, Πάμπλο Νερούδα, Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Οκτάβιο Πας, Χουάν Ρούλφο), δεν είχε αποκτήσει διεθνές διαβατήριο. Σαν αποτέλεσμα συνωμοσίας, ή σαν ξαφνική δημοσιογραφική καταιγίδα, οι πιο έγκυρες λογοτεχνικές επιθεωρήσεις της Βαρκελώνης, τα λογοτεχνικά ένθετα των εφημερίδων Νέας Υόρκης και οι πρώτες σελίδες των περιοδικών της λατινικής Αμερικής, άρχισαν να μιλάνε για μια έκρηξη, το περίφημο μπουμ του λατινοαμερικανικού μυθιστορήματος.

Τέσσερα ήταν τα ονόματα που φιγουράριζαν στα άρθρα, στις κριτικές και στις παρουσιάσεις των πιο πάνω εντύπων: του Αργεντινού Χούλιο Κορτάσαρ, του Περουβιανού Μάριο Βάργας Λιόσα, του Μεξικανού Κάρλος Φουέντες και του Κολομβιανού Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες. Οι ειδικοί πίστευαν πως βρίσκονταν μπροστά σ’ ένα φαινόμενο που είχε ιδιαίτερη συμβολή στην παγκόσμια λογοτεχνία, καθώς οι πωλήσεις των βιβλίων τους έσπασαν όλα τα μέχρι τότε ρεκόρ καιέφτασαν τα 100.000, τα 500.000, ακόμα και το ένα εκατομμύριο αντίτυπα! ως αποτέλεσμα αυτής της επιτυχίας ήταν η εμφάνιση και η καθιέρωση κι άλλων λατινοαμερικανών συγγραφέων, μικρότερης εμβέλειας (Χοσέ Δενόσο, Γκιγιέρμο Καμπρέρα Ινφάντε, Μανουέλ Πουίγκ), που συνέβαλαν στη δημιουργία ενός μυθιστορηματικού κόσμου, πλούσιου σε αποχρώσεις και δυναμισμό.

Δύο από τους τέσσερις συγγραφείς του μπουμ κάποια στιγμή άρχισαν να γράφουν μακριά από την πατρίδα τους. Ο πρώτος, ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, αναγκάστηκε να εξοριστεί εξαιτίας της συμπάθειάς του για την κουβανική επανάσταση. Ο δεύτερος, ο Χούλιο Κορτάσαρ, είδε πολλά από τα έργα του να απαγορεύονται στην πατρίδα του την Αργεντινή, κι αργότερα η κυβέρνηση του Φρανσουά Μιττεράν τού έδωσε τη γαλλική υπηκοότητα, ύστερα από τη συμμετοχή του σε έναν συλλογικό τόμο (Argentina: Como matar  la cultura – Αργεντινή: πώς δολοφονείται η κουλτούρα), που εκδόθηκε το 1981. Αμφότεροι είχαν γοητευτεί από τα όσα πρωτόγνωρα γίνονταν στην Κούβα. Κι ο μεν Κορτάσαρ, που έγινε ένθερμος οπαδός του Κάστρο σ’ ένα ταξίδι του στην Κούβα το 1963, αργότερα απογοητεύτηκε  από τα πεπραγμένα της επανάστασης και κράτησε τις αποστάσεις του, ο δε Μάρκες παρέμεινε μέχρι το τέλος πιστός στον ηγέτη της.
Η κουβανική επανάσταση, παρά τις αντιφάσεις της, είχε στην αρχή σημαντική επιρροή στους λατινοαμερικανούς συγγραφείς που αντρώθηκαν τη δεκαετία του 1960. Η πολιτική της Κούβας στον πολιτισμό αύξησε το γόητρο της λογοτεχνίας της λατινικής Αμερικής και συνετέλεσε στη συνειδητοποίηση των κοινωνικών προβλημάτων. Ήταν η εποχή που η ένοπλη σύγκρουση με τα δικτατορικά καθεστώτα της ηπείρου θεωρούνταν ο μόνος δρόμος για την καταπολέμηση της αδικίας και οι λογοτέχνες στρατεύονταν στον κοινό αγώνα. Με αυτό το σκεπτικό, ο Κορτάσαρ, εκτός από θαυμαστής της κουβανικής επανάστασης, έγινε ένθερμος υποστηρικτής της σοσιαλιστικής κυβέρνησης του Σαλβαδόρ Αλιέντε στη Χιλή και, αργότερα, του καθεστώτος των Σαντινίστας στη Νικαράγουα.

Κατακτώντας τη λογοτεχνία

Ο Χούλιο Κορτάσαρ γεννήθηκε, με το όνομα Jules Florencio, στις Βρυξέλλες, στις 26 Αυγούστου 1914, από γονείς Αργεντινούς. Το 1919, η οικογένειά του μετακόμισε στο Μπουένος Άυρες, αλλά ύστερα από λίγο ο πατέρας του, διπλωματικός υπάλληλος, τους εγκατέλειψε και ο μικρός Χούλιο ανατράφηκε σ’ ένα σκοτεινό σπίτι, όπου δέσποζαν οι γυναίκες. Τότε η πολύγλωσση μητέρα του, λάτρις των βιβλίων, τον παρότρυνε να διαβάσει τον συνονόματό του Ιούλιο Βερν. Δώδεκα ετών ήξερε  άριστα γαλλικά, ώστε διάβαζε στο πρωτότυπο τον Μονταίνιο. Την ίδια εποχή είχε ανακαλύψει τον Έντγκαρ Άλαν Πόε,  τον Ρόμπερτ Λιούις Στίβενσον  και τον  Σαίξπηρ  κι έμαθε αγγλικά για να τους διαβάζει στη γλώσσα τους.

Στα γράμματα εμφανίστηκε το 1938  με μια  ποιητική συλλογή, αλλά αργότερα στράφηκε στην πεζογραφία. Για λίγο εργάστηκε ως καθηγητής γαλλικής φιλολογίας στο πανεπιστήμιο της Μεντόσα, αλλά παραιτήθηκε λόγω πιέσεων των περονιστών. Αυτή την εποχή, χάρη στον Μπόρχες, δημοσίευσε στο περιοδικό Χρονικά του Μπουένος Άυρες τις πρώτες ιστορίες του: φανταστικές, ονειρικές, σουρεαλιστικές. Το 1951, τα διηγήματα εκδόθηκαν σ’ ένα τόμο με τίτλο Bestiario. Είχαν σαφείς επιρροές από τον μέντορά του, τον Μπόρχες. Την ίδια χρονιά, νιώθοντας την καταπίεση του περονικού καθεστώτος, εγκατέλειψε την Αργεντινή μαζί με άλλους διανοουμένους  και εγκαταστάθηκε  στη Γαλλία. Εκεί εργάστηκε στην Ουνέσκο ως μεταφραστής  και δημοσίευσε αρκετά βιβλία με διηγήματα και νουβέλες. Μεγάλος λάτρης της τζαζ, έπαιξε τρομπόνι σε διάφορες ορχήστρες. Το  1959 εξέδωσε τη συλλογή Τα μυστικά όπλα, που περιλάμβαναν πέντε ιστορίες. Η συλλογή μεταφράστηκε στην ελληνική γλώσσα το 1990 σε μετάφραση του Τάσου Δενέγρη, μόνο που από αυτήν έλειπε η νουβέλα Ο κυνηγός που εκδόθηκε αυτόνομα σε μετάφραση της Μάγιας Μαρίας Ρούσου (Απόπειρα, 1988). Ο κυνηγός του τίτλου ονόματι Τζόνι Κάρτερ είναι ο σπουδαίος μαύρος σαξοφωνίστας Τσάρλι Πάρκερ, για τη ζωή του οποίου στο Παρίσι  στα μέσα της δεκαετίας του 1950 μιλάει ο φίλος του ο Μπρούνο, μουσικοκριτικός  το επάγγελμα, μια περσόνα του Κορτάσαρ.

Τα τέσσερα εκείνα διηγήματα επανεκδόθηκαν πρόσφατα από την Απόπειρα με τον ίδιο τίτλο. Όλα έχουν ήρωες καθημερινούς ανθρώπους που ζουν σε μια περίεργη κατάσταση με φαντασιώσεις και έμμονες ιδέες. Το πρώτο, το «Γράμματα της μαμάς», είναι η ιστορία του Λουίς που ζει στο Παρίσι με τη γυναίκα του τη Λάουρα και θυμάται με νοσταλγία την πατρίδας του με την οποία τον δένουν ασφυκτικά τα γράμματα της μητέρας του. Μέσα στα γράμματα όμως υπάρχουν κρυμμένα οικογενειακά μυστικά που, αν αποκαλυφθούν, μπορούν ν’ αλλάξουν τη σχέση του Λουίς με τη Λάουρα, οπότε μερικά ψέματα είναι αναγκαία. Διότι η κοπέλα ήταν αρραβωνιαστικιά του αδελφού του, ο οποίος έχει πεθάνει. Στο δεύτερο διήγημα, «Η καλή εξυπηρέτηση», μια γυναίκα που εκτελεί βοηθητικές δουλειές σε σπίτια δέχεται την πρόταση ενός κυρίου να υποδυθεί έναντι αμοιβής την τεθλιμμένη μητέρα ενός εκλιπόντος, ώστε οι άνθρωποι που παραβρέθηκαν  στην κηδεία του να μείνουν με καλές εντυπώσεις. Το τρίτο διήγημα, «Τα σάλια του διαβόλου», το πιο ενδιαφέρον απ’ όλα, έχει έναν αφηγητή, ο οποίος φωτογραφίζει με τη μηχανή του μια σκηνή με μια γυναίκα, ένα παιδί κι έναν άντρα που τους παρακολουθεί. Το παιδί φοβάται ή όχι; Και γιατί η γυναίκα απαιτεί να της δώσει το φιλμ; Όταν εμφανίζει το φιλμ στο εργαστήριό του, διαπιστώνει ότι ο άντρας ήταν ο πρωταγωνιστής της σκηνής, κάτι που δεν είχε προσέξει. Το τέταρτο διήγημα, «Τα μυστικά όπλα», αναφέρεται σε μια γυναίκα, η οποία συνδέεται μ’ έναν άντρα, αλλά οι ερωτικές συναντήσεις τους είναι παράξενες, μοιάζουν με σκηνές ονείρου ή με παραίσθηση· στο τέλος μαθαίνουμε για ένα έγκλημα. «Τα σάλια του διαβόλου» διασκευάστηκαν από τον Μικελάντζελο Αντονιόνι, μετατράπηκαν στο σενάριο της θρυλικής ταινίας του Blow Up (1966).

Την καθολική αναγνώριση ως συγγραφέας ο Κορτάσαρ την δέχτηκε το 1963 με το επιβλητικό μυθιστόρημα Το κουτσό, εξαιτίας του οποίου ο Κάρλος Φουέντες το χαρακτηρίσει Σιμόν Μπολίβαρ (ήταν ο απελευθερωτής της ηπείρου από την ισπανική κυριαρχία) της λατινοαμερικανικής αφήγησης – διότι την απελευθέρωσε από τον φαρισαϊσμό και τον επαρχιωτισμό της. Μόλις μεταφράστηκε στα γαλλικά και στ’ αγγλικά, οι ξένοι κριτικοί το χαρακτήρισαν ως «το πρώτο μεγάλο  μυθιστόρημα» της λατινικής Αμερικής και τον συγγραφέα του ως τον «πρώτο μεγάλο μυθιστοριογράφο ολόκληρης της ηπείρου». Το Κουτσό είναι η ιστορία του Οράσιο Ολιβέιρα, ενός Αργεντινού που ζει στο Παρίσι, με τη Μάγα, την Ουρουγουανή. Αργότερα, ο Οράσιο (σε ορισμένα κεφάλαια είναι ο αφηγητής, σε άλλα έχουμε τριτοπρόσωπη αφήγηση), αφήνει τη Μάγα με έναν φίλο του τον Γκρεγκορόβιους, και φεύγει για το Μπουένος Άιρες, όπου ξανασμίγει με μια παλιά του φιλενάδα, κάνοντας παρέα με το φίλο του, Τράβελερ, και τη γυναίκα του, Ταλίτα, η οποία του θυμίζει τη Μάγα. Στο τρίτο μέρος του μυθιστορήματος υπάρχει ένα ετερόκλητο υλικό από σκόρπιες σκέψεις, αυτοβιογραφικά επεισόδια, κεφάλαια από μυθιστορήματα, αποσπάσματα από βιβλία και πολλά άλλα στοιχεία που συνδέονται με το παραμύθι της λογοτεχνίας. Υποτίθεται πως η επιλογή τους και ο σχολιασμός έχουν γίνει απόν ένα πρωτοποριακό συγγραφέα, τον Μορέλι, που τον θαυμάζει ο Οράσιο.

Το Κουτσό θεωρείται δύσκολο βιβλίο, καθώς η ροή των γεγονότων δεν είναι ομαλή και ο αναγνώστης νομίζει πως βρίσκεται μπροστά σ’ έναν αφηγηματικό λαβύρινθο από όπου δυσκολεύεται να βγει. Η αναγνωστική δυσκολία του μυθιστορήματος του Κορτάσαρ δεν το έκανε μπεστ σέλερ ανά τον κόσμο, όπως συνέβη με το Εκατό χρόνια μοναξιά του Μάρκες (1967) το οποίο έγινε παγκόσμιος θρύλος, χαρίζοντας στον συγγραφέα του το Νόμπελ λογοτεχνίας το 1982. Ούτε Ο θάνατος του Αρτέμιο Κρους (1962)  του Κάρλος Φουέντες έγινε μπεστ σέλερ και ο δημιουργός του δεν πήρε το Νόμπελ που το άξιζε. Όμως, ο Μάριο  Βάργας λιόσα, που εξέδωσε το Η πόλη και τα σκυλιά (1963), ήταν ο δεύτερος από την τετράδα του μπουμ που το έλαβε το 2010, κάπως καθυστερημένα. Ήδη η μεγάλη απήχηση του έργου των τεσσάρων του μπουμ οδήγησε τη σουηδική ακαδημία να δώσει το 1967 το Νόμπελ λογοτεχνίας σ’ έναν άλλο Λατινοαμερικανό, τον Μιγκέλ Άνχελ Αστούριας από τη Γουατεμάλα, ο οποίος είχε γεννηθεί τον προηγούμενο αιώνα και το κυριότερο μυθιστόρημα του, Ο κύριος πρόεδρος, εκδόθηκε το 1943.

Αγαπημένος του Γκοντάρ και του Αντονιόνι

Ο Χούλιο Κορτάσαρ στα έργα του δείχνει πως έχει αφομοιώσει τις ανανεωτικές τεχνικές του σύγχρονου αφηγήματος, συνδυάζοντας τη φαντασία με την πραγματικότητα. ωστόσο, από αυτά απουσιάζει ο μαγικός ρεαλισμός του Μάρκες, αφού ασχολείται κυρίως με τα προβλήματα  των ανθρώπων στα μεγάλα αστικά κέντρα. Στην ουσία, ο συγγραφέας θεωρεί τη λογοτεχνία παιγνίδι με λέξεις, γι’ αυτό τα έργα του περιέχουν ποίηση και χιούμορ, ένα άθροισμα από ειρωνεία, ασυναρτησίες, αυτοκριτική και παράξενες εικόνες. Ας σημειώσουμε πως εκτός από τον Αντονιόνι, ένας ακόμα πολυσυζητημένος σκηνοθέτης του 20ού αιώνα, ο Ζαν-Λυκ Γκοντάρ, χρησιμοποίησε ένα διήγημα του Κορτάσαρ για να γυρίσει μια ταινία: το Week End που βασίστηκε στο διήγημά του «Ο αυτοκινητόδρομος του Νότου». Επίσης, τρία διηγήματά του έγιναν κινηματογραφικές ταινίες από τον Αργεντινό σκηνοθέτη Μανουέλ Αντίν, ανάμεσά τους και το «Γράμματα από τη μαμά».

Διαβάσαμε για τον Κορτάσαρ

• Στο περιοδικό Λατινική Αμερική, αρ. 1, Δεκέμβριος 1982, δημοσιεύτηκε το άρθρο «Η λογοτεχνία στον ρυθμό της ιστορίας» του Αντόνιο Αβαρία, καθηγητή στο πανεπιστήμιο της Βρέμης, διευθυντή της επιθεώρησης του Γερμανικού Ιδρύματος για τη Διεθνή Ανάπτυξη, με θέμα τη λογοτεχνία της Λατινικής Αμερικής.
• Στο Κουτσό, Εξάντας, 1988, υπάρχει μια κατατοπιστική  εισαγωγή του μεταφραστή Κώστα Κουντούρη.

15.1.17

Το «μυστικό» του Κορτάσαρ

γράφει ο Γιάννης Παπαγιάννης | Η Αυγή,
Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2017 »»

Χούλιο Κορτάσαρ, Τα μυστικά όπλα, Απόπειρα,
μετάφραση Τάσος Δενέγρης, σσ. 167

Παρ’ ότι ως απαρχή του μεταμοντερνισμού θεωρείται το «The bas seed factor» (1960) του John Barth, υπό την έννοια της κατάλυσης της σοβαρότητας ή σοβαροφάνειας τόσο του κλασσικισμού όσο και του μοντερνισμού και της υπονόμευσης των αφηγηματικών κανόνων, ο Χούλιο Κορτάσαρ ήταν ο συγγραφέας που με το «La Rayela» (1963), που αναπόφευκτα κι ανεπιτυχώς μεταφράστηκε στα ελληνικά ως «Το κουτσό», θεμελίωσε τη μεταμοντέρνα πεζογραφία και της έδωσε το βασικό της χαρακτηριστικό, που είναι η δυνατότητα του αναγνώστη να παρέμβει στο κείμενο. Τα μυστικά όπλα είναι ένα βιβλίο με τέσσερα διηγήματα του συγγραφέα και αποτελεί τριπλό καλό: πρώτον είναι ένα βιβλίο του Κορτάσαρ, δεύτερον γιατί η μετάφραση είναι του ποιητή και μεταφραστή Τάσου Δενέγρη (1934–2009) και τρίτον γιατί περιλαμβάνει το διήγημα «Τα σάλια του διαβόλου» από το οποίο πήρε τη βασική ιδέα ο Αντονιόνι για μία από τις πιο γνωστές του ταινίες, το Blow up.

18.11.16

Ειρήνη Σταματοπούλου • Κορτάσαρ, Αντονιόνι, μυστικά και ανείπωτα

γράφει η Ειρήνη Σταματοπούλου | ο αναγνώστης,
Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2016 »»


«Αφηγείσαι την αυτοβιογραφία σου με τις αποχρώσεις της ζωής σου κι όχι μόνο με τις αποχρώσεις των γεγονότων» — Μικελάντζελο Αντονιόνι[1]
Μοιάζει παράδοξο να ξεκινάει να μιλήσει κανείς για έναν σπουδαίο λογοτέχνη παραπέμποντας σε έναν (μεγάλο) κινηματογραφιστή, η αφορμή δίνεται όμως από το αφήγημα του Κορτάσαρ «Τα σάλια του διαβόλου», στο οποίο βασίζεται το «Blow up», μια από τις γνωστότερες ταινίες του Ιταλού υπαρξιστή της μεγάλης οθόνης, και περιλαμβάνεται στη συλλογή Τα μυστικά όπλα που κυκλοφόρησε πρόσφατα (και μετά από 26 χρόνια) σε επανέκδοση από τις εκδόσεις «Απόπειρα».
Αναφερόμενος στην τέχνη του όπως και στην έννοια του σεναρίου, ο Αντονιόνι θα την χαρακτηρίσει κάπου ως την προσπάθεια «να δίνεις λέξεις σε γεγονότα που τις απαρνούνται» και να αφηγηθείς τις αλήθειες μιας ταινίας κάνοντας ταυτόχρονα να σωπάσουν όλες οι άλλες αλήθειες που ξεπηδούν από το περιθώριο και σε πιέζουν με δύναμη.[2] Σε κάποια συνέντευξή του σημειώνει χαρακτηριστικά: «Γνωρίζουμε ότι κάτω από την εικόνα που αποκαλύπτουμε υπάρχει μια άλλη, πιο πιστή στην πραγματικότητα, και κάτω απ’ αυτήν υπάρχει ακόμα μια άλλη, και ξανά μια άλλη κάτω από την τελευταία. Ως την αληθινή εικόνα εκείνης της απόλυτης, μυστηριώδους πραγματικότητας, που κανένας δεν θα δει ποτέ. Ή ίσως ακόμη, ως την αποσύνθεση οποιασδήποτε εικόνας, οποιασδήποτε πραγματικότητας».[3]

11.10.16

Ο κυνηγός του Julio Cortázar

Γράφει η Δέσποινα Δημητριάδη | savoir ville,
Τρίτη 11 Οκτωβρίου 2016 »»

Χούλιο Κορτάσαρ, Ο κυνηγός, Απόπειρα, 2016

Όταν δεν είσαι σίγουρος για τίποτα, το καλύτερο είναι να δημιουργείς υποχρεώσεις σαν σωσίβια.
Η σύντομη και τόσο ενδιαφέρουσα νουβέλα, Ο κυνηγός του Julio Cortázar, που επανακυκλοφόρησε μετά από 26 κοντά χρόνια από τις Εκδόσεις Απόπειρα, αναφέρεται σε μία πολύ ιδιαίτερη προσωπικότητα του μουσικού στερεώματος που δεν είναι άλλη από τον Charlie Parker.

Ο Charlie “Bird” Parker, ήταν ένας εξαιρετικά σημαντικός μουσικός που κυριάρχησε στις αρχές της δεκαετίας του ’40. Αν και έχασε τη ζωή του σε αρκετά νεαρή ηλικία — μόλις στα 35 του χρόνια — εξαντλημένος από τις καταχρήσεις που έκανε σε αλκοόλ και ηρωίνη, κατάφερε να πετύχει κάτι που ήταν υπερθετικά δύσκολο στην εποχή του, αφήνοντας έτσι πίσω του μια ανεκτίμητη παρακαταθήκη μουσικής κουλτούρας. Ο πάντα ασυμβίβαστος και ακραίος Parker, χάραξε για πάντα το σημάδι του στην μουσική ιστορία αλλάζοντας καθοριστικά την τοποθέτηση της Jazz μουσικής. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στην αφήγησή του ο Julio Cortázar, το πέρασμά αυτού του συναρπαστικού καλλιτέχνη από την μουσική jazz σκηνή ήταν “σαν ένα χέρι που κάνει τη σελίδα να γυρίσει, και τελείωσε”.

Χούλιο Κορτάσαρ • Τα μυστικά όπλα


Διηγήματα
Μετάφραση: Τάσος Δενέγρης
σχήμα 13 × 20,5 εκ., σσ. 167,
έκδοση χαρτόδετη,
ISBN: 978-960-7034-25-2
Απόπειρα, δεύτερη έκδοση, Οκτώβριος 2016
Λ.Τ. 12 € (+ΦΠΑ)
Η συλλογή Τα μυστικά όπλα περιλαμβάνει τέσσερα έξοχα δείγματα του ανυπέρβλητου αφηγηματικού ταλέντου του Χούλιο Κορτάσαρ και της τεχνικής του να κρατά καθηλωμένο τον αναγνώστη. Ανάμεσά τους και το πιο γνωστό του διήγημα: «Τα σάλια του διαβόλου», από το οποίο ο Μικελάντζελο Αντονιόνι δανείστηκε την ιδέα για την ταινία του Blow Up.
Έχοντας πίσω του μια ισχυρή λογοτεχνική παράδοση, και κυρίως τον Χ. Λ. Μπόρχες, ο Χούλιο Κορτάσαρ ακολούθησε με εξαιρετική επιτυχία τις δικές του αισθητικές αναζητήσεις.
Ο κόσμος που περιβάλλει τους απλούς καθημερινούς ανθρώπους των διηγημάτων του αποτελείται από ένα αξεδιάλυτο μείγμα πραγματικότητας και φαντασίας, μέσα στο οποίο οι άνθρωποι παρασύρονται σαν σε όνειρο. Πίσω από τη συνηθισμένη ζωή τους κρύβονται άντρες και γυναίκες που ζουν αυτοεξόριστοι στις φαντασιώσεις τους, προσκολλημένοι σε έμμονες ιδέες, αφημένοι στωικά στα χέρια τραγικών συμπτώσεων.
Στη δική μου περίπτωση το διήγημα είναι κάτι σαν κεραυνός που με χτυπά από τα στρώματα του ασυνείδητου. Πολλά από τα διηγήματά μου είναι όνειρα, καμιά φορά όνειρα που βλέπω με ανοικτά τα μάτια στο φως της μέρας. — Χούλιο Κορτάσαρ

8.3.15

Ο αξιοπρεπής Μπρούνο και ο δύσκολος Τζόνι...

Γράφει ο Κωνσταντίνος Χατζηνικολάου | Καθημερινή,
Κυριακή 8 Μαρτίου 2015 »» 

ΧΟΥΛΙΟ ΚΟΡΤΑΣΑΡ
Ο κυνηγός
μτφρ.: Μάγια-Μαρία Ρούσσου
εκδ. Απόπειρα

Ο Τσάρλι Πάρκερ, πηγή έμπνευσης για τον Χούλιο Κορτάσαρ στον «Κυνηγό».
Ο Τσάρλι Πάρκερ, πηγή έμπνευσης για τον Χούλιο Κορτάσαρ στον «Κυνηγό».

Είναι ο Μπρούνο και είναι ο Τζόνι. Είναι ο Τζόνι και ο Μπρούνο. Και μετά είναι η Ντεντέ, η Τίκα, ο Αρτ, ο Μαρσέλ και κάποιοι ακόμη.

Ο Μπρούνο είναι κριτικός της τζαζ, ο Τζόνι είναι μουσικός της τζαζ και μια τεράστια θάλασσα τους χωρίζει. Ο Μπρούνο έχει γράψει μία βιογραφία για τον Τζόνι, κι αν ο Μπρούνο μπορεί να πιαστεί από το βιβλίο του, από τις πωλήσεις του βιβλίου του και την υποδοχή του από το κοινό, ο Τζόνι δεν ξέρει από πού να κρατηθεί. Ο Τζόνι είναι ναρκομανής, συνήθως δεν μπορεί ν’ αντεπεξέλθει στο πρόγραμμα των συναυλιών του, και είναι συναισθηματικά ασταθής (γιατί, όπως λέει ο Μπρούνο, στην περίπτωσή του η ερωτική επιθυμία υπερβαίνει την ευχαρίστηση και την εξουδετερώνει), ενώ ο Μπρούνο έχει τη δουλειά του, την αξιοπρέπειά του και τη γυναίκα του. Ο Μπρούνο όμως αγαπάει τον Τζόνι και εξίσου τον ζηλεύει. Γιατί όταν ο Τζόνι εμφανίστηκε στο μουσικό προσκήνιο, ήταν σαν να έγινε στην τζαζ μια κρύα υπόκωφη έκρηξη, που όμως δεν άφησε κομματιασμένα σώματα (λέει ο Μπρούνο), εκτός από το σώμα του ίδιου του Τζόνι (θα προσθέσω εγώ).

12.2.15

Ο Χούλιο Κορτάσαρ στο Παρίσι

Ο τάφος του Χούλιο Κορτάσαρ (1914–1984) στο Cimetière de Montparnasse. Δίπλα του η γυναίκα του Αμερικανίδα φωτογράφος και συγγραφέας Carol Dunlop (1947–1982).

J Cortazar - Cementerio
φωτ.: Μαρία Ινές Κάρπι

25.1.15

Κυνηγώντας τον Τσάρλι Πάρκερ

Γράφει ο Θανάσης Μήνας | ο αναγνώστης,
25 Ιανουαρίου 2015 »»

«Μετά το πέρασμα του Τζόνυ από το άλτο σαξόφωνο δεν μπορείς να ακούς τους προηγούμενους μουσικούς και να πιστεύεις πως είναι non plus ultra∙ πρέπει να συμμορφωθούμε με εκείνο το είδος της μεταμφιεσμένης υποταγής που λέγεται ιστορικό αίσθημα και να πούμε πως ο καθένας από κείνους τους μουσικούς υπήρξε εκπληκτικός και εξακολουθεί να είναι για τον καιρό του. Ο Τζόνυ πέρασε από την τζαζ σαν ένα χέρι που κάνει τη σελίδα να γυρίσει, και τελείωσε».

birdΟι παραπάνω γραμμές προέρχονται από τις σελίδες του βιβλίου Ο Κυνηγός του Χούλιο Κορτάσαρ (Το Κουτσό, Το βιβλίο του Μανουέλ κλπ.). Η νουβέλα εκδόθηκε για πρώτη φορά στα ελληνικά το 1988 από την Απόπειρα, σε μετάφραση της ποιήτριας Μάγιας Μαρίας Ρούσσου και επανεκδόθηκε πρόσφατα.

Με το όνομα Τζόνυ (Κάρτερ), ο Αργεντίνος συγγραφέας φωτογραφίζει στη νουβέλα του τον σαξοφωνίστα της τζαζ Charlie Parker. Το βιβλίο γράφτηκε το 1959, τέσσερα χρόνια μετά τον πρόωρο θάνατο του επονομαζόμενου Bird σε ηλικία τριάντα ετών. Στο σύντομο αυτό διάστημα, ο Parker πράγματι πέρασε σαν σίφουνας από το κοσμοδρόμιο της τζαζ, γύρισε για πάντα τη σελίδα της και επαναχάραξε με εμφατικό τρόπο την ιστορία της, χωρίζοντάς τη στην  προ και μετά του be bop εποχή.

13.10.14

Χούλιο Κορτάσαρ • Ο κυνηγός

νουβέλα
Επετειακή επανέκδοση
Julio Cortázar (1914–1984)
100 años

Αντί Εισαγωγής: Gabriel García Márquez, «Julio Cortázar»
Μετάφραση: Μάγια Μαρία Ρούσσου
σσ. 126, σχήμα 13× 20,5 εκ.,
έκδοση χαρτόδετη,
I S B N 978-960-7034-00-7,
δεύτερη έκδοση, Απόπειρα, Οκτώβριος 2014
(πρώτη έκδοση: Σεπτέμβριος 1988)

Χούλιο Κορτάσαρ • Ο κυνηγός
Αυτή η τζαζ απορρίπτει κάθε εύκολο ερωτισμό, κάθε βαγκνερισμό […], για να τοποθετηθεί σ’ ένα πλαίσιο φαινομενικά χαλαρό, όπου η μουσική μένει σε απόλυτη ελευθερία, έτσι όπως η ζωγραφική λυτρωμένη από την παραστατικότητα απομένει ελεύθερη για να μην είναι παρά ζωγραφική.
Ο Τζόνυ Κάρτερ (που στο πρόσωπό του οι φίλοι της τζαζ θα αναγνωρίσουν τον μεγάλο σαξοφωνίστα Charlie «Bird» Parker) δεν είναι το θύμα, ένας κυνηγημένος όμως νομίζει όλος ο κόσμος. Ο Τζόνυ Κάρτερ κυνηγά αντί να κυνηγιέται. Και όλα όσα του συμβαίνουν στη ζωή είναι οι ατυχίες του κυνηγού κι όχι του ζώου που καταδιώκεται.
Κανείς δεν ξέρει τι κυνηγά ο Τζόνυ, αλλά έτσι είναι, βρίσκεται εδώ, στη μουσική του, στα ναρκωτικά, στα παράλογα λόγια του, στα ποιήματα του Ντύλαν Τόμας, σ’ ολόκληρο τον φτωχοδιάβολο που είναι ο Τζόνυ και που τον μεγαλύνει και τον μετατρέπει σ’ ένα ζωντανό παραλογισμό, σ’ έναν κυνηγό δίχως χέρια και πόδια.

26.8.14

Gabriel García Márquez • Χούλιο Κορτάσαρ (1914–1984)

Συμπληρώνονται σήμερα 100 χρόνια από τη γέννηση του Χούλιο Κορτάσαρ. Η Απόπειρα θα επανακυκλοφορήσει σε επετειακή έκδοση τη νουβέλα του Ο κυνηγός ετάφραση: Μάγια-Μαρία Ρούσσου, πρώτη έκδοση, Απόπειρα, 1988) – ένα φόρο τιμής στον σαξοφωνίστα Charlie «Bird» Parker. Από την έκδοση αυτήν προδημοσιεύουμε σήμερα το κείμενο του Γκαρσία Μάρκες για τον μεγάλο Αργεντινό.

Cortazar-

Η τελευταία φορά που πήγα στην Πράγα ήταν πριν από δεκαπέντε χρόνια με τον Κάρλος Φουέντες και τον Χούλιο Κορτάσαρ. Ταξιδεύαμε με τρένο από το Παρίσι – εξαιτίας του κοινού μας φόβου για τα αεροπλάνα – και μιλήσαμε για τα πάντα καθώς διασχίσαμε τη διαιρεμένη νύχτα των δύο Γερμανιών, προσπερνώντας ωκεανούς χωραφιών με ζαχαρότευτλα, βιομηχανίες κάθε είδους, τα ρήγματα φριχτών πολέμων και βίαιων ερώτων.

Ακριβώς όταν σκεφτόμαστε να κοιμηθούμε, ήρθε του Κάρλος Φουέντες να ρωτήσει τον Κορτάσαρ πώς, πότε και με τίνος την πρωτοβουλία μπήκε το πιάνο στην jazz band. Ήταν μια τυχαία ερώτηση που σκόπευε να αποσπάσει το πολύ πολύ μια ημερομηνία κι ένα όνομα, αλλά η απάντηση ήταν μια λαμπρή παράσταση, μια διάλεξη, ανάμεσα σε χοτ-ντογκς και τσιπς και τεράστια ποτήρια μπίρας, που κράτησε ως τα χαράματα. Ο Κορτάσαρ, που ήξερε να ζυγίζει τα λόγια του, μας έδωσε, εύγλωττα και απλά μια αισθητική και ιστορική αναπαράσταση της τζαζ, που κορυφώθηκε, με την ανατολή του ήλιου, σαν μια ορμητική απολογία για τον Thelonious Monk. Δεν μίλησε μόνο με τη βαθιά του και ηχηρή φωνή, με τα τραβηγμένα ρ, αλλά και τα χοντροκόκαλα χέρια του, πιο εκφραστικά απ’ όλα τα χέρια που μπορώ να θυμηθώ. Ούτε ο Κάρλος Φουέντες ούτε εγώ θα ξεχάσουμε ποτέ τις εκπλήξεις εκείνης της ανεπανάληπτης νύχτας.

28.11.08

Χούλιο Κορτάσαρ • Έρωτας & επανάσταση

Ένας συγγραφέας ξέχειλος από ευφυΐα και γεμάτος πάθος και παιγνιώδες χιούμορ
Γράφει η Κατερίνα Σχινά | «Βιβλιοθήκη»,
Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2008 »»