12.3.26

Κική Αραβίδου • Το πιο ώριμο βιβλίο της Θέδας

Να ευχαριστήσω αρχικά τη συγγραφέα, τη Θέδα Καϊδόγλου, για την τιμή να συμμετέχω σήμερα στην παρουσίαση του βιβλίου μαζί με τόσο αξιόλογα άτομα που εκτιμώ ιδιαίτερα. Ταυτόχρονα μου έδωσε την ευκαιρία να εντρυφήσω παραπάνω στο βιβλίο και να ψάξω λίγο περισσότερο από τα προφανή επίπεδα. Το Genitorax είναι από τα πιο ώριμα βιβλία της Θέδας, κατά τη γνώμη μου. Και ενώ είναι τόσο ευκολοδιάβαστο και δεν θες να το αφήσεις μέχρι να το τελειώσεις από την άλλη πλευρά ανοίγει μια βεντάλια θεμάτων. Στο μυθιστόρημα δεν υπάρχουν ονόματα, υπάρχουν ρόλοι, ο πατέρας, η μητέρα, η αφηγήτρια κόρη/ερωμένη/αντικείμενο πόθου και ο διανοούμενος εραστής.

Είμαι σίγουρη ότι οι γυναίκες αν δεν ταυτιστούν με κάποιο από τους ρόλους της αφηγήτριας, σίγουρα θα κατανοήσουν, δεν τους είναι ξένα αυτά που διαπραγματεύεται το βιβλίο. Το Genitorax σαν τίτλος παραπέμπει στην προέλευση, στο γεννήτορα, και το βιβλίο είναι στοχευμένο σε μια εσωτερική, ίσως και «θεραπευτική» διερεύνηση των γονικής επίδρασης. Στην προσπάθεια της αφηγήτριας να «απελευθερωθεί» από την επιρροή των γονιών της και πώς αυτή η δυναμική επηρεάζει τη ζωή και τον έρωτα.

Ξεκινώντας να γράφω μέσα στο μυαλό μου στροβίλιζαν πολλές διαστάσεις και επίπεδα. Το πρώτο προφανές, το ψυχολογικό: το σύνδρομο της Ηλέκτρας, έντονο, αλλά στην παρουσίαση υπάρχουν πολύ πιο ειδικοί από εμένα σε αυτό το κομμάτι, οπότε επέλεξα να μην κινηθώ σε αυτήν την κατεύθυνση. 

Το δεύτερο κρίσιμο σημείο για μένα είναι ο τόπος, η ελληνική επαρχία. Φυσικά σε όλη τη χώρα μας υπάρχουν έντονα τα στερεότυπα για τους ρόλους και για το πως πρέπει να ζούμε τη ζωή μας αλλά η ελληνική επαρχία είναι μια ειδική συνθήκη, που ιδιαίτερα στις γυναίκες επιβάλλει επιπλέον περιορισμούς και νόρμες τις οποίες πρέπει να ακολουθήσει. 

Κάποτε μιλούσα με μια φίλη που μεγάλωσε σε μια πόλη της Δυτικής Μακεδονίας και της ανέφερα τη δική μου εμπειρία καθώς τελειώνοντας το Πολυτεχνείο μετακόμισα για λίγα χρόνια για δουλειά σε εκείνα τα μέρη. Της είπα ότι ήταν ασφυκτικό που οποιαδήποτε πράξη σου ήταν κάτω από το μικροσκόπιο όλων αφού μαθευόταν αμέσως σε όλη την πόλη. Και μου απάντησε «Στην πραγματικότητα είναι χειρότερα, γιατί ξέρουν τι θα κάνεις πριν το κάνεις». Και αυτό είναι η ακριβής περιγραφή της ζωής στην ελληνική επαρχία. Καθορίζεται η ζωή των κοριτσιών από πολύ μικρή ηλικία, πριν ακόμη προλάβουν να σκεφθούν τις επιθυμίες τους, πριν ακόμη δομήσουν τα όνειρά τους.

Σίγουρα και τα νεαρά αγόρια επηρεάζονται όμως τα όρια για αυτά είναι πιο ελαστικά, η ματιά πιο επιεικής. Όλα περνάνε από το φίλτρο του αιώνιου παιδιού που μπορεί να κάνει αταξίες και τελικά να του συγχωρεθούν. Ακόμη και η αφηγήτρια στο βιβλίο τον πατέρα τον βλέπει μέσα από ένα πρίσμα συμπόνοιας και συμπάθειας, αφού θεωρεί ότι οι γυναίκες της οικογένειάς του, είναι ένα βαρίδιο που τον εμποδίζει να κάνει τη ζωή που πραγματικά θέλει. Όμως δεν υπάρχει παρόμοια κατανόηση για τη μητέρα, για τα όνειρα που ίσως αυτή είχε.

Η αφηγήτρια είναι όμορφη, και οι γύρω της την προσέχουν, όμως μέχρι εκεί γιατί όταν είναι να της προσφέρουν μια ευκαιρία γίνεται μια ασήμαντη θηλυκιά, όπως λέει η ίδια η αφηγήτρια μέσα στο βιβλίο (σ. 25). Και αυτό με οδήγησε, την πρωτοπόρα φιγούρα της φεμινιστικής θεωρίας, τη Λις Ιριγκαρέ που υποστηρίζει ότι στο πλαίσιο της πατριαρχίας, τα θηλυκά σώματα ορίζονται ως προϊόντα, ενώ τα ανδρικά ως επενδυτές∙ η αξία, συνεπώς, του κάθε ανδρός εκτιμάται με βάση τη δυνατότητά του να συσσωρεύει γυναικεία σώματα και τα χαρακτηριστικά μιας γυναίκας, η ιδιαιτερότητα και η μοναδικότητά της αντικαθίστανται από την αριθμητική της αξία, την υπόστασή της ως ένα ακόμα σώμα στη στοίβα. Η κάθε γυναίκα είναι ίδια με κάθε άλλο θηλυκό και προσδιοριζόμενη μόνο από τα όσα προτίθενται να «επενδύσουν» οι άντρες για να την αποκτήσουν. 

Κεντρικό θέμα όμως στο βιβλίο, που αποτελεί και ένα θέμα που έχει αναλυθεί και ερευνηθεί στη φεμινιστική θεωρία όπως και σε άλλες επιστήμες, είναι η θέση της μητέρας ως φορέα προτύπου για την κόρη της. Μία γυναίκα, η μητέρα, είναι το πρότυπο για μια άλλη γυναίκα.Η σχέση μητέρας-κόρης είναι από τις πιο καθοριστικές για τη διαμόρφωση της γυναικείας ταυτότητας και στο βιβλίο διερευνάται ο τρόπος που μπορούμε να υπάρξουμε έξω από τη μητρική επιρροή.

Στην ελληνική επαρχία, η σχέση μητέρας-κόρης διαμορφώνεται μέσα σε ένα πλαίσιο όπου η οικογένεια, η τοπική κοινότητα και η κοινωνική φήμη έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα. Πολύ συχνά η μητέρα λειτουργεί ως «φίλτρο» ανάμεσα στην κόρη και την κοινότητα, προσπαθώντας να προστατεύσει την εικόνα και την τιμή της οικογένειας αλλά και να διασφαλίσει τις μελλοντικές προοπτικές της κόρης για έναν καλό γάμο ή και εργασία.

Στο Genitorax το τραύμα των γεννητόρων είναι ενσωματωμένο. Για αυτό είναι δύσκολη η απελευθέρωση. Ο πατέρας συμβολίζει τον νόμο, την απαγόρευση, την εξουσία, ενώ η μητέρα συμβολίζει την επιτήρηση, την προστασία, την ντροπή. Η φωνή της μητέρας εσωτερικά στην αφηγήτρια είναι η μεταβίβαση του νόμου και η πράξη της αφηγήτριας να συνεχίσει να επιθυμεί αγνοώντας τη φωνή είναι μια πράξη πολιτική, θα μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε επαναστατική.

Η αφηγήτρια βέβαια δεν αποδομεί με τον ίδιο τρόπο τον πατέρα και τη μητέρα. Παρόλο που καταγράφει τα αρνητικά του χαρακτήρα του, τον ειδωλοποιεί και μέσα από την ερωτική σχέση με αυτόν που της τον θυμίζει, προσπαθεί να διορθώσει το παρελθόν και τη σχέση που είχεμαζί του. Αυτό μόνο σαν μια αναφορά,και συνεχίζω με τη μητέρα αφού ο ρόλος της είναι πιο καταλυτικός στη δική μου οπτική.

Η μητέρα έχει ένα διττό ρόλο σαν φορέας περιορισμού αλλά και προστασίας, αναπαράγει το πρότυπο ίσως από συντηρητισμό, ίσως από μια αίσθηση ρεαλισμού. Μεταφέροντας φόβους, βάζοντας όρια στην κόρη είναι ο φορέας μιας ιδιωτικής πατριαρχίας μέσα στην οικογένεια. Η μητέρα είναι αυστηρή, κυρίως όμως είναι φοβισμένη. Φοβάται τον κοινωνικό στιγματισμό. Μεταφέρει λοιπόν το φόβο στην κόρη, μεταφέρει την ενοχή γύρω από την σεξουαλικότητα, φυτεύοντας μέσα της έναν εσωτερικό κριτή.

Όταν μια γυναίκα μεγαλώνει υπό τέτοιες συνθήκες: ελληνική επαρχία, έντονη μητρική προστασία και κοινωνικό έλεγχο, ακόμη κι όταν απομακρυνθεί από αυτό το περιβάλλον, η συνθήκη δεν μένει στο παρελθόν. Μεταφέρεται — συχνά ασυνείδητα — στον τρόπο που σχετίζεται ερωτικά.

Η ρήξη έρχεται όταν η κόρη επιλέγει σύντροφο που δεν εγκρίνεται, όταν διεκδικεί σεξουαλική αυτονομία ή δηλώνει ότι δεν θέλει γάμο ή παιδιά. Η ρήξη είναι προσωπική αλλά ταυτόχρονα και συμβολική αφού η κόρη αμφισβητεί βέβαια τη μητέρα, αλλά κυρίως ολόκληρη την κοινότητα.

Η ερωτική επιθυμία βιώνεται ως μια πράξη ανεξαρτησίας και αποτίναξης του ελέγχου, μια επίθεση στη μητρική εξουσία η οποία είναι εσωτερικευμένη. Εκεί που η κόρη βλέπει ελευθερία αλλά η μητέρα βλέπει κίνδυνο.

Το σώμα της κόρης γίνεται το πεδίο όπου λέει:«Εδώ αποφασίζω εγώ.» Πόσο όμως ανεπηρέαστη είναι αυτή η απόφαση; Ο έρωτας είναι μέσο αυτονομίας ή μέσο επιβεβαίωσης; Στην πραγματικότητα η ανεξαρτησία έρχεται αν η επιθυμία δεν αποτελεί μήνυμα για κάποιον αποδέκτη, αν η μητέρα δεν αποτελεί εσωτερικό κέντρο αναφοράς και το σεξ γίνεται τρόπος έκφρασης και όχι όπλο.

Το γυναικείο σώμα δεν είναι ουδέτερο, είναι κοινωνικά επιτηρούμενο, οικογενειακά ρυθμισμένο και πολιτισμικά φορτισμένο. Αποτελεί πεδίο μαχών και δεν το εννοώ μόνο μεταφορικά. Ακόμη και σήμερα σε πάρα πολλά κράτη, πλέον σε όλα θα έλεγα, το γυναικείο σώμα είναι ο τόπος που συγκρούονται η θρησκευτική ηθική, οι κοινωνικοί κανόνες, ο έλεγχος με την αυτονομία, την ελευθερία και το δικαίωμα της επιλογής. Για αυτό και το γυναικείο σώμα είναι κάτι το πολιτικό. Η Σιμον ντε Μποβουάρστο Δεύτερο Φύλλο υποστήριξε ότι η γυναίκα ιστορικά αντιμετωπίστηκε όχι ως αυτόνομο υποκείμενο, αλλά ως σώμα (αντικείμενο) που φέρει νόημα για τους άλλους (τους άντρες).

Το σώμα σταματά να είναι πεδίο μάχης όταν η επιθυμία αποσυνδέεται από την απαγόρευση, όταν η θηλυκότητα δεν χρειάζεται να κρυφτεί και η γυναίκα δεν βιώνει το σώμα της ως αντικείμενο αξιολόγησης. Ότανη απόλαυση δεν συνοδεύεται από ενοχή.

Η επανάκτηση του σώματος μέσω της σεξουαλικότητας είναι μία πράξη πολιτικής αυτονομίας. Όμως στο σημείο αυτό υπάρχει μία παγίδα. Όταν η σεξουαλικότητα γίνεται κυρίως εργαλείο αντίδρασης όπως εδώ, το πλαίσιο συνεχίζει να καθορίζεται από τη μητέρα, έστω και αρνητικά. Δε ζω όπως θέλω εγώ, ζω αντίθετα από αυτό που μου υπαγορεύει εκείνη. Συνεπώς η ελευθερία δεν ορίζεται σαν αυθεντική επιλογή. Ταυτόχρονα αν η λύτρωση περνάει μέσα από τον έρωτα και η ταυτότητα επιβεβαιώνεται μέσω της ερωτικής σχέσης τότε υπάρχει μια εξάρτηση από το βλέμμα του άλλου οπότε το πατριαρχικό αφήγημα εξακολουθεί να υφίσταται. (στη σελ.44 η αφηγήτρια λέει: οι άνδρες είναι το παράσημο της επιβεβαίωσης, εκείνοι που μου μαθαίνουν ποια είμαι και τι αξίζω, πόση δύναμη κρύβω μέσα μου και τι μπορώ να καταφέρω).

Από την άλλη πλευρά, ο έρωτας και το σεξ αναμφισβήτητα έχει μια δυναμική απελευθέρωσης. Εκεί που παραδίνεσαι εκεί νιώθεις την εξουσία, τη δύναμη που έχεις να ελέγχεις τον άλλο, τα συναισθήματα, την επιθυμία, την απόλαυση. Η ερωτική επιθυμία γίνεται ταυτόχρονα και πληγή και ίαση, και έκθεση και δύναμη και η πολλαπλότητα αυτή μπορούμε να πούμε ότι είναι μια φεμινιστική πράξη.

Η φεμινιστική προσέγγιση δεν κατηγορεί τη μητέρα — αλλά εξετάζει πώς οι κοινωνικές δομές περνούν μέσα από τη σχέση μητέρας-κόρης. Η αφηγήτρια βιώνει τη μητέρα ως έλεγχο γιατί η μητέρα έχει υπάρξει και η ίδια εγκλωβισμένη.

Σύμφωνα με την Ιριγκαρέ το πρόβλημα δεν είναι η ύπαρξη της μητέρας είναι ότι στην πατριαρχία δεν υπάρχει χώρος γιαθετική μητρική μετάδοση. Για αυτήν η απόρριψη της μητρικής φωνής είναι η πατριαρχική λύση, ενώ η φεμινιστική θα ήταν ο μετασχηματισμός αυτής της φωνής, η δημιουργία μιας νέας σχέσης με τη μητέρα. Το θέμα δλδ δεν είναι να απορρίψει τη μητέρα αλλά να διακρίνει τι είναι αυτό που της ανήκει και τι όχι.

Πώς όμως αποδεσμεύεται μια γυναίκα όταν μέσα της συνυπάρχουνένας πατριαρχικός «πατέρας» και μια ελεγκτική «μητέρα»; όταν η επιθυμία της βρίσκεται ανάμεσα στην εξουσία και τον φόβο;

Την απάντηση μας τη δίνει η Θέδα με τον τρόπο της στο Genitorax: δεν είναι κάποιας μορφής επανάσταση, μια εξωτερική σύγκρουση που θα οδηγήσει στην απελευθέρωση, αλλά μια βαθύτερη, πιο ουσιαστική διαδικασία: μια εσωτερική αναδόμηση που αφορά τον τρόπο με τον οποίο το άτομο σκέφτεται, αισθάνεται και αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και τον κόσμο.

 

 

 

 

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια: