Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μιχάλης Αλμπάτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μιχάλης Αλμπάτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

3.4.26

Στο τέμπο μιας θλίψης που γνωρίζει πώς να χαμογελά

Ο Μιχάλης Αλμπάτης γράφει δυο λόγια για τη νέα συλλογή διηγημάτων του Μάνθου Γιουρτζόγλου.

Γνωρίζω τον Μάνθο από την εποχή που έβγαζα κι εγώ τα βιβλία μου στην Απόπειρα. Το περασμένο καλοκαίρι μού μιλούσε για τη συλλογή διηγημάτων που έγραφε, και ενθουσιάστηκα, αρχικά από τον τίτλο: Η σκληρή μελαγχολία του θέρους! Του ζήτησα να μου το στείλει όταν το ολοκληρώσει, κι έτσι είχα την ευκαιρία να το διαβάζω πολύ πριν την έκδοσή του.

Πρόκειται για το τρίτο του βιβλίο, και το σίγουρο είναι ότι η γραφή του ωριμάζει βήμα το βήμα, κερδίζοντας σε ενάργεια και βάθος, ενώ και η δραματουργία του γίνεται περισσότερο στέρεη και συγκροτημένη, πράγμα που δεν είναι καθόλου αυτονόητο, ούτε συνηθισμένο. Ένα ακόμη προτέρημα, που η απουσία του υπονομεύει πάμπολλες συλλογές, είναι ότι τα κείμενα συνθέτουν ένα όλον, διαποτισμένα από την ίδια ατμόσφαιρα, με κάθε διήγημα να αποτελεί μια ψηφίδα που συμπληρώνει τις υπόλοιπες, για να αποτυπώσει μια μεγαλύτερη εικόνα, για να δομήσει ένα αρκετά σφιχτοδεμένο σύνολο.

Οι ήρωες του βιβλίου δεν είναι «beautiful losers», δεν αυτοθαυμάζονται μέσα στην παρακμή τους, απλά προσπαθούν να κρατηθούν στην επιφάνεια, να αναπνεύσουν για μια μέρα ακόμα, να υπομείνουν τη ζωή, αφού αυτό είναι που όλα τα ζωντανά πλάσματα κυρίως κάνουν. Οι ιστορίες της συλλογής μιλάνε για τη μοναξιά, για την ερημιά της μητρόπολης το κατακαλόκαιρο, για το μπάλσαμο του έρωτα που διαρκώς μας διαφεύγει, την κούραση που συσσωρεύεται σε εκείνους που οι διακοπές αποτελούν κάτι το ανέφικτο, τη θλίψη του καλοκαιριού, που είναι ακόμα πιο σκληρή από εκείνη του φθινοπώρου, γιατί είναι η εποχή που η φαντασίωση της «ευτυχίας» παροξύνεται, και που τόσοι πολλοί άνθρωποι νιώθουν την επιθυμία να παραστήσουν έστω τους ευτυχισμένους.

Σε αντίθεση με τα προηγούμενα βιβλία του, δεν κυριαρχεί το πάθος που μυρίζει θάνατο και η αγωνία που φλερτάρει με την αυτοχειρία· το δράμα είναι πολύ πιο απλό, καθόλου φανταχτερό, δεν φωνασκεί αλλά κουρνιάζει στο καθημερινό, στο συνηθισμένο, με το αλκοόλ να ρέει σαν αίμα στις φλέβες της διήγησης και την τζαζ μουσική, μελαγχολική όσο και παιχνιδιάρικη, να διαπερνά τις σελίδες, δίδοντας το τέμπο μιας θλίψης που γνωρίζει πώς να χαμογελά.

Chet Baker - Almost Blue 

15.10.20

Να σε ρωτήσω κάτι – Μιχάλης Αλμπάτης

συνέντευξη του Μιχάλη Αλμπάτη στο Σαλιγκάρι,
Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2020 »»

Ένα ποίημα κλεισμένο σε ένα συρτάρι, ένα τραγούδι που δεν ακούστηκε ποτέ, ένας πίνακας φυλαγμένος σε μία σοφίτα. Αποτελούν έργα τέχνης; Πώς αντιλαμβάνεσαι τη σχέση δημιουργού και κοινού;

    Θα αναθέσω στον ήρωα ενός μισοτελειωμένου μυθιστορήματός μου να απαντήσει σε ετούτη την ερώτηση:

Όλες οι μεγαλόσχημες ιδέες του για ένα αριστούργημα το οποίο θα κατέστρεφε αμέσως μετά την ολοκλήρωσή του, το οποίο γράφει μόνο και μόνο για μια πρόσκαιρη έκχυση του ταλέντου του, δεν αποτελούσαν παρά το παραλήρημα ενός απεγνωσμένου μυαλού που ασφυκτιά μέσα σε μια ατμόσφαιρα πλήξης και ανοστιάς. Η εκσπερμάτωση του πνεύματος έχει ανάγκη από ζεστές, ανθρώπινες μήτρες που θα το δεχτούν και θα γεννήσουν θαυμασμό, ή, σε λίγες, εξεζητημένες περιπτώσεις, θα αποβάλουν μίσος. Όμως ποιος αξιοπρεπής άνθρωπος θα επιθυμούσε να γίνει αρεστός σ’ έναν τέτοιο ανέραστο και κακάσχημο κόσμο, έναν κόσμο (….)  Όχι, αυτό που επιζητούσε ήταν η αποστροφή, ήθελε να τον απεχθάνονται αλλά μ’ ένα τρόπο βδελυρής σαγήνης, με το ιερά φρικιαστικό δέος που θα ένιωθαν οι θαυμαστές ενός ροκ σταρ μπροστά στο βαλσαμωμένο αρχίδι του ινδάλματός τους ή οι πιστοί μπροστά στα κόπρανα του ίδιου τους του Θεού.

    Αν θεωρήσουμε πως η διαχρονικότητα ενός καλλιτεχνικού έργου είναι από τα βασικότερα χαρακτηριστικά που το καθιστούν σημαντικό, πόσο πιστεύεις ότι αποτελεί όντως στόχο των σύγχρονων δημιουργών;

    Όλοι αναρωτιόμαστε αν σε εκατό χρόνια από τώρα θα υπάρχει κάποιος που να διαβάζει όσα γράψαμε, κι όλοι θα επιθυμούσαμε να παραμείνει ζωντανό το έργο μας μες στους αιώνες, όμως δεν θα μπορούσα ποτέ να γράψω καθοδηγούμενος από  αυτόν τον στόχο, όπως αδυνατώ να προσδεθώ στην επιδίωξη σαγήνευσης ενός όσο το δυνατόν περισσότερο διευρυμένου, ιδεατού κοινού. Όλα αυτά είναι ποθούμενα αλλά μονάχα στον βαθμό που θα προκύψουν από την αλκή και την πρωτοτυπία του ίδιου του έργου, δίχως να επηρεάζουν στο παραμικρό τη μορφή ή το περιεχόμενό του, διαφορετικά θα ήταν σαν να ζεύαμε το άρμα μπροστά από τα άλογα.

9.7.20

Ένας κώλος κάποιας Άννας και μια ξεχασμένη κατάληψη του 1983: Όψεις του πολιτικού στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία

γράφει ο Δημήτρις Γαρρής | από το Σαλιγκάρι,
Τετάρτη 8 Ιουλίου 2020 »»



Μιχάλης Αλμπάτης, Ο κώλος της Άννας,
Αθήνα: Απόπειρα, 2018, 72 σ.
Χριστόφορος Κάσδαγλης, 1983,
Αθήνα: Καστανιώτης, 2019, 464 σ.

I

Μια κριτική λογοτεχνίας είναι συνήθως βαρετή· συχνά «παραγγελία» του εκδότη, σπανίως τέρψη του αναγνώστη. Επαινετική ή επικριτική, στοχαστική ή επιδερμική, ισορροπημένη και εμβριθής ή άτσαλη και ετεροβαρής· όπως και να ’ναι, δεν παύει να φτάνει στον αναγνώστη κείμενο κατά κανόνα πληκτικό. Ξέρεις ανθρώπους που ’χουν διαβασμένα ολόκληρα, απ’ αρχής μέχρι τέλους, περισσότερα βιβλία παρά δίστηλες κριτικές λογοτεχνίας· μπόλικους μανιώδεις βιβλιοφάγους που ουδέποτε διάβασαν ή σπανίως διέτρεξαν κάποια κριτική.

Μια α-κριτική όμως, πώς είναι; Τι διαφορετικό πράττει; Μήπως υβρίζει απλά αρχικά τις κατεστημένες κριτικές, έτσι για μιαν εντύπωση αιρετική καινοτομίας, κι έπειτα ανέξοδα στ’ αχνάρια τους βαδίζει;

Α-κριτική: Δεν θα κριθεί βιβλίο, μα βιβλία δύο. Δεν θα κριθούν βιβλία, καθώς οι επαΐοντες – τη λογοτεχνική Ιερουσαλήμ παροικούντες – το πράττουν αναμφίβολα αρτιότερα. Και τα δύο έργα, η νουβέλα του Μ. Αλμπάτη και το μυθιστόρημα του Χρ. Κάσδαγλη μ’ αρέσαν. Αμφότερα ήσαν γάργαρα κι επινοητικά· στο διάβασμα καλόβολα και ψυχωφελή αρκούντως. Τρίτη και τελευταία ορίζουσα α-κριτικής: καθ’ υπόταξη παράθεση θραυσματικών σκέψεων, που ανεφάνησαν κατά και μετά την ανάγνωση των δύο βιβλίων. Εν ολίγοις, μια κριτική που έχει περισσότερο στο νου της τον αναγνώστη και την αναγνώστρια λογοτεχνίας. Μια δοκιμή αναγνωστικής πρότασης, αυθαίρετη και υποκειμενική. Στο βάθος, μια ημιτελής προτροπή.

Diego Velazquez, The Rokeby Venus [1647-1651], after the artistic intervention of Canadian suffragette Mary Richardson [1914]

6.4.20

Ο Μιχάλης Αλμπάτης μιλά για τις νουβέλες του

από το Extreme Ways, Δευτέρα 6 Απριλίου 2020 »»


Η συζήτησή μας με τον Μιχάλη Αλμπάτη έγινε με αφορμή τις δυο του νουβέλες, Ο κώλος της Άννας και Κάρτα ελεύθερης πρόσβασης που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Απόπειρα. Νομίζω οι πρόλογοι είναι περιττοί σε μια συζήτηση που περιστράφηκε γύρω από θέματα εκδοτικά, βιοποριστικά αλλά και σεξουαλικά.

Β.Μ :   Πότε άρχισες να γράφεις και ποια βιώματα σε οδήγησαν να εκφραστείς μέσω του γραψίματος;

Άρχισα να γράφω στην εφηβεία, φρικτή ποίηση, όπως τόσος κόσμος. Στη συνέχεια πέρασαν χρόνια με κάποιες σκόρπιες, αποτυχημένες απόπειρες να γράψω κάτι πιο ολοκληρωμένο, χρειάστηκε όμως να πάω τριάντα πέντε χρονών για να πω ότι κάτι κατάφερα. Μάλλον δεν είναι τα βιώματα που μας οδηγούν να εκφραστούμε μέσω της γραφής αλλά η έλλειψή τους. Αν ζεις μια έντονη και πλούσια ζωή μάλλον δεν έχεις χρόνο και διάθεση να γράψεις. Τελικά, θα συμφωνήσω με τον Μπόρχες, γράφουμε τα βιβλία που θα θέλαμε να διαβάσουμε αλλά κανείς δεν έχει σκεφτεί να τα γράψει.

Β.Μ : Πόσο δύσκολο είναι για έναν νεόκοπο συγγραφέα να βρει τρόπο ώστε κάποιος από τους εκδοτικούς οίκους να εκδώσει τα έργα του;

Όλοι φαντάζομαι οι άνθρωποι που γράφουν έχουν στη συλλογή τους άπειρες απορριπτικές επιστολές, αν και αρκετοί εκδότες δεν μπαίνουν καν στον κόπο να απαντήσουν. Σίγουρα είναι τρομερά δύσκολο να κάνεις μια αρχή. Εγώ το προσπαθούσα για περισσότερο από δέκα χρόνια. Το εκπληκτικό με το πρώτο βιβλίο μου που τελικά κυκλοφόρησε είναι ότι έγινε δεκτό από τον πρώτο κιόλας εκδότη που το έστειλα, κι ενώ οποιοσδήποτε άλλος δεν θα καταδέχονταν καν να διαβάσει ένα βιβλίο ενός άγνωστου συγγραφέα με τίτλο Ο κώλος της Άννας, εκεί στην Απόπειρα φαίνεται ότι παίρνουν ακόμα στα σοβαρά τον ρόλο τους, δεν διστάζουν να εκδώσουν κάτι ανορθόδοξο, πειραματικό ή αλλόκοτο, άλλωστε δεν είναι τυχαίο που ξεκίνησαν τις εκδόσεις τους με τις Σημειώσεις ενός πορνόγερου, αρχές τις δεκαετίας του ’80…

10.6.19

Μιχάλης Αλμπάτης • Κάρτα ελεύθερης πρόσβασης

Νουβέλα
σσ
. 66, σχήμα 130 × 205 χιλ., έκδοση χαρτόδετη,
I S B N 978-960-537-270-5,
Πρώτη έκδοση: Ιούνιος 2019
Λ.Τ. 7,00 € ( + Φ Π Α)

Ένας ελάσσων συγγραφέας ερωτικής λογοτεχνίας καλείται από μια μυστηριώδη οργάνωση να παραλάβει ένα βραβείο για το «τολμηρό, πρωτοποριακό και ρηξικέλευθο έργο του». Όταν διαπιστώνει ότι το βραβείο είναι μία κάρτα η οποία υπνωτίζει υποτίθεται κάθε θηλυκό, μετατρέποντάς το σε πειθήνιο υπηρέτη των ερωτικών επιθυμιών του, θεωρεί πως έπεσε θύμα μιας κακόγουστης φάρσας, όμως σύντομα ανακαλύπτει πως οι δυνάμεις της καρτούλας είναι πραγματικές και μπλέκει σε μια σειρά από περιπέτειες και δοκιμασίες, γιατί ενώ μπαίνει στον πειρασμό να χρησιμοποιήσει την πρωτόφαντη ισχύ που του δόθηκε ταυτόχρονα ταλανίζεται από ηθικά και συνειδησιακά διλήμματα που τον αποτρέπουν.

Ο πόλεμος των δύο φύλων, η τυραννία του σεξουαλικού ενστίκτου, η επιθυμία επιβολής και ισχύος, το σαράκι της εκδίκησης, ο γρίφος της ομορφιάς και ο πόθος του ανθρώπου να υπερβεί την ζωικότητά του, είναι ζητήματα που αναμοχλεύονται μέσα στην τρικυμισμένη ψυχή του ήρωα που κατακλύζεται από δέος όταν αντιλαμβάνεται την ιδιάζουσα θέση στην οποία έχει βρεθεί.
Γύρω ο κόσμος συνέχιζε αδιατάρακτα τη συνήθη, ανόητη, ιλιγγιώδη τροχιά του, όμως εγώ έστεκα έξω απ’ αυτόν, σε μια ολόδική μου διάσταση, κρατώντας στα χέρια μου, συμπυκνωμένη στη μορφή μιας τυπικής πιστωτικής κάρτας, μια δύναμη φοβερή, ικανή να μεταβάλει την πορεία και τον ρυθμό της ανθρώπινης ιστορίας.
Ήταν αλήθεια! Η καρτούλα αυτή μπορούσε να μαγνητίσει τον πόθο κάθε γυναικείου πλάσματος σ’ ολόκληρο τον πλανήτη, κι εγώ ήμουνα ο μόνος κάτοχός της, ο μοναδικός φορέας αυτής της ανεπανάληπτης εξουσίας, ο πρώτος στον οποίο δόθηκε το προνόμιο την εκπληκτική αυτή δύναμη να χρησιμοποιήσει. Κάθε γυναίκα, οποιασδήποτε ηλικίας, φυλής, οικονομικής κατάστασης, ανεξαρτήτως ευφυΐας, εμφάνισης, προτιμήσεων, γούστου, ήταν πια έρμαιο των ορέξεών μου, πειθήνιος υπηρέτης της λαγνείας μου, σκλάβος των επιθυμιών μου! Μπορούσα να έχω όποια ήθελα, όποτε την ήθελα, με όποιον τρόπο την ήθελα· μπορούσα να τις γαμήσω όλες, όλες…

21.6.18

Δύο παλιοί και δύο νέοι πεζογράφοι, ο καθένας με την ιδιαιτερότητά του.

Γράφει ο Γιάννης Μπασκόζος | αναγνώστης,
Μιχάλης Αλμπάτης, Ο κώλος της Άννας, Απόπειρα »»




Μια νουβέλα  που την  αδικεί  ο τίτλος της, μιας και σε παραπέμπει σε οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτό που πραγματικά είναι: ένα φιλοσοφικό δοκίμιο για το δικαίωμα στην ατομική ευτυχία. Ο ήρωας του Αλφόνσο Αλδεβαράν, στέλεχος του υπουργείου Οικονομικών, καταπιεσμένος από μια καθώς πρέπει οικογένεια, ζει μια άχαρη και μίζερη ζωή. Ο θάνατος των δικών του τον αφήνει μόνον με την υπηρέτρια του Άννα.  Ένα άγρυπνο βράδυ θα ανακαλύψει ότι τον θέλγουν τα οπίσθια της χοντρούλας Άννας σε βαθμό λατρείας. Γιατί ο έρωτας του αυτός (καθόλου σεξουαλικός αλλά μόνον λατρευτικός) με φετίχ τα οπίσθια της Άννας του προσδίδει μια εμμονή αλλά και μια ζωτική αφύπνιση από μια ζωή που τον βάρυνε. Κερδίζει την ηρεμία και την ευτυχία του λατρεύοντας αυτό το σημείο του σώματος.  Το σκάνδαλο θα ξεσπάσει όταν η Άννα στο πλαίσιο της εξομολόγησης της θα το αναφέρει στον παπά. Από εκεί θα περάσει στις εφημερίδες, στους γείτονες, στα κόμματα. Η απλή επιλογή ευτυχίας του Αλφόνσο θα θεωρηθεί θανάσιμο αμάρτημα. Θα απολυθεί από το υπουργείο, θα ανακριθεί και θα προφυλακιστεί. Οι ψυχίατροι θα τον εντάξουν σε ένα περίεργο είδος ψυχικά αρρώστου.  Η κοινωνία αναπτύσσει με γοργούς ρυθμούς άμυνες και οργανώνει επιθέσεις. Η ατομική ιδιαιτερότητα, η προσωπική κατάκτηση μιας ευτυχισμένης θέσης στη ζωή θα καταρριφτεί όταν αυτή δεν θα συμφωνήσει με τον μέσο όρο όπως έχει διαμορφωθεί από την παράδοση στον κοινωνικό χώρο. Με απόηχους Ντε Σαντ ο Μ. Αλμπάτης σε αυτό το πρώτο του πόνημα δείχνει αρετές μυθοπλαστικές και ευχέρεια στην χρήση του λογοτεχνικού λόγου.

1.6.18

«Ο κώλος της Άννας»: μια διαφορετική προσέγγιση του ιερού

Σκέψεις πάνω στη νουβέλα του Μιχάλη Αλμπάτη που μόλις κυκλοφόρησε

γράφει η Έλλη Μίσκινα | Cretazine,
Τρίτη 29 Μαΐου 2018, »»
Με ένα βλάσφημο τίτλο, ένα αμήχανο θέμα και μια γλώσσα που ανασύρθηκε από τη ρομαντική λογοτεχνία του 19ου αιώνα, ο Μιχάλης Αλμπάτης μας παραδίδει μια νουβέλα που φιλοδοξεί να συζητηθεί και να διχάσει. 

Ο έμπειρος αναγνώστης θα αντιληφθεί από τις πρώτες κιόλας γραμμές ότι το κείμενο δεν στοχεύει να σκανδαλίσει ή να προκαλέσει, αλλά τον καλεί να σαρκάσει, να διακωμωδήσει, να σταθεί με ελαφρότητα και γνήσια αίσθηση του χιούμορ απέναντι στη ζωή, ώστε μέσα από αυτή την καθαρτήρια πτυχή του κωμικού να προσεγγίσει το τραγικό, και ίσως τελικά το απροσπέλαστο νόημα της ίδιας της ύπαρξης. Ο λόγος μακροπερίοδος, φορτωμένος με επίθετα κι επιρρήματα, με αλλεπάλληλα σχήματα λόγου, σχεδόν έμμετρος σε σημεία, με λεξιλόγιο παρωχημένο (φεγγάρι ολόγιομο, βλέμμα θαλερό, πιότερο φοβούνται, το μερτικό), όσο κι αν ενίοτε ξενίζει ή απέχει μακράν από τη μοντέρνα εκδοχή της λογοτεχνίας, εξυπηρετεί με τον καλύτερο τρόπο (ιδανικά θα λέγαμε) την αφήγηση αυτού του ανέκδοτου που ο συγγραφέας απευθύνει προς το κοινό, γελώντας ο ίδιος πρώτος από όλους.

16.5.18

Ο κώλος της Άννας στη Στοά



Την Πέμπτη 17 Μαΐου 2018, στις 7.30 το απόγευμα, παρουσιάζεται στη Στοά (Αγίου Μηνά 2, Ηράκλειο Κρήτης) η νουβέλα του Μιχάλη Αλμπάτη Ο κώλος της Άννας.
Ένα βιβλίο που διερευνά το λατρευτικό-θρησκευτικό συναίσθημα και τα παράξενα μονοπάτια που ακολουθεί για την πλήρωσή του.
Για το βιβλίο μιλά ο συγγραφέας Αντώνης Τσιρικούδης, αποσπάσματα διαβάζει η ηθοποιός Katerina R. Zouridi. Την εκδήλωση πλαισιώνει με μουσική ο Isidoros Papadakis.

Το event στο Facebook

5.4.18

Μιχάλης Αλμπάτης • Ο κώλος της Άννας

νουβέλα,
έκδοση χαρτόδετη,
σσ
. 71, σχήμα 13 × 20,5 εκ.,
I S B N 978-960-537-241-5,
Απόπειρα, Απρίλιος 2018,
Λ.Τ. 7,00 € ( + Φ Π Α)

 

Ο αγαπημένος, όπως και ο Θεός, είναι ουσιαστικά ένας βωμός όπου αναλίσκεται το απόθεμα του έρωτα μέσα μας. Αυτή η θυσία, η προσφορά, δεν απευθύνεται στον Θεό ή στον εραστή, αυτοί είναι μονάχα η Επίφαση για την τέλεσή της. Η θυσία είναι Αυτοσκοπός.
Ο Αλφόνσο Αλδεβαράν, ένας μεσήλικας, καθ’ όλα αξιοπρεπής άνδρας, ανύπανδρος, υπάλληλος για τριάντα συναπτά έτη στο Υπουργείο Οικονομικών, αναπτύσσει, εν μια νυκτί, μια ανεξήγητη, ασυγκράτητη, θρησκευτικής φύσεως λατρεία για τα οπίσθια της νεαρής υπηρέτριάς του, της Άννας.
Ποια ήταν όμως η ιδιαίτερη σημασία, η σκοτεινή αλήθεια που ανακάλυψε εκεί; Γιατί ο κώλος της Άννας κατόρθωσε να αφυπνίσει την ψυχή του απ’ τον λήθαργό της και με μια αχτίδα αγαλλίασης να τη φωτίσει; Αυτό ήταν ένα ερώτημα στο οποίο δεν κατάφερε καμιά ικανοποιητική απάντηση να δώσει, όμως η αδυναμία του αυτή δεν ήταν παράλογη αλλά επιβεβλημένη, καθώς κάθε αντικείμενο λατρείας εσωκλείει ένα μυστήριο πάνω στο οποίο βασίζεται το αίσθημα αφοσίωσης που εμπνέει και χωρίς το οποίο θα ήταν αδύνατον να υπάρξει και να νοηθεί σαν τέτοιο· πρόκειται για ένα μυστήριο που δεν επιζητεί να λυθεί αλλά να παραμείνει ως έχει και που αντανακλά κάτι από τον γρίφο του ίδιου του λάτρη.
(Κείμενο από το οπισθόφυλλο της έκδοσης)