(Διηγήματα)
Οι δώδεκα ιστορίες της συλλογής διαδραματίζονται μέσα στο καλοκαίρι, τον Αύγουστο, οι περισσότερες με σκηνικό την ερημωμένη Αθήνα. Οι χαρακτήρες, άνθρωποι που για διάφορους λόγους βρίσκονται μόνοι, δεν ενδιαφέρονται να δοξάσουν τη μοναξιά τους, δεν τους έχει απομείνει κάτι το οποίο να ευαγγελίζονται σθεναρά, θέλουν να επιτύχουν κάτι πρόσκαιρο, να απολαύσουν κάποια μικρή νίκη ή να συνεχίσουν να απολαμβάνουν κάποια διαδικασία που τους σέρνει γλυκά μέσα στην καθημερινότητα, είναι κυρίως άτομα που έχουν αποδεχθεί τον ρόλο τους ως αντιήρωες, άτομα που απλά θέλουν εκείνη τη στιγμή, θέλουν το αλκοόλ, θέλουν τον έρωτα, θέλουν τον φίλο, θέλουν να αφεθούν στην παρόρμηση.
Η κραυγάζουσα ερημοσύνη του Αυγούστου είναι η τέλεια αντίθεση σε αυτή την ψυχολογία και καταλήγει να είναι η κατάλληλη ενδυμασία, το σκηνικό που αρμόζει έτσι ώστε, η εγκατάλειψη να γίνει έμπνευση και η εξέλιξη να έρχεται αβίαστα.
Άνθρωποι που δεν κατάφεραν ποτέ να συναντηθούν ερωτικά αλλά και έρωτες από το παρελθόν, ένα σκυλάκι που γαβγίζει εγκαταλελειμένο σε ένα μπαλκόνι ή δύο συνταξιούχοι στο καφενείο, χωρισμοί, πρώτες φορές, η απόγνωση ενός μεσήλικα που ζει μέσα από τις φωτογραφίες όμορφων γυναικών που τραβάει κρυφά σε δημόσιους χώρους, ο παράνομος πόθος κάποιου που εργάζεται σε καράβι κατακαλόκαιρο, παραληρηματικοί σαραντάρηδες που θέλουν, έτσι, να κάνουν μια μαλακία για να νιώσουν εικοσάρηδες…
Απλά περιστατικά που αποκαλύπτουν όχι μόνο κρυφούς πόθους ή το ποικιλόχρωμο παρασκήνιο στην αναζήτηση συντροφιάς αλλά και τον τρόπο που οι άνθρωποι ελίσσονται αποφεύγοντας άλλους ανθρώπους και κυρίως την αλήθεια του εαυτού τους.
Κάποιες από τις ιστορίες είναι γραμμένες σε πρώτο πρόσωπο άλλες σε τρίτο, δεν έχει σημασία, παντού υπάρχουν στιγμές όπου ο Μάνθος εγκαταλείπεται στην ωμή απλότητα του γεγονότος με τους χαρακτήρες να δρουν απροειδοποίητα παρορμητικά και, συχνά, με κίνητρο την απόγνωση.
Υπάρχουν επίσης στιγμές εσωτερικού μονολόγου που, πέρα από αφορισμούς, είναι η γυμνή αποδοχή μιας συνθήκης που έχει επιβληθεί.
Στο διήγημα με τίτλο Κυριακή, γράφει κάπου προς το τέλος:
Ξημέρωνε κυριακή. μια κανονική, συνηθισμένη κυριακή ενός κανονικού, συνηθισμένου αναθεματισμένου αυγούστου. Ξημέρωνε κυριακή σε μια κοινωνία καυλωμένη. Σε μια ανθρωπότητα λυσσασμένη να γαμηθεί παντοιοτρόπως και να σφαχτεί πάνω στα απομεινάρια από τα σπέρματά της. καμία ελπίδα. καμία συνοχή. κανένας θρίαμβος. μόνο πανωλεθρίες στο φως του ηλίου.
Ο συγγραφέας στέκεται απέναντι στα μικροσύμπαντα των ιστοριών, πάντα σε μια απόσταση από μια πραγματικότητα που φαίνεται να ανακλάται σε παραμορφωτικό καθρέφτη και που θα ήθελε να την δει να σπάει σε θρίψαλλα.
Το αλκοόλ ρέει άφθονο με μια έντονη αύρα απενοχοποίησης να υποβόσκει στις σελίδες του βιβλίου, παρασύρεσαι, αφήνεσαι να «φτιαχτείς» μαζί με τους χαρακτήρες που καταλήγουν είτε να ερωτοτροπούν, είτε να πυρπολούν τα πάντα και όλα τα ενδιάμεσα.
Είναι επίσης γνωστή η σχέση του Μάνθου με τη μουσική. Ουδεμία έκπληξις λοιπόν που η μουσική είναι ένας από τους χαρακτήρες σε πολλές ιστορίες.
Τα βινύλια, τα πικ-απ, ονόματα μουσικών και τίτλοι έργων εμφανίζονται διαρκώς μέσα στο βιβλίο, έχοντας όχι διακοσμητικό ρόλο αλλά, πέρα από την έκδηλη αγάπη για τη μουσική, είναι σημεία που φανερώνουν εσώτερες πλευρές των χαρακτήρων, είναι σημεία σύνδεσης των περιστάσεων καταστάσεων με μια βαθύτερη συνθήκη.
Η γλώσσα είναι ωμή, οι διάλογοι απόλυτα πειστικοί, καθημερινοί, παντελής έλλειψη της οποιασδήποτε επιτήδευσης. Διαβάζεις το βιβλίο και είναι σαν να κάθισες με ένα φιλαράκι σου που σου αφηγείται ιστορίες ενώ απολαμβάνετε το ποτό σας.
Θέλω να κλείσω με δυο λόγια για την οικονομία του λόγου που είναι πάντα ένα θέμα στη γραφή και πολλές φορές καθοριστικός παράγοντας.
Ο Μάνθος, γενικότερα δεν είχε αφεθεί ποτέ στην πολυλογία, υπήρξε μετρημένος στην έκφρασή του, αλλά τώρα, σε αυτό το τρίτο βιβλίο, δείχνει να κατακτά νέα πράγματα και μιλάμε πλέον για την οικονομία εκείνη του λόγου που καταφέρνει εκτός των άλλων να κρατάει περισσότερα νοήματα απ’ ότι αρχικά φαίνεται και που αποκαλύπτονται στον αναγνώστη με τη γνωστή εκείνη ηδονή της αποκάλυψης πίσω από τις λέξεις.
Το βιβλίο σε κάνει να αναρωτιέσαι με πραγματικό ενδιαφέρον για το ποια θα είναι η εξέλιξη του συγγραφέα.
Η απλότητα αποδεικνύεται, για άλλη μια φορά, ότι μπορεί να είναι το βασικό σημείο εξέλιξης, απλότητα που δεν αφορά τόσο στη θεματική, όχι πως δεν ισχύει και εκεί, αλλά το θέμα δεν ήταν ποτέ σημαντικό. Μπορείς να γράψεις για ένα τεράστιο ιστορικό γεγονός ή για το πως πήγες στο περίπτερο, πήρες τσιγάρα και γύρισες σπίτι σου και, ναι, πολύ πιθανό να κάνεις καλύτερη λογοτεχνία με το δεύτερο παρά με το πρώτο.
Η απλότητα στην οποία αναφέρομαι, αφορά κυρίως στο ύφος και στην έκφραση. Και συνήθως, υπαγορεύει μια βάση ωμού ρεαλισμού.
Και εδώ, ο Μάνθος Γιουρτζόγλου φαίνεται πως έχει κερδίσει κάποια στοιχήματα.
Με αυτό το πολύ καλό και απολαυστικό, τελευταίο του πόνημα μας δείχνει ξεκάθαρα πως έχουμε να περιμένουμε πολύ ενδιαφέροντα πράγματα από αυτόν στο μέλλον, και αυτό πιστεύω είναι και το καλύτερο απ’ όλα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου