2.12.92

Ευγένιος Αρανίτσης • Το λογοτεχνικό μηχάνημα Π. Κ.

γράφει ο Ευγένιος Αρανίτσης | Ελευθεροτυπία,
Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 1992
Πάνου Κουτρουμπούση: «Στον θάλαμο του Μυθογράφφ», εκδόσεις Απόπειρα

Ο Πάνος Κουτρουμπούσης επεξεργάζεται
τις ιστορίες που κατασκευάζει
ο Μυθογράφφ, το σκουριασμένο
υπερσύγχρονο μηχάνημα κατασκευής
ιστοριών,
για να περνά την ώρα του

Τι είναι ο Μυθογράφφ; Είναι ένα υπερσύγχρονο, αν και σκουριασμένο, μηχάνημα κατασκευής ιστοριών τις οποίες στη συνέχεια ο Κουτρουμπούσης επεξεργάζεται περνώντας την ώρα του. Παροιμιώδη θα μείνουν τα φιλολογικά ελατήρια αυτής της διασκέδασης, εφόσον έχουμε εδώ μια θαυμαστή μορφή ελληνικών που αδυνατεί κανείς να τη χαρακτηρίσει, εκτός κι αν ομόφωνα τη χαρακτηρίσουμε αχαρακτήριστη. Πράγματι, η γλώσσα στην οποία εκφράζεται ο Μυθογράφφ είναι ένα μείγμα από διάφορες παρωχημένες λαϊκές ή λόγιες μορφές που απηχούν τα πάντα, από καθαρεύουσα μέχρι «Μικρό Ήρωα» κι από έγγραφα του Δημοσίου μέχρι σχολικές εκθέσεις. Καταιγισμό τέτοιων συγκεχυμένων αλλά απόλυτα αυθεντικών γλωσσικών στοιχείων δεχτήκαμε άλλωστε πριν από χρόνια με το πρώτο βιβλίο του Κουτρουμπούση, που, για όσους δεν το θυμούνται, έφερε τον αινιγματικό τίτλο «Εν αγκαλιά de Κρισγιαούρτι» και του οποίου ο μικρός αλλά ξεχωριστός θρύλος επιβεβαιώνεται αναδρομικά με την αντεπίθεση του Μυθογράφφ. Μυθογράφφ, στα μυθογραφφικά, σημαίνει περίπου: «Το κλουβί που κελαηδούσε».

1.12.92

Ζαν Τελέ • Ουράνιο τόξο για τον Ρεμπώ

μυθιστόρημα
τίτλος πρωτοτύπου: Rainbow pour Rimbaud
μετάφραση: Οντέτ Βαρών (Οντέτ Βαρών-Βασάρ)
σσ. 182, έκδοση χαρτόδετη, σχήμα 13 × 20,5 εκ.
Απόπειρα, Δεκέμβριος 1992
I S B N 960-7034-53-8,
I S B N-13 978-960-7034-53-3
Λ.Τ. 10 € (+ Φ Π Α)


Η Ιζαμπέλ άφησε το γυμνό κορμί της να γλιστρήσει και να πέσει πάνω στον Ρομπέρ, και τον φίλησε κατ’ ευθείαν στο στόμα λέγοντας:
— Εσύ… με σένα, νομίζω πως δεν θα ’χω πολλές ευκαιρίες να βαρεθώ, χρυσό μου. Χρυσό μου; Τότε ο Ρομπέρ έκανε μιαν απίστευτη κίνηση. Την πήρε στην αγκαλιά του. Κι αυτό, όταν ξέρει κανείς τον Ρομπέρ, δεν είναι λίγο πράγμα. Είναι σαν ξαφνικά να συνειδητοποίησε την παρουσία της.
— Άντε, πάμε να πάρουμε πρωινό στο καφέ που είναι κάτω, Μπεμπέρ; Μπεμπέρ; Αν τον είχε πει έτσι οποιοσδήποτε άλλος, θα είχε ξεφουρνίσει αμέσως κάποιο πετυχημένο ποίημα του Ρεμπώ. Αλλά, ξαφνικά, από την Ιζαμπέλ έμοιαζε να μπορεί να δεχτεί τα πάντα.
[…]
(Από το οπισθόφυλλο της έκδοσης.)