συνέντευξη στον Βασίλειο Σύρο | Επίκαιρα,
Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου, 2026 »»
Από τα καλοκαίρια στο Πήλιο και τις ιστορίες για νεράιδες και ξωτικά, μέχρι την έρευνα, τη διδασκαλία και την τέχνη της προφορικής αφήγησης, ο Δημήτρης Β. Προύσαλης έχει αφιερώσει μεγάλο μέρος της ζωής του στη δύναμη του παραμυθιού. Δάσκαλος, προφ. Αφηγητής, υπ. Δρ. ΕΚΠΑ, αναζητά πίσω από τις λαϊκές ιστορίες όχι μόνο τη γοητεία μιας άλλης εποχής, αλλά και τα ίχνη μιας κοινής ανθρώπινης εμπειρίας που διασχίζει αιώνες, σύνορα και πολιτισμούς.
Στη συνέντευξή του στον Βασίλειο Σύρο για το epikaira.gr, μιλά για τις παιδικές μνήμες που έγιναν αφετηρία μιας ολόκληρης διαδρομής, για τη σχέση του δασκάλου με τον παραμυθά, για το γιατί οι ενήλικες εξακολουθούν να χρειάζονται τα παραμύθια και για τη μάχη του προφορικού λόγου με την κυριαρχία της οθόνης. Κυρίως, όμως, μιλά για τις ιστορίες ως έναν ζωντανό τρόπο επικοινωνίας: ως γέφυρες ανάμεσα στους ανθρώπους, ως φορείς μνήμης και ως καθρέφτες της ανθρώπινης ψυχής. Γιατί, όπως υποστηρίζει, ο κόσμος μας είναι τελικά φτιαγμένος από ιστορίες.
Έχετε αναφέρει ότι μεγαλώσατε με τα παραμύθια του πατέρα σας. Πώς αυτή η βιωματική εμπειρία λειτούργησε ως κίνητρο και επηρέασε τη σταδιοδρομία ως ερευνητή και αφηγητή;
Κατάγομαι από τον Άγιο Γεώργιο Νηλείας, το χωριό του γλύπτη Νικόλα Παυλόπουλου. Μεγάλωσα τα καλοκαίρια στο επίνειο του χωριού, την Κάτω Γατζέα ακούγοντας βιωματικές ιστορίες από τον οικογενειακό μου περίγυρο και κυρίως προφορικές λαϊκές παραδόσεις για νεράιδες και ξωτικά από τις μεγαλύτερες θείες μου. Θυμάμαι όμως τον πατέρα μου στην Αθήνα όπου μεγάλωσα και κατοικώ, να λέει μύθους του Αισώπου κάνοντας μικρές αφηγήσεις, με αφορμή περιστατικά καθημερινού χαρακτήρα στο πέρασμα των ημερών. Είχε την ικανότητα να συνδέει αυτό που συμβαίνει στο τώρα, με το «Μια φορά κι έναν καιρό…» των ιστοριών φωτίζοντας τα γεγονότα μέσα από μια ιδιαίτερη ατμοσφαιρικότητα. Αργότερα ανακάλυψα, υπό την ιδιότητα του ερευνητή, πως οι αφηγήσεις που άκουσα στα παιδικά μου χρόνια, δεν ήταν «ιστοριούλες» της στιγμής, αλλά υλικό πανελλήνιας προφορικής διάδοσης, με διεθνή αντανάκλαση και καταγραφή! Η βιωματική εμπειρία πιθανά να λειτούργησε ως «υλικό» εν δυνάμει, ένα συμπυκνωμένο απόσταγμα που ανέμενε την κατάλληλη στιγμή για να αναδυθεί. Ο προσανατολισμός μου προς την αφήγηση πάντως, ξεκίνησε από μια διαφορετική ανάγκη, την αναζήτηση τρόπου να δημιουργήσω προσφορότερες και θελκτικότερες συνθήκες ενδιαφέροντος, πρόσληψης και ανταποκρισιμότητας για τους μαθητές μου την ώρα της διδασκαλίας. Δεν είναι τυχαίο πως πριν την αφήγηση, γνώρισα το Θέατρο Σκιών, το «παρεξηγημένο» Κουκλοθέατρο, το θεατρικό παιχνίδι, την παντομίμα, τη μιμική. Τα λαϊκά παραμύθια και η προφορική τους αφήγηση ξεπερνούσε όλα τα προηγούμενα, ανοίγοντας δρόμους σε πρωτόγνωρες εμπειρίες, δυνατότητες, εφαρμογές και συναντήσεις θωρώντας μέσα στο άυλο.