Μια ιστορία για παιδιά
μετάφραση: Κλαίτη Σωτηριάδου(από τη συλλογή διηγημάτων Ανάμεσα σε ερωτιδείς και αγγέλους, Απόπειρα, 2010)
Την τρίτη μέρα της βροχής είχαν σκοτώσει τόσα καβούρια μες στο σπίτι, που ο Πελάγιο αναγκάστηκε να διασχίσει το πλημμυρισμένο μεσαύλι του για να τα πετάξει στη θάλασσα, γιατί το νεογέννητο αγόρι είχε περάσει τη νύχτα με δέκατα και σκέφτονταν πως έφταιγε η δυσωδία. Από την Τρίτη όλα ήταν θλιβερά. Ουρανός και θάλασσα είχαν γίνει ένα ίδιο σταχτί πράγμα και η άμμος τής παραλίας, που το Μάρτη στραφτάλιζε σαν χρυσόσκονη, είχε μεταβληθεί σε σούπα από λάσπη και σαπισμένα θαλασσινά. Το μεσημέρι το φως ήταν τόσο αδύναμο που όταν ο Πελάγιο γύριζε στο σπίτι, αφού είχε πετάξει τα καβούρια, με δυσκολία διέκρινε τι ήταν αυτό που κουνιότανε και βόγκαγε στο βάθος στο μεσαύλι. Χρειάστηκε να πλησιάσει πολύ κοντά για ν’ ανακαλύψει πως ήταν ένας γέρος πεσμένος μπρούμυτα μες στα λασπόνερα και παρ’ όλες τις μεγάλες του προσπάθειες δεν μπορούσε ν’ ανασηκωθεί γιατί τον εμπόδιζαν οι τεράστιες φτερούγες του.
Τρομαγμένος από εκείνον τον εφιάλτη, ο Πελάγιο έτρεξε να βρει την Ελισένδα, τη γυναίκα του, που έβαζε κομπρέσες στο άρρωστο μωρό και την πήγε στο βάθος στο μεσαύλι. Περιεργάστηκαν κι οι δύο το πεσμένο κορμί με βουβή κατάπληξη. Ήταν ντυμένος σαν ζητιάνος. Μόλις και του απέμεναν λίγες ξασπρισμένες τρίχες στο γυμνό κρανίο του και πολύ λίγα δόντια στο στόμα και αυτή η θλιβερή του εμφάνιση καταβρεγμένου παππούλη του είχε αφαιρέσει όλο το μεγαλείο. Οι βρώμικες και μισομαδημένες φτερούγες μεγάλου όρνιου είχαν βουλιάξει για πάντα μες στα λασπόνερα. Τόσο πολύ τον περιεργάστηκαν και με τέτοια προσοχή που πολύ γρήγορα ο Πελάγιο και η Ελισένδα συνήλθαν από την κατάπληξή τους και στο τέλος τούς φάνηκε και σαν γνωστός. Τότε τόλμησαν να του μιλήσουν κι εκείνος τους αποκρίθηκε σε μια ακαταλαβίστικη γλώσσα, όμως με την ωραία φωνή των ναυτικών. Έτσι έγινε και ξεπέρασαν το πρόβλημα των φτερών και συμπέραναν, κρίνοντας πολύ φρόνιμα, πως ήταν κάποιος μοναχικός ναυαγός κάποιου ξένου καραβιού που είχε βουλιάξει με την καταιγίδα. Ωστόσο, φώναξαν να τον δει και μια γειτόνισσα που γνώριζε τα πάντα για τη ζωή και το θάνατο κι εκείνης της έφτασε μια ματιά για να τους βγάλει από την πλάνη τους.
—Είναι ένας άγγελος—τους είπε. Σίγουρα ερχότανε για το μωρό, αλλά ο καημένος είναι τόσο γέρος που η βροχή τον έριξε χάμω.