24.7.20

Φανή Χούρσογλου • Οἰκόσιτα

πρώτη δημοσίευση Ιστορίες Μπονζάι |
Παρασκευή 24 Ιουλίου 2020 »»


ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ, ΟΙ ΦΤΕΡΩΤΕΣ, δὲν θά ’πρε­πε ὑ­πο­τί­θε­ται νὰ μᾶς ἀ­νη­συ­χοῦν – εἶ­ναι ἁ­πλοὶ ἐ­πι­σκέ­πτες, κα­θὼς λέ­νε οἱ εἰ­δι­κοί. Οἱ τσοῦ­λες οἱ μι­κρὲς εἶ­ναι ποὺ κά­νου­νε φω­λι­ὲς καὶ θέ­λουν ἐ­πει­γόν­τως ἐ­ξο­λό­θρευ­ση.
        Δὲν ξέ­ρω βέ­βαι­α ἂν θὰ συμ­φω­νοῦ­σε σὲ αὐ­τὸ ὁ Ἀν­τω­νά­κης, ἀ­φοῦ – Βου­δι­στὴς γὰρ – πί­στευ­ε πὼς ἀ­νε­ξαρ­τή­τως τοῦ με­γέ­θους πρό­κει­ται γιὰ ἀ­τυ­χεῖς με­τεν­σαρ­κώ­σεις ἀ­κό­μα καὶ οἰ­κεί­ων – ἀ­γα­πη­μέ­νων, ἐν­δε­χομέ­νως – προ­σώ­πων, βά­ναυ­σα χτυ­πη­μέ­νων ἀ­π’ τὸ κάρ­μα.
        Ὅ­πως καὶ νά ’χει, ὁ Μῆ­τσος – ὡς συ­νή­θως κυ­νι­κός – τό­νι­ζε πὼς τὸ ἐ­νε­νῆν­τα ἐν­νέ­α τοῖς ἑ­κα­τὸ ἀπ’ τὶς ρη­μά­δες δὲν τὶς βλέ­που­με.
        Βλέ­που­με – ἐ­νί­ο­τε – ἀ­ρα­χνοῦ­λες, ἀλ­λὰ συ­χνό­τε­ρα μο­νά­χα τοὺς ἱ­στούς τους στὶς γω­νι­ές. Δὲν βλέ­που­με ὅ­μως – εὐ­τυ­χῶς – οὐ­δέ­πο­τε τὰ ἀ­κά­ρε­α, πα­ρό­λο ποὺ ἰ­σο­βί­ως συμ­βι­ώ­νου­με πα­ρέ­α.
        Ἴ­σως αὐ­τὰ σκε­φτό­ταν καὶ ἡ Μα­ρι­λοῦ σὰν τῆς καρ­φώ­θη­κε ἡ ἰ­δέ­α ὅ­τι μοι­ρα­ζό­ταν τὴ γκαρ­σο­νι­ε­ρού­λα μὲ φαν­τά­σμα­τα. Ἦ­ταν ὡ­ραῖ­ο κο­ρί­τσι ἡ Μα­ρι­λοῦ, μὰ ξε­ρο­κέ­φα­λο. Χρυ­σὴ τὴν κά­να­με πὼς δὲν ὑ­πάρ­χει με­τα­φυ­σι­κὸ οὐ­δὲν ποὺ νὰ τὴν ἀ­πει­λεῖ, αὐ­τὴ ἐ­κεῖ, νὰ σκι­ά­ζε­ται καὶ νὰ σκη­νο­θε­τεῖ τὸ θρί­λερ τῆς ζω­ῆς της.
        Μᾶς πα­ρου­σί­α­ζε μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ ὕ­πο­πτα συμ­βάν­τα ὡς πα­σι­δή­λως ἐν­δει­κτι­κά τῆς ὕ­παρ­ξης μί­ας ἤ πε­ρισ­σό­τε­ρων ὀν­το­τή­των ἀ­πὸ τὸ ὑ­περ­πέ­ραν στὴν οἰ­κί­α της.
        Κατ’ ἀρ­χὴν – λέ­ει – ἄ­κου­γε βή­μα­τα, συρ­σί­μα­τα, ψι­θύ­ρους καὶ φω­νές. Τὸ γε­γο­νὸς πὼς οἱ τοῖ­χοι τῶν δι­α­με­ρι­σμά­των οὐ­δε­μί­αν ἠ­χο­μό­νω­ση πα­ρέ­χουν δι­ό­λου δὲν τὴν πτο­οῦ­σε.
        Βέ­βαι­α εἶ­χε κά­ποι­α βά­ση αὐ­τή της ἡ ἀ­γω­νί­α, ἀ­φοῦ – ἀ­πὸ τὴν τρέ­λα της – εἶ­χε ἀ­πο­συν­δέ­σει ρα­δι­ό­φω­να, τη­λε­ο­ρά­σεις καὶ λοι­πὰ (γιὰ τὸ φό­βο τῶν δαι­μό­νων), ὁ­πό­τε ζών­τας στὴ σι­ω­πὴ πῶς νὰ μὴν με­γα­λο­ποι­εῖ καὶ τὸ ἀ­πει­ρο­ε­λά­χι­στο ἠ­χά­κι;
        Τὸ σπί­τι – ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη – εἶ­ναι ἀ­λή­θεια τὴν ἀ­να­και­νι­σού­λα του τὴν ἤ­θε­λε καὶ βέ­βαι­α οὔ­τε λό­γος γιὰ πι­στο­ποι­η­τι­κὸ ἐ­νερ­γεια­κῆς ἀ­πό­δο­σης σὲ ἕ­να κτί­σμα συ­νο­μή­λι­κο μέ μᾶς – καὶ κά­τι πα­ρα­πά­νω. Πῶς νὰ μὴν τρί­ζουν πιὰ τὰ ἕρ­μα πορ­το­πα­ρά­θυ­ρα;
        Ἔ­πει­τα ἡ κα­η­μέ­νη ἡ Μα­ρι­λοῦ ἔ­χα­νε δια­ρκῶς πράγ­μα­τα. Πα­σμί­νες, κάλ­τσες κι ἀ­να­πτῆ­ρες δη­λώ­νον­ταν συ­χνὰ πυ­κνὰ στὴ λί­στα ἀ­πω­λε­σθέν­των. Ἐ­γὼ ὡς ἄ­πι­στος Θω­μᾶς τὴ θε­ω­ροῦ­σα φυ­σι­κὰ ἁ­πλῶς ἀλ­λο­παρ­μέ­νη.
        Ὅ­μως – σὰν βρώ­μι­κο μυα­λό – προ­σπά­θη­σα σκλη­ρὰ νὰ τῆς βά­λω ψύλ­λους στ’ αὐ­τιὰ μή­πως ἡ κολ­λη­τή της, αὐ­τὴ ἡ Μίρ­κα ἡ παρ­δα­λή, τῆς βού­τα­γε τὰ δι­ά­φο­ρα – ἔ­τσι γιὰ χά­ρη γού­στου.
        Κι ἴ­σως ἦ­ταν οἰ­κό­σι­τα τὰ πνεύ­μα­τα στὸ σπί­τι, ὅ­μως τὸ σύν­δρο­μο τῆς Μα­ρι­λοῦ εἶ­χε ἐ­πε­κτα­θεῖ καὶ σὲ ἐ­ξω­τε­ρι­κοὺς χώ­ρους, ὥ­στε παν­τοῦ πλέ­ον ἔ­νι­ω­θε πὼς πα­ρα­κο­λου­θεῖ­ται.
        Ὅ­σο καὶ ἂν προ­σπά­θη­σα νὰ ὀρ­θώ­σω τεῖ­χος λο­γι­κῆς γιὰ νὰ τὴν χα­λα­ρώ­σω, ἐ­κεί­νη δὲν ξε­χνι­ό­τα­νε λε­πτό. Κι ἐ­νῶ ἐ­γὼ πα­ρα­μυ­θι­α­ζό­μουν δι­α­κα­ῶς μή­πως κά­τι παι­ζό­ταν με­τα­ξύ μας, τὸ ἀ­γύ­ρι­στο μυα­λό της σκά­λω­νε στὰ ἀ­ό­ρα­τα κα­τοι­κί­δια. Ἔ­ψα­χνε καὶ με­τροῦ­σε τὶς σκι­ές, δι­α­βλέ­πον­τας παν­τοῦ ἄλ­λες δι­α­στά­σεις.
        Ἀ­φοῦ εἶ­χε σπου­δά­σει ἐν­δε­λε­χῶς τὰ ἅ­παν­τα τῆς ἀ­ξι­ό­τι­μης Μαν­τὰμ μὲ τ’ ὄ­νο­μα Μπλα­βά­τσκυ ἡ Μα­ρι­λοῦ δὲ σή­κω­νε οὔ­τε μύ­γα στὸ σπα­θί της. Ἦ­ταν κα­θό­λα ἕ­τοι­μη νὰ συ­στη­θοῦν ἐ­νώ­πιος ἐ­νω­πί­ῳ μὲ τὸ στοι­χει­ό. Ἐ­πί­μο­να προ­σέγ­γι­ζε τοὺς φί­λους της – κι ἐ­μέ­να – νὰ κά­νου­με ἐ­πι­τέ­λους μιὰ σε­άνς.
        Ὁ­μο­λο­γῶ πο­θοῦ­σα σὰν τρε­λός τὰ τρυ­φε­ρὰ χε­ρά­κια της νὰ ἄγ­γι­ξω – ἀλ­λὰ γιὰ ἐ­πι­κλή­σεις καὶ τοι­οῦτα ἐ­ξω­τι­κὰ δὲν ἤ­μουν ὁ κα­τάλ­λη­λος κα­θό­λου. Πα­ρ’ ό­λα αὐ­τὰ κά­ποι­α στιγ­μὴ τὴν πά­τη­σα ὁ βλά­κας κι ἀ­φοῦ τὸ ὑ­πο­σχέ­θη­κα ὄ­φει­λα νὰ τὸ κά­νω.
        Στὴν ὥ­ρα ποὺ ὑ­πέ­δει­ξε ἤ­μα­σταν ὅ­λοι ἐ­κεῖ. Στὸ χῶ­ρο μό­νο δυ­ὸ κε­ριά. Εἶ­χε ἑ­τοι­μά­σει τὸ τρα­πέ­ζι, τὸ πο­τή­ρι, τὸ χαρ­τί. Πι­α­νό­μα­στε κι ἀρ­χί­ζου­με τὴν ὅ­λη τε­λε­τή. Κρύ­ω­σα ἀ­πό­το­μα ἀλ­λὰ ἤ­τα­νε καὶ ἄ­γρια χα­ρά­μα­τα.
        Τὸ πο­τή­ρι κου­νή­θη­κε κι ἡ Μα­ρι­λοῦ ἄρ­χι­σε νὰ ρω­τᾶ γιὰ τὴν ταυ­τό­τη­τα τοῦ ἄ­γνω­στού της φί­λου. Ἐ­γὼ τὰ εἶ­χα ἤ­δη χρεια­στεῖ μὰ τὰ χει­ρό­τε­ρα δὲν εἶ­χαν φτά­σει ἀ­κό­μα. Ἦρ­θαν ὅ­ταν τὰ γράμ­μα­τα ποὺ ἑ­νώ­νον­ταν γορ­γὰ σχη­μά­τι­σαν στὰ μά­τια μου μπρο­στὰ τὸ ὄ­νο­μά μου.

22.7.20

Πρωτότυπη φωνή, ρηξικέλευθος νους, επιγραμματική φιλοσοφία του χάους

Ο δρ Κωνσταντίνος Μπούρας γράφει για το βιβλίο του Νίκου Μάντζιου Ο εξομολόγος του θεού, σπονδυλωτό μυθιστόρημα, εκδόσεις Απόπειρα, Αθήνα 2019, σελ. 170 |
fractal, Τρίτη 21 Ιουλίου 2020 »»



Ήδη από την αφιέρωση αποκαλύπτονται (;) οι συγγραφικές προθέσεις:
Στους πολλούς που λιποψύχησα να εξομολογηθώ,
και στους λίγους που θα ’θελα να εξομολογήσω.
Αλλά και το motto είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικό της συγγραφικής κοσμοθεωρίας:
«Αν υπάρχει Θεός, θα πρέπει να με παρακαλέσει
για να τον συγχωρήσω».
(Χαραγμένο σε τοίχο στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς.)
Αυτό όμως είναι απλώς το προανάκρουσμα μιας συμφωνικής ενορχήστρωσης εικόνων, ιδεών, ρυθμών και αισθημάτων. Ποιητικότητα και δραματικότητα συνδυάζονται σε μια «χορογραφία» που παρακολουθεί τα «κινήματα της ψυχής» ενός λογοτέχνη από τους πλέον φερέλπιδες στα Ελληνικά Γράμματα.

17.7.20

«Όχι από το εξώφυλλό του»: Οι ακατέργαστες ιδέες του Φίλιπ Κ. Ντικ

Για την άβυσσο της φαντασίας του Φίλιπ Κ. Ντικ, με αφορμή το βιβλίο Όχι από το εξώφυλλό του, με τέσσερα διηγήματα από την πρώτη δεκαετία της συγγραφικής καριέρας του, από το 1954 μέχρι το 1968

γράφει ο Κωστής Καλογρούλης | ελculture.gr
Πέμπτη 16 Ιουλίου 2020 »»

Για να μην παρεξηγηθώ, ο Φίλπ Κ. Ντικ δικαίως ανήκει στο πάνθεον των συγγραφέων επιστημονικής φαντασίας του εικοστού αιώνα. Έρχεται συνολικά δεύτερος μονάχα μετά τον Στίβεν Κινγκ στον αριθμό μεταφοράς των έργων του στον κινηματογράφο. Αυτή η διαρκής έλξη της κινηματογραφικής βιομηχανίας προς τα γραπτά του είναι από μόνη της μία ένδειξη της επιρροής του στο mainstream του πολιτισμικού γίγνεσθαι. Είναι άδικο να αμφισβητήσει κανείς μια τόσο γόνιμη φαντασία και μία αστείρευτη δημιουργικότητα.

Είναι όμως επίσης σαφές ότι ο Φίλιπ Κ. Ντικ δεν έγραφε καλά. Η γλώσσα του είναι απλοϊκή, υποτυπώδης, η ανάπτυξη χαρακτήρων ελάχιστα τον ενδιέφερε, ενώ πολύ συχνά μέχρι και την πλοκή την αντιμετώπιζε με ευκολία, σχεδόν προχειρότητα. Δεν είναι παράλογο αν σκεφτεί κανείς ότι είχε γράψει συνολικά σαράντα μυθιστορήματα και πάνω από εκατό διηγήματα. Ταλαιπωρημένος από εθισμούς σε μεθαμφεταμίνες και αλκοόλ, από κρίσεις κατάθλιψης και προβληματικές σχέσεις που δεν στέριωναν, ο Ντικ δεν είχε την αυτοπειθαρχία ούτε και το μεράκι να κατακτήσει την τέχνη της γραφής. Έγραφε πολύ και βιαστικά, συχνά μέχρι και εξήντα σελίδες την ημέρα. Ο βασικός στόχος του ήταν να δώσει σάρκα και οστά σε ότι στοίχειωνε τη φαντασία του, να ενσαρκώσει δηλαδή τις ιδέες που συνεχώς γεννούσε το μυαλό του. Από αυτές τις ιδέες συνεπώς και κρίνεται.

16.7.20

Ο Νίκος Μάντζιος και «Ο εξομολόγος του Θεού»

Athens Voice, 16 Ιουλίου 2020 »»

Ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα για το παράπονο του μικρού ανθρώπου προς κάποια πράγματα που κάνει ο Θεός και δεν τα καταλαβαίνει.

Το νέο βιβλίο του Νίκου Μάντζιου με τίτλο «Ο εξομολόγος του Θεού» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Απόπειρα. Πρόκειται για το δεύτερο προσωπικό βιβλίο του Νίκου Μάντζιου, ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα με έντονο παραμυθικό στοιχείο, το οποίο διαπραγματεύεται το παράπονο του μικρού ανθρώπου προς κάποια πράγματα που κάνει ο Θεός και δεν τα καταλαβαίνει.


9.7.20

Ένας κώλος κάποιας Άννας και μια ξεχασμένη κατάληψη του 1983: Όψεις του πολιτικού στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία

γράφει ο Δημήτρις Γαρρής | από το Σαλιγκάρι,
Τετάρτη 8 Ιουλίου 2020 »»



Μιχάλης Αλμπάτης, Ο κώλος της Άννας,
Αθήνα: Απόπειρα, 2018, 72 σ.
Χριστόφορος Κάσδαγλης, 1983,
Αθήνα: Καστανιώτης, 2019, 464 σ.

I

Μια κριτική λογοτεχνίας είναι συνήθως βαρετή· συχνά «παραγγελία» του εκδότη, σπανίως τέρψη του αναγνώστη. Επαινετική ή επικριτική, στοχαστική ή επιδερμική, ισορροπημένη και εμβριθής ή άτσαλη και ετεροβαρής· όπως και να ’ναι, δεν παύει να φτάνει στον αναγνώστη κείμενο κατά κανόνα πληκτικό. Ξέρεις ανθρώπους που ’χουν διαβασμένα ολόκληρα, απ’ αρχής μέχρι τέλους, περισσότερα βιβλία παρά δίστηλες κριτικές λογοτεχνίας· μπόλικους μανιώδεις βιβλιοφάγους που ουδέποτε διάβασαν ή σπανίως διέτρεξαν κάποια κριτική.

Μια α-κριτική όμως, πώς είναι; Τι διαφορετικό πράττει; Μήπως υβρίζει απλά αρχικά τις κατεστημένες κριτικές, έτσι για μιαν εντύπωση αιρετική καινοτομίας, κι έπειτα ανέξοδα στ’ αχνάρια τους βαδίζει;

Α-κριτική: Δεν θα κριθεί βιβλίο, μα βιβλία δύο. Δεν θα κριθούν βιβλία, καθώς οι επαΐοντες – τη λογοτεχνική Ιερουσαλήμ παροικούντες – το πράττουν αναμφίβολα αρτιότερα. Και τα δύο έργα, η νουβέλα του Μ. Αλμπάτη και το μυθιστόρημα του Χρ. Κάσδαγλη μ’ αρέσαν. Αμφότερα ήσαν γάργαρα κι επινοητικά· στο διάβασμα καλόβολα και ψυχωφελή αρκούντως. Τρίτη και τελευταία ορίζουσα α-κριτικής: καθ’ υπόταξη παράθεση θραυσματικών σκέψεων, που ανεφάνησαν κατά και μετά την ανάγνωση των δύο βιβλίων. Εν ολίγοις, μια κριτική που έχει περισσότερο στο νου της τον αναγνώστη και την αναγνώστρια λογοτεχνίας. Μια δοκιμή αναγνωστικής πρότασης, αυθαίρετη και υποκειμενική. Στο βάθος, μια ημιτελής προτροπή.

Diego Velazquez, The Rokeby Venus [1647-1651], after the artistic intervention of Canadian suffragette Mary Richardson [1914]

Μαρία Λουίσα Μπομπάλ • Οι αναμνήσεις μιας νεκρής

μυθιστόρημα
μετάφραση:
Άννα Βερροιοπούλου
σσ. 148, σχήμα 13 × 20,5 εκ.,
έκδοση χαρτόδετη,
I S B N: 978-960-537-289-7,
Λ.Τ. 12,00 € + Φ Π Α
Απόπειρα, Ιούλιος 2020


Ένα βιβλίο που δεν θα ξεχάσει ποτέ η Αμερική μας. — Χόρχε Λούις Μπόρχες
Η Μαρία Λουίσα Μπομπάλ είναι η μητέρα όλων μας, όλων των σύγχρονων συγγραφέων της Λατινικής Αμερικής. — Κάρλος Φουέντες
Ένα μυθιστόρημα θλιμμένης μαγείας, ηθελημένα παλιομοδίτικο, με αποτελεσματική κρυφή δομή. — Χόρχε Λούις Μπόρχες
Η Μαρία Λουίσα Μπομπάλ, με την πρωτότυπη ανάμειξη φαντασίας, μνήμης και πραγματικότητας, είναι η πρόδρομος του μαγικού ρεαλισμού, που αποτελεί σήμερα τον ανθό της ισπανοαμερικανικής λογοτεχνίας. — Chicago Tribune
Μια από τις πιο εξέχουσες αντιπροσώπους της αβανγκάρντ στη Λατινική Αμερική. — Diane Marting, Women Writers of Spanish America, 1987

Σε μια εποχή που στην παγκόσμια λογοτεχνία η γυναίκα παρουσιαζόταν είτε ως άγγελος είτε ως δαιμόνιο, η Χιλιανή Μαρία Λουίσα Μπομπάλ τόλμησε τη δεκαετία του ’30 να μιλήσει στο μυθιστόρημά της αυτό για τη πραγματικότητα της γυναίκας, την ερωτική της επιθυμία, την αναγκαστική περιχαράκωση στον εαυτό της μέσα σε έναν αντρικό κόσμο.
Η Μαρία Λουίσα Μπομπάλ, ως η πρόδρομος του μαγικού ρεαλισμού στη λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία, γράφει πλάθοντας ένα μαγικό σύμπαν τόσο ζωντανό όσο ένα όνειρο.
Η πρωταγωνίστρια Άνα Μαρία, μια νεκρή γυναίκα, όμορφη και παθιασμένη, αναλογίζεται το παρελθόν της με την πικρή σοφία του πεθαμένου. Ξεδιπλώνει μπροστά μας μια ζωή χαραμισμένη σε αδιέξοδους έρωτες, βασανισμένη από την αδυνατότητα της γυναίκας να ζήσει με πλησμονή τη ζωή. Φόντο της προσωπικής της ιστορίας οι σκιές, η ομίχλη, τα υγρά τοπία μιας ρομαντικής Χιλής.
Το μυθιστόρημά Οι αναμνήσεις μιας νεκρής ανανέωσε και σημάδεψε την ισπανόφωνη λογοτεχνία.

Ανν Λου • Τη νύχτα που τρεμόσβηνε το λ

διηγήματα,
σσ
. 163, σχήμα 13 × 20,5 εκ.,
έκδοση χαρτόδετη,
I S B N: 978-960-537-290-3,
Λ.Τ. 10,00 € + Φ Π Α,
Απόπειρα, Ιούλιος 2020



Από το παράθυρό μου βλέπω την Αθήνα της νύχτας που όλο και περισσότερο θαμπώνει. Σήμερα κάποιος γίνεται είκοσι οκτώ, τριάντα οκτώ, σαράντα οκτώ. Κάποιος θα νιώθει πιο ζωντανός ανάμεσα στους ζωντανούς. Κάποιος πιο πεθαμένος ανάμεσα στους πεθαμένους. Και κάποιος θα φωνάζει «Θαύμα» τελειώνοντας όσα δεν μπόρεσε ποτέ ν’ αρχίσει. Πόση τύχη έφεραν άραγε όλα αυτά τα χρόνια; Πόσο αργά σκορπίζεται η τύχη όταν κάνει βουτιά από τον έκτο στην αχρωματοψία; Οι γάτες του φωταγωγού δεν ξέρουν ν’ απαντήσουν. Κοιτούν όμως προς τα πάνω περιμένοντας να τους στείλει κάτι από ψηλά κάποιος μακρινός τους ξάδερφος.