20.5.20

Σάκης Σρέφας • Ιστορίες στη ζώνη του λυκόφωτος

γράφει ο Σάκης Σερέφας για το βιβλίο
της Στέλλας Τενεκετζής Του επαγγέλματός της | 
το βιβλίο.net, Τετάρτη 20 Μαΐου 2020 »»

Μια που όταν συναντά τον ψαροπώλη Δήμο η μήτρα της πεταρίζει σα να θέλει να γεννήσει όλα τα παιδιά του κόσμου. Μια που τρέχει και κρύβεται στην ντουλάπα κάθε φορά που ένας Μάρκος μπαίνει στο σπίτι. Μια που γδύνεται και θάβει ένα κουτί στο ιερό μιας εκκλησίας, ενώ μια αγέλη αντρών καννιβαλίζουν ο ένας τον άλλο και αποθέτουν τις σάρκες στα χέρια της. Μια που ιππεύει έναν Φάνη μέσα σ’ ένα λεωφορείο κι εκείνος χάνει τα μυαλά του – ή μήπως τα βρίσκει; Μια που μπαίνει σ’ ένα συνεργείο αυτοκινήτων και λίγες μέρες μετά το μαστορόπουλο πυροβολεί με την καραμπίνα της έναν σκύλο σ’ ένα μπαλκόνι. Μια που γνωρίζει μια Νανά και μετά ο Άλκης μένει με δυο παιδιά αμανάτι. Μια που διαβάζει το ημερολόγιο ενός μαζοχιστή ενώ ο άντρας της ροχαλίζει αμέριμνος στο διπλανό μαξιλάρι.

12.5.20

Βασίλης Βασιλικός • «Ωστόσο τα ποιήματά της έχουν και βαθιές ρίζες στο χώμα. Είναι γήινα ή θαλασσινά ή ακόμα και ουράνια»

γράφει ο Βασίλης Βασιλικός για το βιβλίο τής
Χριστίνας Οικονομίδου, Μ’ έναν χορό στο στόμα |
περιοδικό fractal, 12 Μαΐου 2020 »»

Η Χριστίνα Οικονομίδου με κάθε της νέα ποιητική συλλογή μάς ξαφνιάζει, γιατί δεν μοιάζει με καμία προηγούμενη. Η πιο πρόσφατη Μ’ έναν χορό στο στόμα (εκδόσεις Απόπειρα) συνεχίζει την ανοδική πορεία της ποίησης της με τον τρόπο των αναρριχητικών: ολοένα και ψηλότερα. Ωστόσο τα ποιήματά της έχουν και  βαθιές ρίζες στο χώμα. Είναι γήινα ή θαλασσινά ή ακόμα και ουράνια.

Να πώς κλείνει το βιβλίο με το  «Ευ-δοκία (Άνδρος)»:

«Κι όμως η μουσική δεν έχει εξουσία/ κυλά ανάμεσα στα τρέχοντα σαν δεδομένη/ ξεπλένοντας τα λασπωμένα μας παπούτσια/ απ’ τον μόχθο/ λυτρώνοντας τα πόδια απ’ τις αλυσίδες/ του ανείπωτου/ σ’ έναν χορό επαναδιατυπώνοντας/ όλες μας τις χειρονομίες/ θαρρείς και είναι πάντα εκεί να τις μαζεύει/ από τις άκριες του νου που περισσεύουν/  – χνάρια της παιδικής μας ηλικίας –/ και να τις συμπληρώνει/ σ’ ένα πίνακα ενήλικο που έμεινε λειψός.
(…) Μα η καρδιά μας επιμένει στο παράπονο/ (γιατί μ’ εγκαταλείψατε;)
(…) Εχει νυχτώσει πια για τα καλά/ το πέλαγο μπροστά μου ησυχάζει ˙/μεσ’ την απέριττη σιωπή/ ακούγεται ένας λυγμός/ απ’ το καμπαναριό μιας εκκλησιάς/ γειτονικής, που ξενυχτάει.
Τ’ αστέρια χαμηλώνουν ως τα πόδια μου,/ μέσα  μου σώπασαν τα λάβαρα/ και η αυλή μου μοιάζει αίφνης γαλαξίας˙
το γέλιο σου/ απόηχος και ειρωνεία,/ αβίαστο και εκκωφαντικό/ σπάζει τον κόσμο σε κομμάτια θρύψαλα/ κι έπειτα τον γεννά ξανά/ απ’ την αρχή.
ΥΓ.
Μ’ έναν χορό στο στόμα/ και τα στήθη ξέσκεπα,/ από τη ράχη του Κενταύρου/
θα μπορούσα  και
            να κατακρημνιστώ
                        απόψε.

Ένα τέτοιο ποίημα, όπως είναι και τα υπόλοιπα της συλλογής, σε πάει σηκωτό στην καρδιά της λυρικής  μας ποίησης που το λίκνο της βρίσκεται στον τόπο μας  στον Πάριο-Θάσιο Αρχίλοχο και στη Λέσβια Σαπφώ.

11/05/2020
Βασίλης Βασιλικός

6.4.20

Almost Like the Blues (Τα ποιήματά της)

γράφει ο Σταύρος Σταυρόπουλος στο Facebook
Τετάρτη 6 Απριλίου 2020 »»


Λέξεις στιλέτα. Που ξύνουν τις λάμες τους πάνω σου χωρίς καν να το αντιληφθείς. Πουτάνες λέξεις. Υφαίνουν με απλότητα έναν Μυστικό Δείπνο, σαν αργαλειός, αλλά ο προδότης δεν φάνηκε ακόμη. Ξωπίσω τους βαριανασαίνει η ασθματική, τρεμάμενη φωνή της Κατερίνας Γώγου. Η οξύτητα της βραχνάδας του Tom Waits. Ο τεθλασμένος φακός του Λάνθιμου. Οι αλκοολικοί ψαλμοί του Malcolm Lowry, τα αταβιστικά χτυπήματα της γραφομηχανής του Bukowski, τικ τακ τικ τακ, ο ωμός ρεαλισμός του Kerouac. Το παράνομο χαμόγελο ενός μετανάστη, ένα ζευγάρι πάνινα παπούτσια στην Ηφαίστου, δύο βραχιολάκια από πλανόδιο, τικ τακ τικ τακ. Ωρολογιακή βόμβα.

Σε ρουφούν οι δίνες των ωδίνων της. Οδύνης μάθημα. Περί οπής. Η ευωχία της θλίψης. Στρατσόχαρτα από βελούδο. Το μαύρο βελούδο της νύχτας, της δίψας, της ερήμωσης. Το παγωμένο βλέμμα του Dylan. Οι Underground Youth. Οι Birthday Party. O Pessoa με το καπέλο του. Τα μελωμένα χάδια της αγάπης κάτω από τα μεταχειρισμένα ρούχα μας. Η κάπνα απ' το τσιγάρο ενός νουάρ ήρωα. Ποιου; Η .Audrey Hepburn.

Οι ιπτάμενες εκδορές του δέρματος. Η μοσχοβόλα ομορφιά. Τα τείχη. Η μάνα. Και τα αρσενικά μέλη ενός σκύλου. Με το ριγέ σημαιάκι της ποίησης περασμένο γερά στο αριστερό του πόδι.

Γιατί ναι, «το αίμα ξέρει να σιωπά. Να απουσιάζει. Έχει τσίπα. Όση λείπει από σας. Και ό,τι αγαπάει το λεκιάζει για πάντα.»
Το λεκιάζει. Ενάντια σε κάθε εξουσίαση.

Ladies and Gentlemen, η κυρία Τόνια Κοσμαδάκη και ο σκύλος της.

(Είμαι πολύ περήφανος γι' αυτό το κορίτσι.)

Ο Μιχάλης Αλμπάτης μιλά για τις νουβέλες του

από το Extreme Ways, Δευτέρα 6 Απριλίου 2020 »»


Η συζήτησή μας με τον Μιχάλη Αλμπάτη έγινε με αφορμή τις δυο του νουβέλες, Ο κώλος της Άννας και Κάρτα ελεύθερης πρόσβασης που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Απόπειρα. Νομίζω οι πρόλογοι είναι περιττοί σε μια συζήτηση που περιστράφηκε γύρω από θέματα εκδοτικά, βιοποριστικά αλλά και σεξουαλικά.

Β.Μ :   Πότε άρχισες να γράφεις και ποια βιώματα σε οδήγησαν να εκφραστείς μέσω του γραψίματος;

Άρχισα να γράφω στην εφηβεία, φρικτή ποίηση, όπως τόσος κόσμος. Στη συνέχεια πέρασαν χρόνια με κάποιες σκόρπιες, αποτυχημένες απόπειρες να γράψω κάτι πιο ολοκληρωμένο, χρειάστηκε όμως να πάω τριάντα πέντε χρονών για να πω ότι κάτι κατάφερα. Μάλλον δεν είναι τα βιώματα που μας οδηγούν να εκφραστούμε μέσω της γραφής αλλά η έλλειψή τους. Αν ζεις μια έντονη και πλούσια ζωή μάλλον δεν έχεις χρόνο και διάθεση να γράψεις. Τελικά, θα συμφωνήσω με τον Μπόρχες, γράφουμε τα βιβλία που θα θέλαμε να διαβάσουμε αλλά κανείς δεν έχει σκεφτεί να τα γράψει.

Β.Μ : Πόσο δύσκολο είναι για έναν νεόκοπο συγγραφέα να βρει τρόπο ώστε κάποιος από τους εκδοτικούς οίκους να εκδώσει τα έργα του;

Όλοι φαντάζομαι οι άνθρωποι που γράφουν έχουν στη συλλογή τους άπειρες απορριπτικές επιστολές, αν και αρκετοί εκδότες δεν μπαίνουν καν στον κόπο να απαντήσουν. Σίγουρα είναι τρομερά δύσκολο να κάνεις μια αρχή. Εγώ το προσπαθούσα για περισσότερο από δέκα χρόνια. Το εκπληκτικό με το πρώτο βιβλίο μου που τελικά κυκλοφόρησε είναι ότι έγινε δεκτό από τον πρώτο κιόλας εκδότη που το έστειλα, κι ενώ οποιοσδήποτε άλλος δεν θα καταδέχονταν καν να διαβάσει ένα βιβλίο ενός άγνωστου συγγραφέα με τίτλο Ο κώλος της Άννας, εκεί στην Απόπειρα φαίνεται ότι παίρνουν ακόμα στα σοβαρά τον ρόλο τους, δεν διστάζουν να εκδώσουν κάτι ανορθόδοξο, πειραματικό ή αλλόκοτο, άλλωστε δεν είναι τυχαίο που ξεκίνησαν τις εκδόσεις τους με τις Σημειώσεις ενός πορνόγερου, αρχές τις δεκαετίας του ’80…

2.4.20

Δημήτρης Φιλελές • Αντι…σώματα

ποίηση,
Πρόλογος:
Χρίστος Γ. Ρώμας

έκδοση χαρτόδετη,
σχήμα
15,5 × 23 εκ., σσ. 150,
I S B N 978-960-537-285-9,
Απόπειρα, Αθήνα, Οκτώβριος 2018,
Λ.Τ. 12 € ( + Φ Π Α)



Η ποίηση του Δημήτρη Φιλελέ διακρίνεται άλλοτε για τον ήρεμο και αναζητητικό τόνο της και άλλοτε για τον καταγγελτικό. Είναι μια ποίηση με ρομαντικές αναφορές στο φως και την ομορφιά, αλλά και ρεαλιστικές καταγραφές της κοινωνικής παθογένειας και των ανθρώπων της.

Ο ποιητής χειρίζεται μια γλώσσα με λεπταίσθητους ιριδισμούς και αποχρώσεις, συγκρατημένη και ήρεμη, με εικόνες λυρικής ομορφιάς, αλλά και δραματικής έντασης. Καταφέρνει γι’ αυτό να μεταπλάθει σε τέχνη τα βιώματά του και τους ποικίλους συναισθηματικούς του κραδασμούς.

Κι έτσι ο Δημήτρης Φιλελές αναδεικνύεται ένας ακόμη αξιόλογος ποιητής, δηλαδή, κατά τον Βολταίρο, ένας ακόμη καλός άνθρωπος στο πλήθος των κακούργων που υπάρχουν.

Χρίστος Γ. Ρώμας

(Κείμενο από το οπισθόφυλλο της έκδοσης.)

1.4.20

Αννίτας Λουδάρου • Καριόλα

Δημοσίευση στο περιδικό Φρέαρ,
Δευτέρα 30 Μαρτίου 2020 »»

Αδιανόητο σου φαινόταν να μην τρώμε όλοι μαζί το μεσημέρι. Δύο με δύο και είκοσι και οι τρεις γύρω από το μεσημεριανό τραπέζι τρώγαμε ένα παλιόφαγο που βιαστικά είχες μαγειρέψει από το βράδυ ή στην ακόμα χειρότερη κάτι που έφτιαχνες στο πόδι μόλις έμπαινες στο σπίτι. Εγώ ίσα που είχα γυρίσει από το σχολείο και ο πατέρας μου από τα καφάο του ΟΤΕ. Αμίλητοι, σκυμμένοι στα πιάτα μας, ο πατέρας μου θα με ρώταγε μασώντας «σε σήκωσε κανείς;» Κι εσύ με τη σιγανή, συρταρωτή φωνή σου θα με προστάτευες «άστην πρώτα να φάει».

Μετά εσύ θα έφευγες συνήθως τρέχοντας και με την μπουκιά στο στόμα για τα μαθήματα και το φροντιστήριο. Θα γυρνούσες εννιά και κάποιες φορές δέκα το βράδυ. Εγώ θα πέρναγα δυο ώρες με τον πατέρα μου, να διαβάζω τα μαθήματα της αυριανής μέρας πάνω στο ίδιο τραπέζι της κουζίνας με το ίδιο άσπρο-κόκκινο καρέ τραπεζομάντηλο. Θα λέγαμε τα απολύτως απαραίτητα. Θα του έλεγα τι είχα στην Ιστορία, τι ασκήσεις στη Γραμματική. Εκείνος θα κρατούσε το βιβλίο, θα με εξέταζε και στο τέλος θα μου έλεγε οκ. Θα του έλεγα ένα σωρό περήφανα ψέμματα για να με αφήσει ήσυχη, να μη με ελέγξει στα μαθηματικά και στην φυσικοχημεία. Τα μισούσα τα μαθηματικά. Ήθελα να βγάλω τ’ άντερα μου κάθε φορά που με εξέταζαν στο σχολείο στα μαθηματικά. Το ήξερες πως μισούσα τα μαθηματικά;