25.3.19

Ευθείες μέρες (διήγημα της Αννίτας Λουδάρου)

γράφει η Αννίτα Λουδάρου | ο αναγνώστης,
Κυριακή 25 Μαρτίου 2019 »»

 
Απόγευμα μιας εντελώς τυχαίας καθημερινής βρίσκεται στο καφέ με την μεγάλη ξύλινη βιβλιοθήκη. Έχει μόνο μισή ώρα να γράψει, να σκεφθεί, να πιει δυο γουλιές καφέ, πριν φορτωθεί την μεγάλη κόκκινη τσάντα με τα χαρτιά και τις σημειώσεις και φύγει για την δουλειά. Μια απλή καθημερινή που τον αφήνει με την αίσθηση πως μάλλον είναι ένας ανόητος που αφήνει ανήμπορος τον χρόνο να καλπάζει. Που έρχονται γιορτές και δεν ξέρει που πήγαν οι ενδιάμεσοι μήνες. Μια μαύρη οριζόντια γραμμή απλώθηκε και ένωσε αυτόματα τον Αύγουστο με τον Δεκέμβριο.  Μια ευθεία χωρίς καμπύλες και διαλείμματα. Ευθείες μέρες. Δεν του αρέσουν οι ευθείες. Μοιάζουν με το τίποτα.

23.3.19

Happy 100th Birthday Lawrence Ferlinghetti !

γράφει ο John Freeman | Litteray Hub, »»



The year Lawrence Ferlinghetti was born in Yonkers, New York, (March 24, 1919)  an American expatriate named Sylvia Beach opened a bookstore on the Left Bank in Paris. Shakespeare & Co, as she called it, would become the best salon in town. A home-away-from-home for American writers, publisher of early works of modernism, including Joyce’s Ulysses, and proof positive that bookshops can absolutely be handmaidens to what they sell.

Perhaps there was a special moon dust in the air that year, the Great War just ending. For 35 years and $500 later, Mr. Ferlinghetti was in the same business. Only in his case, he’d create a home-away-from-home for anyone who felt like an ex-patriate in their own country. City Lights the store, the journal attached to it, and the publisher which grew out of it has changed the face of American letters almost as much as Harlem.

20.3.19

Πάνος Κουτρουμπούσης • Οι γύφτοι που μπορούσαν να πετάνε



Μια ιστορία του Πάνου Κουτρουμπούση με ηχητική επένδυση του Ντίνου Ζούμπερη.

Ακούγονται οι:
Πάνος Κουτρουμπούσης (αφήγηση) Χάρης Λαμπράκης (νέϋ) Ντίνος Ζούμπερης (synthesizers και ηλεκτρονικές επεξεργασίες, Αφρικάνικο talking drum, Μπαλινέζικο μεταλλόφωνο).

Το πρωτογενές υλικό ηχογραφήθηκε στα στούντιο Αιώρα και The Cave το editing και η τελική μείξη ήχου έγιναν στο στούντιο The Living Room σύνθεση, ηχογράφηση και μείξη ήχου: Ντίνος Ζούμπερης στο βίντεο εμφανίζονται οι: Νίκος Χατζάκης (νέϋ) Σόλης Μπαρκή (κρουστά) Ντίνος Ζούμπερης (synthesizers)

θέατρο σκιών (φιγούρες και εμψύχωση): Ηλίας Μαρκαντώνης κάμερα και φωτισμός: Αλέξανδρος Χαριτάκης μοντάζ και οπτικά εφφέ: Γιάννης Φάγκρας

Αννίτα Λουδάρου | Eίναι κάποια που ζει σ’ ένα υπόγειο

γράφει η Ανν Λου | εξιτήριον,
20 Μαρτίου 2019 »»


Ζει δυο χρόνια τώρα σε μια υπόγεια γκαρσονιέρα στην οδό Ιθάκης. Είναι κάθετη στην Πατησίων στο ύψος της Εφορίας. Η καλύτερη δουλειά που μπόρεσε να βρει μετά από τρία χρόνια συμπαγούς ανεργίας είναι στη γραμματεία ενός μεγάλου δικηγορικού γραφείου. Μεσολάβησε ο θείος της ο Βασίλης, ο αδερφός της μάνας της για να την πάρουν. Με τον όρο γραμματεία σύντομα κατάλαβε πως εννοούσαν τη χαμαλοδουλειά του γραφείου.   Χαρτόσημα, εφορίες, υποθηκοφυλακείο, υπηρεσίες αλλοδαπών οκτώ με δυόμιση το ωράριο της. Πάλι καλά, είχε τουλάχιστον ένα μισθό.

Έφυγε από τη ζωή ο Πάνος Κουτρουμπούσης, συγγραφέας, μεταφραστής και εικαστικός.

in.gr

Γεννήθηκε το 1937 στη Λιβαδειά και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε σκηνοθεσία στη Ρώμη και μπήκε στη Σχολή Καλών Τεχνών στο Παρίσι χωρίς όμως τελικά να παρακολουθήσει. Στα τέλη της δεκαετίας του ’50 άρχισε να δημοσιεύει δουλειά του σε έντυπα του Λεωνίδα Χρηστάκη και άλλα περιοδικά της εποχής, ενώ παράλληλα εργάστηκε στον κινηματογράφο ως βοηθός σε παραγωγή ταινιών. Συμμετείχε στην παρέα των Ελλήνων Υπαρξιστών, μέλη της οποίας μεταξύ άλλων ήταν τότε ο Θεόδωρος Πάγκαλος κι ο Δημήτρης Πουλικάκος, με τον οποίο διοργάνωνε χάπενινγκς. Ανακατεύτηκε με το ελληνικό μπητ κίνημα και από το 1963 συμμετείχε στην έκδοση του περιοδικού Πάλι.

18.3.19

Μιχάλης Μήτρας • Χωρίς ίντερνετ, με τηλεφωνητή κι ένα πάκο φωτοτυπίες

γράφει η Αντιγόνη Κατσαδήμα | «Αναγνώσεις», Αυγή,
Κυριακή 17 Μαρτίου 2019 »»

Ο Μιχάλης Μήτρας θα μας λείψει, αλλά ο Μιχαήλ, ο συγγραφέας και ποιητής θα είναι πάντα μαζί μας. Έτσι ήθελε να γράφεις το όνομά του στους φακέλους, καθώς απευθυνόσουν στο συγγραφέα και ποιητή. Στις συζητήσεις, στο πατάρι του Κοραή της Ιπποκράτους και σε άλλα κεντρικά σημεία της πόλης, μπορούσες άνετα να του μιλήσεις στον ενικό και εκείνος, με τη σειρά του, θα σε παρότρυνε να κάνεις λίγο πιο κει την καρέκλα σου, ώστε να βρίσκεται στο σωστό, για τα μάτια του, σημείο. Όσοι είχαμε την τύχη να γνωρίζουμε προσωπικά τον Μιχάλη Μήτρα, τον εμπνευστή της παγκόσμιας Ημέρας Ποίησης, – η οποία πλέον εορτάζεται στις 21 Μαρτίου, –  ξέρουμε πως, εκτός από σχολαστικός, ήταν ένας ευαίσθητος άνθρωπος. Μπορούσε να παρεξηγήσει εκείνα τα λόγια καυστικού χιούμορ, αν ένιωθε ότι ξεπερνούσαν τα όρια του αθώου και του καλοπροαίρετου. Δεν είχε κακή κουβέντα για κάποιον, ήταν ιδιαίτερα εγκρατής, όπως και το σκουρόχρωμο, μαύρο ντύσιμό του. Θα μπορούσε να ήταν ένας γνήσιος απόγονος του Γκόγκολ, ένας λογοτέχνης χωρίς περιττό λέγειν ή πράττειν που ήθελε να του στέλνεις καρτ ποστάλ από μέρη της Ελλάδας. Από τον Βόλο και ας ήταν Βολιώτης.

13.3.19

Νίκος Μάντζιος • Προσευχή

γράφει ο Νίκος Μάντζιος | Εξιτήριον,
Τετάρτη 13 Μαρτίου 2019 »»

Στη ζωή μου έχασα πράγματα πολλά, μα αυτήν δεν ήθελα να τη χάσω. Ήθελα να τη δω, να την αρπάξω και να τη ζήσω όσο πιο δυνατά μπορούσα. Να νιώσω έστω για λίγο (ή για πολύ, μακάρι!) σαν τυχερός θνητός που πριν πάει στον θάνατο να μπορεί να πει πως ναι, την άδραξα και την έζησα κι εγώ αυτήν την περίφημη, τη θεία τη Στιγμή που ’ναι μοναδική για τον καθένα κι έρχεται μόνο μια φορά – μπορεί και δυο εάν οι Μοίρες είναι σπλαχνικές και σε οικτίρουν που στάθηκες άτυχος τη πρώτη τη φορά και δεν την έζησες.

Διάλεξα το πέρασμα με σύνεση και έμεινα εκεί φρουρός με το λυχνάρι αναμμένο, στήνοντας ξόβεργα και παγίδες όπως έμαθα πως κάνουν οι σώφρονες θηρευτές στιγμών. Όμως εκείνο που δεν έπρεπε να ξεχάσω ήταν να μην κλείσω τα μάτια μου ποτέ γιατί η Στιγμή είναι θήραμα τετραπέρατο κι εύκολα σου ξεφεύγει αν γελαστείς και κλείσεις τα βλέφαρα για λίγο.

«Να είσαι ξύπνιος» μου έλεγε ο πατέρας μου – που αν κρίνω από τη θλίψη που είχε μέσα στα μάτια του λίγο πριν τα σφαλίσει, αυτός τη δικιά του τη Στιγμή δεν την αντάμωσε ποτέ. Ξέρω τώρα τι εννοούσε λέγοντας «ξύπνιος»: όχι να είμαι έξυπνος, μα να ’μαι εκεί όταν Εκείνη θα περάσει. Μη λάχει (αλίμονο!) κι έχω τα μάτια και τον νου κλειστά και έτσι αναπάντεχα διαβεί και δεν την πιάσω. «Να γρηγορείς» μου έλεγε συνέχεια (Το «και να προσεύχεσαι» μου το ’κρυβε, μα τ’ ανακάλυψα μονάχος μου αργότερα, στην ανάγκη).

Κι ο άμοιρος εγώ κουράστηκα και τα ’κλεισα για μια στιγμή και η Στιγμή μου πέρασε λες και καραδοκούσε. Έχασα ο ανόητος το φευγαλέο, εκείνο για το οποίο τάχτηκα να είμαι φρουρός ακοίμητος και να ’χω πάντα λάδι στη δάδα για να φέγγει. Δεν το είδα, απλά το ένιωσα όταν βιαστικά πέρασε από δίπλα μου σαν αχνοφύσημα ανέμου που θρόισε τα τσίνορα και μ’ έκανε να τ’ ανοίξω. Μα ήταν ήδη αργά. Ιδού ο Νυμφίος πέρασε εν τω μέσω της μωρίας μου. Δεν στάθηκα αντάξιος για να ’μπω στον νυμφώνα. Πείσμωσα. Πήρα βαθιά ανάσα και ξαναστήλωσα τα μάτια που με πρόδωσαν στο πέρασμα μπροστά μου.

Μοίρες καλές, Νυμφίε ελεήμονα, ευσπλαχνιστείτε εμένα τον αδύναμο και στείλτε τη Στιγμή μου.

Και με σπλαχνίστηκαν· και ήρθε η Στιγμή και με στιγμάτισε.

ΠΗΓΗ: Νίκος Μάντζιος Βλέπε οπισθόφυλλο: Μικρές ιστορίες που σμίγουν σε μία, Εκδόσεις Απόπειρα, 2017