12.5.21

Γιάννης Βαλούρδος • Γεωγραφία

ποίηση,
δίγλωσση
έκδοση (ελληνικά / αγγλικά)
μετάφραση
στα αγγλικά: Δέσποινα Κερεβάντη
σσ. 287, σχήμα 13 × 20,5 εκ.,
έκδοση χαρτόδετη,

I S B N: 978-960-537-301-6,
Λ.Τ. 14,00 € + Φ Π Α
Απόπειρα, 2021



1.5.21

Η Τόνια Κοσμαδάκη στο Merlin’s: «Ο ποιητής πρέπει να έχει ερωτική σχεδόν σχέση με τις λέξεις και να μη φοβάται…»

συνέντευξη στον Βαγγέλη Χαλικιά | Merlin’s,
Σάββατο 1 Μαΐου 2021 »»

 Την Τόνια Κοσμαδάκη την είδα πρώτη φορά στην έκθεση του καλλιτέχνη του δρόμου και καλού, κοινού μας φίλου Δημήτρη Κολέτση - Mitss. Η Τόνια γράφει ποίηση που χτυπάει στο δόξα πατρί, με ειλικρίνεια και κοφτερή γραφή. Το δεύτερο βιβλίο της, Σκύλος, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Απόπειρα και είχαμε μαζί της μια συζήτηση τόσο για το Σκύλο όσο και για το προηγούμενο της βιβλίο, το Σβήσε. Εν μέσω πανδημίας, αν ψάξει κανείς ανακαλύπτει όμορφα πράγματα που δεν παύουν να δημιουργούνται.

O Miles Davis έλεγε πως δεν ήθελε στους δίσκους του να υπάρχουν πληροφορίες, ούτε στα λάιβ του ήθελε να παρουσιάζει τα κομμάτια του. Πίστευε πως η μουσική του φτάνει, το ίδιο πιστεύω και γω για τα ποιήματα σου, Τόνια. Μιας όμως και θέλω να γράψω κάτι για τη δεύτερη συλλογή σου, Σκύλος η οποία διαδέχθηκε το Σβήσε, ακριβώς πριν τέσσερα χρόνια, τον Μάρτιο του 2017, θα προσπαθήσω να στήσουμε μια μικρή συζήτηση πάνω σε αυτό. Θα ήθελα, κατ’ αχρήν, να μας πεις λίγα πράγματα για σένα. Ένα μικρό βιογραφικό σημείωμα.

Έχω γεννηθεί και μεγαλώσει στην Αθήνα, πήγα σχολείο στο Βαρβάκειο και δεν ήμουν ποτέ πρότυπο μαθήτριας παρόλο που πήγα σε πρότυπο σχολείο. Όμως από τότε μου άρεσε η λογοτεχνία και τα πρώτα πρώτα μου ποιήματα τα έγραψα τότε, στο σχολείο. Πάντα έγραφα όταν κάτι με έτρωγε, με απασχολούσε. Έγραφα ημερολόγια, τεράστια γράμματα σε φίλους μου, σε σχέσεις, γενικά η γραφή ήταν μαζί μου. Δεν το είχα καταλάβει εγώ τότε, νόμιζα πως η τέχνη μου ήταν η ζωγραφική ή το θέατρο. Έκανα μαθήματα σχεδίου και υποκριτική και νόμιζα ότι σχεδόν το είχα βρει, αυτό το ένα πράγμα που είμαι. Όμως αυτό το ένα, ήταν η ποίηση, εκεί βρίσκω σκοπό εγώ τελικά. Είχε διαβάσει ο Σταυρόπουλος, τον οποίο θεωρώ δάσκαλο και οδηγό μου, ένα ποίημα μου, το «Γκόμενα», στο διαδίκτυο και είχε γράψει «Ποια είναι αυτή η ποιήτρια; Πού έχει εκδώσει;» Του έγραψα πως δεν είμαι ποιήτρια, πως απλώς ανεβάζω κάποια ποιήματα που γράφω στο διαδίκτυο. Πόσα ποιήματα έχεις; με ρώτησε, Γύρω στα εξήντα, του απάντησα. Μετά από δυο μέρες πήγα και τον βρήκα σε μία παρουσίασή του στα Εξάρχεια με τα ποιήματά μου, ήταν εκεί και ο Κώστας Καλημέρης, τα διάβασαν, μιλήσαμε, ήμουν σίγουρη πως βρισκόμουν στο σωστό μέρος. Μετά από λίγους μήνες εκδόθηκε το πρώτο μου βιβλίο, το Σβήσε, από τις εκδόσεις Απόπειρα

«Σκύλος»; Ο τίτλος του ποιήματος που κλείνει το βιβλίο σου, σαν ένα φινάλε σε ένα φινάλε αν και το σκύλο τον συναντάμε συχνά μέσα στις ιστορίες σου. Η απόφαση σου λοιπόν να ονομάσεις έτσι αυτή την συλλογή πως προέκυψε;

~Η ποιητική συλλογή Σκύλος, επίσης από την Απόπειρα, είναι ένα βιβλίο γραμμένο για την πίστη και την οδύνη. Ο σκύλος, ένα πλάσμα συγκλονιστικά συγκινητικό εξαιτίας της πίστης και της αφοσίωσής του, έμοιαζε ο τέλειος τίτλος για την συλλογή. Επίσης η υπερβολική αγάπη μου για τα συγκεκριμένα πλάσματα είναι γνωστή σε όσους με συναναστρέφονται. Είναι οι «άνθρωποί» μου, οι αγάπες μου, έχω δύο.

Είναι ο Σκύλος η συνέχεια του Σβήσε;

~Ναι, είναι και το γράφει και στο οπισθόφυλλο του Σκύλου. «Η συλλογή Σκύλος νοηματικά είναι η συνέχεια του Σβήσε κι αυτό προκύπτει από τη ροή της ζωής, αφού τα ποιήματα είναι γεγονότα. Τρανταχτά, ανεξίτηλα συμβάντα». Όμως δεν θα μπορούσαν να είναι το ίδιο βιβλίο, δηλαδή δεν πήραμε τα ποιήματα και τα μοιράσαμε στα δύο, αδύνατον άλλωστε αφού γράφτηκαν σε άλλη χρονική περίοδο. Επίσης κι εγώ ήμουν διαφορετική αυτές τις δύο χρονικές περιόδους. Έτσι το Σβήσε, το πρώτο βιβλίο, είναι μία συλλογή γραμμένη για την αγάπη, ενώ το Σκύλος, το δεύτερο, μία συλλογή για την πίστη και την οδύνη. Έτσι πάει…

«Έχω ένα δωμάτιο, με πράγματα δανεικά /που δεν τα επέστρεψα ποτέ /εκεί ησυχάζω δεν μπορώ να το αδειάσω /υπάρχουν και όρια στον αποχωρισμό.» Να υποθέσω πως δεν είσαι από αυτούς που τραβάνε ένα «Χ» σε όλα όσα τελειώνουν ή ανάλογα την περίπτωση;

~Τραβάω Χ με πολύ πόνο, διαλύομαι και το κάνω μετά από πολύ υπομονή και πολλές ευκαιρίες. Αγαπώ και πιστεύω τους ανθρώπους, το μεγαλείο για το οποίο είναι φτιαγμένοι. Την αγάπη. Μου είναι δύσκολα τα Χ τα σιχαίνομαι. Τα έχω πει ελάχιστες φορές… και τα εννοούσα.

28.4.21

Πάνος Κουτρουμπούσης • Το κεντράκι του Ταρζάν και άλλα παραμύθια

διηγήματα,
σσ. 192,
σχήμα 13 × 20,5 εκ.,
έκδοση χαρτόδετη,
I S B N: 978-960-537-302-3,
Λ.Τ. 14,00 € + Φ Π Α
Δεύτερη έκδοση: Απόπειρα, Απρίλιος 2021

Γιατί λείπουν κεφάλια ἀπ’ τὶς προτομές; Πῶς γίνεται ὁ Ταρζάν, ἕνας Ἰαπωνέζος κι ἕνας γονδολιέρης νὰ τραγουδᾶνε παλιὰ σουξέ ; Ὥς πότε θὰ ψάχνει ὁ Σπήντυ στοὺς σκουπιδότοπους τῆς Παλαιᾶς Ἀμερικῆς; Ποιός καὶ γιατί τραβολογάει ἐδῶ κι ἐκεῖ τὸν Μιστόκλη τὸν σάτυρο; Ποῦ ἔχει μείνει θαμμένος ὁ θησαυρὸς τοῦ Τιμπούρκιο Βάσκε; Πότε ἡ Σελήνη θὰ ὀνομάζεται Ματοφινιάϊς; Τί δὲν μπορεῖ νὰ ἐξηγήσει ὁ μονόχνωτος τοῦ Λυσσιατρείου; Γιατί ντρέπεται καὶ φοβᾶται ὁ μέγας ποιητής; Ὥς πότε θὰ κάνει παρέα μὲ τὸν Μνημόνιο ὁ Ἄμπο-Τακί; Καὶ τί τρέχει μὲ τὸν Ξένο μὲ παπούτσια, τὸν Σαδιστὴ μὲ τὰ σκυλιά του, τὸ δάχτυλο τοῦ Οὐρανομάγου καὶ τὸ φάντασμα τοῦ Μπεκρῆ;

Σὲ ὅλα αὐτά – καὶ πολλὰ ἄλλα – ἀπαντάει ἡ νέα συλλογὴ διηγημάτων τοῦ Πάνου Κουτρουμπούση Τὸ κεντράκι τοῦ Ταρζὰν καὶ ἄλλα παραμύθια, ὅπου ἡ συμπύκνωση τοῦ φανταστικοῦ καὶ τῆς σάτιρας, ἡ μεικτὴ γλώσσα καὶ μιὰ ἀπατηλὴ ἁπλότητα κρύβουν μυστικά…

23.4.21

Joseph Jacobs • Παραμύθια των Κελτών

/ Ανατύπωση /

Επιμέλεια:
Εικονογράφηση: John D. Batten
Μετάφραση (από την αγγλική): Δέσποινα Κερεβάντη και Γιάννης Βαλούρδος
σχήμα 13×20,5, σσ. 295
I S B N 960-537-017-4, 978-960-537-017-6
Σειρά: Του Κόσμου τα Παραμύθια • αρ. 16
Λ.Τ. 16,00 € (+ Φ Π Α)

Η μοίρα των Κελτών μέσα στη Βρετανική Αυτοκρατορία θυμίζει την τύχη των Ελλήνων ανάμεσα στους Ρωμαίους: «Κατέβαιναν γενναία στο πεδίο της μάχης, μα δεν είχαν ελπίδα να νικήσουν ποτέ». Παρ’ όλα αυτά, οι ηττημένοι Κέλτες υποδούλωσαν τον κατακτητή στην επικράτεια της φαντασίας, και η γλυκιά τους αιχμαλωσία αρχίζει από τη μικρή ηλικία, γράφει ο Joseph Jacobs προλογίζοντας τα παραμύθια που επέλεξε ο ίδιος, από τον τεράστιο όγκο των παραδόσεων του αρχαιότατου αυτού ινδοευρωπαϊκού λαού.
Το αποτέλεσμα είναι μια μοναδική συλλογή που περιλαμβάνει αντιπροσωπευτικούς θρύλους και περιπέτειες ονομαστών ηρώων, ταξίδια στους γοητευτικούς κόσμους νεραϊδών και των άλλων πλασμάτων της λαϊκής φαντασίας, καθώς και αστείες ιστορίες που σπιθοβολούν χιούμορ.
Τα παραμύθια των Κελτών είναι τα απαράμιλλα πνευματικά δημιουργήματα μιας ράτσας που έμελλε να επηρεάσει ολόκληρη την ιστορία της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας.

22.4.21

Μόρρις Έντουαρντ Όπλερ • Παραμύθια των Απάτσι Τσιρικάουα

/ Νέα έκδοση /

Επίμετρο: Scott Rushforth
Μετάφραση από την αγγλική (αμερικανική): Γιάννης Βαλούρδος και Δέσποινα Κερεβάντη
σχήμα: 13×20,5 εκ., σσ. 279
I S B N: 978-960-537-021-3
Πρώτη έκδοση: Απόπειρα, Αθήνα 1997
Δεύτερη έκδοση: Απόπειρα, Απρίλιος 2021
Σειρά: Του Κόσμου τα Παραμύθια • αρ. 17
Λ.Τ.: 16,00 € (+ ΦΠΑ)

Ανάμεσα στις χαρούμενες σκιές του δάσους το καλοκαίρι, ή τυλιγμένος στο υπαινικτικό σκοτάδι της μακριάς νύχτας του χειμώνα, ο Ινδιάνος αφηγητής παραμυθιών παίρνει αφορμές για να απλώσει το νήμα των ιστοριών του λαού του.
Οι ολοζώντανοι αυτοί μύθοι αποπνέουν το μοναδικό ήθος ενός πολιτισμού που αναπτύχθηκε σε εντελώς ιδιάζουσα συνάρτηση με το φυσικό κόσμο. Η φιλοσοφική τοποθέτηση του ανθρώπου μέσα στις δυνάμεις του σύμπαντος, η πάλη για την επιβίωση, οι καθημερινές πράξεις, που στην περίπτωση των Ινδιάνων πολλές φορές αποδεικνύονται συμβατές με την πιο υψηλή ποίηση, οι χιουμοριστικές περιπέτειες και τα τολμηρά σεξουαλικά ανέκδοτα, όλα έχουν τη θέση τους σ’ αυτήν τη συλλογή των προφορικών παραδόσεων που με πολλή συνέπεια και μεθοδικότητα κατέγραψε ο Αμερικανός ανθρωπολόγος Μόρρις Όπλερ στα μέσα περίπου του εικοστού αιώνα.
Το έργο του Μόρρις Όπλερ, με τις εκατό και πλέον ιστορίες των Απάτσι Τσιρικάουα – της φυλής τού πασίγνωστου Τζερόνιμο – παραμένει ως τις ημέρες μας βασική πηγή πληροφοριών όπου ανατρέχουν όσοι ενδιαφέρονται για τη φυλή των Απάτσι και τις προφορικές παραδόσεις των αυτόχθονων λαών τής Αμερικής.

4.4.21

Οι αναμνήσεις μιας νεκρής • Δείγμα πρώιμου μαγικού ρεαλισμού

Γράφει ο Αντώνης Φράγκος | εφημ. Εποχή,
Κυριακή 4 Απριλίου 2021 »»

Μαρία Λουίσα Μπομπάλ, Οι αναμνήσεις μιας νεκρής, μετάφραση: Άννα Βερροιοπούλου,  Απόπειρα, 2020


H, σχεδόν άγνωστη σε εμάς, Μαρία Λουίσα Μπομπάλ χαίρει μεγάλης εκτίμησης στον ισπανόφωνο κόσμο και βεβαίως περισσότερο στη Λατινική Αμερική μιας και είναι γέννημα θρέμμα της. Πατρίδα της η Χιλή όπου άνοιξε τα μάτια της το μακρινό 1910. Έχασε νωρίς τον πατέρα της και μαθήτευσε εσώκλειστη στο Παρίσι, σε συντηρητικό καθολικό σχολείο. Μετά από μια θυελλώδη ερωτική σχέση, ταξιδεύει, το 1933, στο Μπουένος Άιρες –προσκεκλημένη από τον Πάμπλο Νερούδα – όπου, επί δυο χρόνια, αναπτύσσει το ενδιαφέρον της για τον λογοτεχνικό κόσμο στους πολιτιστικούς κύκλους της Αργεντινής. Μεταναστεύει στη Νέα Υόρκη και διαμένει εκεί επί 30 συναπτά έτη – στην αρχή υπό άσχημες συνθήκες. Επιστρέφει, κατόπιν, στη Χιλή για να τελευτήσει ύστερα από λίγα χρόνια τον βίο της, έχοντας στην αποσκευή της δύο σύντομα μυθιστορήματα που θεωρούνται πρόδρομα του μαγικού ρεαλισμού αλλά και της φανταστικής λογοτεχνίας.

Οι αναμνήσεις μιας νεκρής γράφτηκαν, ουσιαστικά, το 1938 και ξαναγράφτηκαν στη νεοϋρκέζικη αυτοεξορία της το 1947 στην αγγλική γλώσσα. Ποια είναι λοιπόν τούτη η συγγραφέας που επηρέασε λογοτέχνες του μεγέθους ενός Χουάν Ρούλφο, ενός Κάρλος Φουέντες, ενός Μπόρχες; Η αλήθεια είναι πως η μεταφυσική ματιά της προανήγγειλε εκείνο το μεταπολεμικό ρεύμα του μαγικού ρεαλισμού – ο υπερβατικός τρόπος προσέγγισης των ανθρώπινων παθών υπό τη γυναικεία ταυτότητα. Σχετικά με την τελευταία, η Μπομπάλ ήταν απ’ τις πρώτες στην Λατινική Αμερική που είχε τη γενναιότητα να μιλήσει για την κατάσταση της γυναίκας στον μεσοπόλεμο, το δικαίωμα στον έρωτα και τους περιορισμούς της σε μιαν ανδροκρατούμενη κοινωνία.

26.3.21

Καίτη Βασιλάκου: «Οι αποκλίνοντες»

γράφει η Κατερίνα Θεοδωράτου | Διάστιχο,
Παρασκευή 26 Μαρτίου 2021 »»


 

«[…] η αρρώστια του Θεού μ’ έριχνε κάτω, εκεί που δεν περνάει το μάταιο, κι ο νεκρός αμαξάς ανεβασμένος στα κάγκελα κρατούσε τ’ άλογα, μακριά, μέσα στο ατέλειωτο, αφού ποτέ γυρισμός δεν υπήρξε, μόνο παμπάλαια λόγια, μιλημένα ξανά, σ’ ένα άλλο μέρος, ή άξαφνα σωπασμένα, γιατί είμαστε ξένοι εδώ, απλοί ενοικιαστές, κι εκείνο που έγινε θα ξαναγίνει πάλι, κι οι μέρες μας είναι το επαναλαμβανόμενο σινιάλο για κάτι που ποτέ δεν καταλάβαμε...»
Τάσος Λειβαδίτης, Σκοτεινή Πράξη (1974)

Δεν είναι η πρώτη φορά που η πεζογράφος και ποιήτρια Καίτη Βασιλάκου καταπιάνεται με την απόκλιση και τους αποσυνάγωγους αυτού του κόσμου. Άλλωστε, η πανάρχαια δεξαμενή των «διαφορετικών», των «αποκλινόντων», των «λοξών» αρδεύει τη μυθοπλασία ανέκαθεν. Σε προηγούμενά της πεζά – Ο πειρασμός του ερημίτη Χάρτμουτ Λιμπέργκερ (διηγήματα, Ιωλκός 2008), Οι πόρτες (διηγήματα, Ιωλκός 2010), Ο τέταρτος κλώνος (διηγήματα, Αίολος 2011), Το επίμονο φαινόμενο (νουβέλες, Απόπειρα 2016) καθώς και στο θεατρικό της Σιμόν (Μανδραγόρας 2014) – κινήθηκε στον χώρο της δυστοπικής φαντασίας, του αινιγματικού, του weird, και οι περσόνες που επινόησε ήταν εξ ορισμού αποκλίνουσες. Σε άλλα πάλι, εγγύτερα στον ρεαλισμό, όπως το Αγαπημένε μου ψυχίατρε (νουβέλα, Απόπειρα 2012) και Η προγονική εντολή (μυθιστόρημα, Γαβριηλίδης 2019) έθεσε την απόκλιση ως υπομόχλιο της πλοκής: το πρώτο είναι το χρονικό ενός παθιασμένου έρωτα εντός της συνθήκης ψυχοθεραπευτή-θεραπευόμενης και το δεύτερο η σάγκα μιας οικογένειας σε πέντε γενιές, όπου μυστικά, τραύματα, αμαρτίες και πάσης φύσεως «αποκλίσεις» των γεννητόρων αφήνουν το ψυχολογικό, ηθικό και κοινωνικό τους ίχνος στους επιγόνους.

Το παρόν μυθιστόρημά της τιτλοφορείται Οι αποκλίνοντες και επιγράφεται ως ιστορικό. Ο τίτλος μπορεί να ερμηνευθεί σε δύο επίπεδα: Ιστορικά, όπως δηλώνεται και στη σύντομη παρουσίαση στο οπισθόφυλλο, εστιάζει στον μεταιχμιακό όσο και ταραχώδη 4ο μ.Χ. αιώνα, όταν εδραιώθηκε ο χριστιανισμός ως επίσημη θρησκεία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από τον Μ. Κωνσταντίνο, κινδύνευσε πρόσκαιρα η επικράτησή του από τους επιγόνους του τελευταίου που ασπάστηκαν την αίρεση του αρειανισμού και από τη σύντομη βασιλεία του Ιουλιανού και καθιερώθηκε οριστικά – και αιματηρά – από τον Μ. Θεοδόσιο. Αυτές τις μεταβατικές δεκαετίες των επιγόνων διατρέχει το κυρίως σώμα του μυθιστορήματος, όπου η Αυτοκρατορία ήταν ένα πολυσυλλεκτικό μωσαϊκό από «αιρέσεις» και «αποκλίσεις», με επικρατέστερη και πλέον βαρύνουσα στο κείμενο εκείνη των Γνωστικών, από ένα πλήθος παραποτάμων που απέκλιναν από ένα έτσι κι αλλιώς μεταβαλλόμενο mainstream. Ας σημειωθεί εδώ ότι το βιβλίο περιέχει παράρτημα με βιβλιογραφικές πηγές, λεπτομερές χρονολόγιο της εποχής αναφοράς καθώς και ένα ενδιαφέρον γλωσσάρι των κυριότερων υπο-ομάδων των Γνωστικών. Πέρα όμως από τους αποκλίνοντες-αιρετικούς της επίσημης θρησκείας, ο μέγας αποκλίνων είναι ο κεντρικός ήρωας, με το βαθύτατα ειρωνικό όνομα Σωσίθεος, ο οποίος, σε μία εποχή εναλλασσόμενων και άνωθεν επιβεβλημένων βεβαιοτήτων και δογμάτων, όπου η θρησκεία είναι πολιτική και η μεταφυσική ακατανόητη ιδιορρυθμία, αρνείται τα δοτά σχήματα της οργανωμένης λατρείας, δεν ικανοποιείται από τις άπειρες εξεικονίσεις και τις χονδροειδείς αναπαραστάσεις του Θεού από τις διάφορες σέχτες και «αποκλίνει» σε μία μέχρι τελικής πτώσεως αναζήτηση του δικού του Θεού-Σωτήρα.

Όχι τυχαία, ο ήρωάς μας διχάζεται – και – ανάμεσα σε δύο γεννήτορες: Ο «επίσημος» πατέρας του, εχθρικός, απόμακρος και γλοιώδης καιροσκόπος, μοιάζει με τον «επίσημο Θεό»-τιμωρό, που επιβάλλεται διά της βίας με Συνόδους και Πρωτόκολλα, αλλάζοντας μορφές ανάλογα με το ρεύμα των καιρών. Ο άλλος, εκείνος που σταθερά υποπτεύεται – από μισόλογα της μητέρας του αλλά και από τη φυσική τους ομοιότητα, χωρίς ποτέ ωστόσο να επιβεβαιωθεί – ότι είναι ο βιολογικός του πατέρας, είναι ο καλοκάγαθος υπηρέτης του Μπααράμ, και παραπέμπει στον αγαθό και ελεήμονα Θεό των Γραφών, τον ενσώματο, κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση Θεό Πατέρα και Θεράποντα που αναζητά ο Σωσίθεος. Ο Λεύκιος, Βαλεντινιανός Γνωστικός και μέντοράς του στις μεταφυσικές του αναδιφήσεις, που φέρει τη σημειολογικά πολυσήμαντη θεσμική ιδιότητα του γιατρού-θεραπευτή, αποτελεί ένα τρίτο πατρικό πρότυπο, εκείνο του πνευματικού οδηγού. Ούτε αυτός όμως θα κατορθώσει να διαδραματίσει επαρκώς τον ρόλο του, οι αναζητήσεις του Σωσίθεου θα μείνουν άκαρπες και η φυσική απώλεια και των τριών θα σηματοδοτήσει την οριστική «ορφάνια» και οντολογική του μοναξιά.

Η προφανής ψυχαναλυτική αναφορά στον Πατέρα εύκολα μετατοπίζεται στο φιλοσοφικό πεδίο: Στο πρόσωπο του κεντρικού ήρωα υποστασιώνεται ο προαιώνιος Άνθρωπος, που, ενδεής ενώπιον του μυστηρίου της ζωής και –προπάντων– του θανάτου, αναζητά έναν Θεό-Πατέρα που θα τον συντροφέψει στην πορεία και θα τον περάσει ανώδυνα, ανεπαίσχυντα και ειρηνικά στην «απέναντι όχθη». Η ανώριμη φάση του Σωσίθεου συμπίπτει με την αρχική παρετυμολόγηση του ονόματός του: πιστεύει ότι είναι εκείνος που τον έσωσε ο Θεός, όπως ακριβώς τα παιδιά βρίσκονται στο απόλυτο έλεος του πατέρα. Στη συνέχεια επιτελεί διαδοχικές τελετουργικές πατροκτονίες, πρώτα αδιαφορώντας παγερά για τον θάνατο του επίσημου πατέρα, κατόπιν καθυβρίζοντας και βιαιοπραγώντας εναντίον τού κατά πάσα πιθανότητα φυσικού του πατέρα και, τέλος, απορρίπτοντας και υπερβαίνοντας τον πνευματικό του πατέρα. Το τελικό στάδιο είναι η οδυνηρή επίγνωση της ανημπόριας του να αισθανθεί, να συναντήσει, να επινοήσει έστω έναν Θεό. Δεν έχει φτάσει στην τελική Αλήθεια, ούτε στην Ανώτερη Γνώση που επαγγέλλονταν οι Γνωστικοί, αλλά οφείλει να αρκεστεί σε μια σωκρατικού τύπου γνώση της άγνοιας και να συμβιβαστεί με την πικρή διαπίστωση: Ο Θεός μου ούτε που γύρισε να με κοιτάξει. Η ωριμότητα που κατακτά συμπίπτει και με την επίλυση του γρίφου του ονόματος: Σωσίθεος δεν είναι εκείνος που τον σώζει ο Θεός, αλλά αυτός που σώζει τον Θεό: Καλείται να σώσει την ιδέα του Θεού μέσα του, περισώζοντας έτσι ένα ύστατο νόημα και αντίκρισμα ύπαρξης. Τα δύο θεία του οράματα, το πρώτο του σταδιακά βυθιζόμενου Εσταυρωμένου και το δεύτερο της θεϊκής μορφής που εξαφανίζεται στα στάχυα, είναι αποκαλυπτικά: Ο πάσχων Θεός ζητά σωτηρία, το επισφαλές και αμφίβολο νόημα ζητά δικαίωση και πραγμάτωση. Ο Σωσίθεος όμως αδυνατεί να ανταποκριθεί, η κάθαρση ματαιώνεται και ο ήρωας, όπως όλοι μας, μένει μετέωρος, με μόνο κέρδος τον συμβιβασμό, την τελική συμφιλίωση με την «αρρώστια», όπως εύστοχα ονοματίζεται στο κείμενο η μεταφυσική του αγωνία.

Η διαλεκτική σχέση μεταξύ ανθρώπων και ιστορικού γίγνεσθαι – βασικός άξονας που διαρθρώνει τα σοβαρά βέβαια ιστορικά μυθιστορήματα και όχι τα glossy αναγνώσματα «εποχής», που χρησιμοποιούν την Ιστορία ως περιπετειώδες «φόντο» – στους Αποκλίνοντες μετατοπίζεται στο φιλοσοφικό πεδίο, εισάγοντας έναν ιδιότυπο «μεταβατικό» ντετερμινισμό: Οι ήρωες κινούνται όχι ακριβώς μέσα στη δίνη των ιστορικών γεγονότων αλλά στις παρυφές τους, εκεί όπου το συμβάν αλληλεπιδρά με τα θρησκευτικά/φιλοσοφικά ρεύματα και η θρησκευτική ιδεολογία γίνεται όπλο της κοσμικής εξουσίας, εκτρέποντας τον ρου της Ιστορίας. Ο Σωσίθεος κινείται παράλληλα, συνειδητά αμέτοχος στο ραγδαία μεταβαλλόμενο τοπίο, αναζητώντας τον ψυχικό του πυρήνα και μια πνευματική σταθερά, ένα «πρόσωπο» μέσα από τα επάλληλα ιδεολογικά προσωπεία που δανείζεται. Θα μπορούσε να παραπέμπει στον εμβληματικό Σιντάρτα, που, παραφράζοντας τον Χέρμαν Έσε, «…βρίσκει παρηγοριές, παραισθήσεις, δεξιότητες και ξεγελιέται μ’ αυτές, την Ουσία όμως, τον Δρόμο των δρόμων, δεν τον βρίσκει ποτέ»· ωστόσο, ο ρεαλισμός της αφήγησης και το αυστηρό χωροχρονικό πλαίσιο της Βασιλάκου καθιστά τον δικό της ήρωα περισσότερο γήινο και οικείο και την αγωνία του πολύ περισσότερο «δική μας».

Η αφήγηση είναι φλας μπακ και πρωτοπρόσωπη· μέσα από την έκπληκτη, περιδεή, όμως καθαρή ματιά του Σωσίθεου περνούν σε εμάς αφιλτράριστα η αθλιότητα των λούμπεν κοινωνικών στρωμάτων, η βλακώδης θρησκοληψία, οι πολιτικές μηχανορραφίες, ο φατριασμός, ο εναγκαλισμός θρησκείας-εξουσίας, οι δογματικές διαφορές ως πρόσχημα για εμφύλιες συρράξεις, όλη η οικεία βαρβαρότητα ενός εφιαλτικά οικείου κόσμου. Στην αίσθηση της οικειότητας συμβάλλει και η απλή, απέριττη γλώσσα, χωρίς φραστικές υπερβολές και στιλιστική επίδειξη – σταθερή υφολογική επιλογή της συγγραφέα – που επιπλέον προικίζει το κείμενο με ακρίβεια και ευστοχία, ενώ αναδεικνύει σε όλη τη δύναμη και την αδρότητά της τη συναρπαστική του εικονογραφία. Αναφέρω ενδεικτικά την υποβλητική εικόνα του οράματος με τον Εσταυρωμένο που βυθίζεται αργά στην γη, σε μια έξοχη εικαστική και μεταφυσική συνομιλία με τη Γουίνι από τις Ευτυχισμένες μέρες του Μπέκετ: εδώ, η θνητότητα του Θεού αντικρίζει και ίσως ερμηνεύει την τραγικότητα του ανθρώπου. Ξένος σε μια ξένη γη, με τα λόγια του Γνωστικού Λεύκιου, τον καταπίνει η κινούμενη άμμος της φθοράς και της λήθης – και αυτόν και τον αινιγματικό, αγνοούμενο Θεό του.

Η ιστορικός και ακαδημαϊκός Έλεν Καμ είχε πει ότι το ιστορικό μυθιστόρημα, εκτός από αξιόλογο λογοτεχνικό είδος, αποτελεί και έμπρακτη υπόμνηση ότι η Ιστορία αφορά και συντίθεται από ανθρώπους. Η Καίτη Βασιλάκου με τους Αποκλίνοντες διευρύνει αυτόν τον αφορισμό, τολμώντας να θέσει τον άνθρωπο αντιμέτωπο με την ψηλάφηση του Νοήματος μέσα και πέρα από τα ιστορικά γεγονότα και να εντρυφήσει στον ψυχισμό του ήρωα, εκεί που εγκαταβιώνει ο αρχαίος Πόνος, η «αρρώστια της ανθρώπινης κατάστασης», που διατρέχει και υπερβαίνει την Ιστορία.

Η Κατερίνα Θεοδωράτου είναι θεατρολόγος.