Η ομιλία της Χριστίνας Οικονομίδου στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογής της Αναστασίας Μαλανδρενιώτη Αποδημήσαμε εντός, στις 5 Απριλίου 2026 στο θέατρο Εν Αθήναις.
Η Αναστασία Μαλανδρενιώτη αποτελεί, έτσι κι αλλιώς, μια ξεχωριστή φωνή στο ποιητικό τοπίο της δημοσιευμένης ποίησης, στο οποίο εισέρχεται για πρώτη φορά. Με τα εργαλεία της ποίησης αυτή τη φορά, επιχειρεί διατυπώσει, εκ νέου, τη δική της, προσωπική θέαση του κόσμου. Δεν είναι η/ο πρώτη/πρώτη/ος που το επιχειρεί ούτε ασφαλώς η/ο τελευταία/ος. Μένει να δούμε αν και κατά πόσον το καταφέρνει.
Αρχής γενομένης από το γεγονός ότι δεν φαίνεται να την απασχολεί στο ελάχιστο το παραπάνω ερώτημα, αποτολμά το εγχείρημα ενός πρωτόλειου ποιητικού έργου που απαριθμεί μόλις δεκαοκτώ ποιήματα, που όμως εκτείνονται σε εκατό σελίδες, υπερκεράζοντας την ασφάλεια του κανόνα. Μ’ αυτόν τον τρόπο διασφαλίζει, κατ' αρχάς, την προσοχή μας — διόλου εμπρόθετα, όπως είπαμε — διακινδυνεύοντας μια διανοητική ακροβασία όπου κάθε λέξη είναι κρίσιμη προκειμένου να μην εγκαταλειφθεί η επόμενη ή και ολόκληρο το ποίημα. Το αποτέλεσμα τη δικαιώνει. Κι αυτό γιατί, όχι μόνο αποδεχόμαστε την πρόσκληση/πρόκληση αλλά και μας αποπλανεί σ’ ένα ταξίδι αναζήτησης κι επαναπροσδιορισμού.
Βαθιά προσωπική, μα διόλου ομφαλοσκοπική, η ποιητική της δεν διστάζει να χώσει βαθιά το νυστέρι στο τραύμα, ως έκπληκτος ιατροδικαστής, στην πρώτη του ανατομία. Και παραθέτοντας, εξίσου άναυδος με μας, τα ευρήματά του, καταφέρνει να μας πάρει απ' το χέρι όσο διανύουμε ξανά τη διαδρομή απ' το γρατζουνισμένο γόνατο της παιδικής μας ηλικίας ως τον κατάφυρτο άλλο εαυτό μας που δεν ξέρει πώς να ερμηνεύσει τα σημάδια του στο σήμερα.
Από την πρώτη λέξη ως την τελευταία, η Αναστασία Μαλανδρενιώτη, σκηνοθετεί μια άρτια, απογυμνωτική αναπαράσταση, του εαυτού — εντός κι εκτός τοιχών.
(Πάσχα στο χωριό
Παπαρούνες ξεμυτίζουν απ’ τα σκασμένα πεζοδρόμια
Επαναστάσεις κοκκινίζουν τη γη
Μια ντουζίνα σταυθμευμένα αμάξια
με κατεβασμένα παράθυρα και σκυλοτράγουδα στη
διαπασών προμηνύουν το αιματοκύλισμα των πιστών
Νοικοκυρές φωνάζουν τις συνταγές απ' τα μπαλκόνια
Χώμα στα παπούτσια μας κι αρνάκι στην γκιλοτίνα)
(«Αναστάσιμη ακολουθία»)
Τα ποιήματά της είναι κατ' αρχάς αφοπλιστικά — στην κυριολεξία — γιατί με την ειλικρίνειά τους θέτουν εκτός από την ίδια και τον αναγνώστη ενώπιον του ειδώλου του.
Μας λέει, για παράδειγμα, το ποιητικό εγώ στο διαλογικό ποίημα «Άλογο και παράλογο»:
— Ο δικός μου ανεμόμυλος ζει ανάμεσα σε λόγχες και χρωματιστές πανοπλίες,
τον φυλάνε δράκοι κι ένας νάνος πειρατής
Ο δικός μου ανεμόμυλος μοιάζει με μια μεγάλη σαπουνόφουσκα
που βρίσκουν σπίτι οι ποδηλάτες ονείρων,
εκεί στροβιλίζοντα γύρω απ' τις κόκκινές τους σέλες
κι απ' τη λαχτάρα τους ν' αγαπηθούν
Χαϊδεύονται με τους πυρήνες των ματιών κι ερωτοτροπούν με ποιήματα
Οι δικοί μου ποδηλάτες ονείρων πιστεύουν ακόμα στους ανεμόμυλους
για να έρθει ο αντίλογος:
Οι ιππότες συχνά ονειροβατούν,
λούζονται το φως της σελήνης κι αλυχτούν πάνω απ' τις πόλεις
Μια λιμουζίνα λασπώνει τα φτερά του ανεμόμυλου
κι απομακρύνεται ξερνώντας ρύπους
Οι δράκου σου ξεμένουν από φωτιές,
ο νάνος γιγαντώνεται
κι οι ερωτευμένοι σου ακρωτηριάζονται
Εδώ αλλά και αλλού, η ποιήτρια αξιοποιεί με τον πλέον πρόσφορο τρόπο το βαθύτερο ζητούμενο της επίκλησης, της χειρονομίας που αποτελεί κάθε κοινοποιημένο ποίημα, ήτοι τη μετάληψη, ή αλλιώς ενσυναίσθηση, από πλευράς του αναγνώστη. Έτσι, είτε πρόκειται για δικές της αμιγώς βιωματικές είτε για μετα-ληπτικές εμπειρίες, η Αναστασία Μαλανδρενιώτη καταφέρνει να είναι το ίδιο προσωπική όσο και καθολική. Ίσως γιατί είναι και ηθοποιός, προσόν εξαιρετικά χρήσιμο σε κάθε ποιητή ή συγγραφέα, όταν αποτολμά να μιλήσει εκ στόματος άλλων.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα όλων των παραπάνω αποτελεί το τελευταίο ποίημα της συλλογής, όπου το ποιητικό εγώ μιλά εξ ονόματος της αποθανούσας μητέρας:
Η ώρα πέρασε
Συγγνώμη που τα τσαλακωμένα πόστερ μου είναι μόνο λίστες του σούπερ μάρκετ
Πρέπει να μαντρωθώ πίσω στο νεκροκρέβατό μου
Συγγνώμη που φεύγω πριν σε δω ν' ανθίζεις,
ελπίζω η μπάλα που φουσκώνει στην κοιλιά σου να μοιάσει μ' έναν λαμπερό ηλίανθο
κι όχι χαρτάκια ανείπωτων «σ’ αγαπάω»
Προς Θεού, όχι από κείνα τα συνηρημένα
αλλά απ’ αυτά με το «α» ανοιχτό,
μεγάλο σαν πηγάδι
Τα μεσάνυχτα από δω ψηλά, διαβάζεις τ' αστέρια και τις ευχές ανάποδα
Από δω ψηλά νομίζω πως αναπνέω καλύτερα
«Ένα ποίημα είναι αστραπή και λάμψη, αλλιώς δεν χρειάζεται να το διαβάσουμε δεύτερη φορά», γράφει ο Χάρολντ Μπλουμ στη «Θραύση των δοχείων». Δεν είμαι πια σίγουρη ότι είναι το απόλυτο κριτήριο. Αλλά είμαι σίγουρη ότι τα ποιήματα της Αναστασίας Μαλανδρενιώτη εμπίπτουν σ’ αυτή την κατηγορία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου