28.7.11

Λουκία Ρικάκη • Η Σιωπή των δακρύων

Επιμέλεια: Ελένη Γκίκα | Έθνος,
Πέμπτη 28 Ιουλίου 2011 »»

Μια πλειάδα σύγχρονων Ελλήνων συγγραφέων υπογράφουν καθημερινά και αποκλειστικά για το Έθνος. «Μια ιστορία με καλό τέλος». Επειδή η ζωή έχει το χρώμα, το αίσθημα και την έκβαση – γιατί όχι; – που εμείς της δίνουμε. Διότι είναι ανοιχτή στο ενδεχόμενο και το αναπάντεχο.

Μα είχα πολύ καιρό να τον δω.
Εξάλλου για μένα ήταν πάντα μια μυστική φιγούρα. Η γνωριμία μαζί του σχεδόν ποτέ δεν ολοκληρώθηκε κι έτσι μάλλον έγινε μυθική μέσα στα χρόνια.
Εκείνος εξέπεμπε μια υγεία νεανική.
Τουλάχιστον το σώμα σε αυτή την ηλικία τον καταχωρούσε. Μέχρι που διάβασα ένα γραπτό του κι εκεί στάθηκα εκστατική και έβαλα κλάματα γοερά.
Γιατί δεν μπορούσα να χωρέσω τούτα τα λόγια σε τούτο το σώμα. Στο βλέμμα ναι, ίσως αν κοιτούσα βαθιά. Αλλά δεν κοιτούσα βαθιά ίσως για να μη βυθιστώ, δεν ξέρω… δεν κοιτούσα όμως.
Τελικά όσο κι να ήταν το βύθισμα του γραπτού και ήταν ένα βύθισμα σε δρόμους που κι εγώ η ιδία κάπως είχα περπατήσει ή ήθελα να περπατήσω, τελικά μου φαινόταν λυτρωτικό.

Γκούσταφ Κλιμτ
Μοιραία
Οι άνθρωποι, τελικά, όταν είναι να συναντηθούν, συναντιούνται παντού, με έναν τρόπο μοιραίο και μυστηριώδη, είτε στον πίνακα του Γκούσταφ Κλιμτ, είτε στο αφήγημα της Λουκίας Ρικάκη.

Κι έμεινα καιρό και χάιδευα αυτό το πονεμένο βιβλίο και κουβαλούσα μαζί μου το σκούρο του εξώφυλλο και έλεγα:
«Μα πώς μπορεί να φτιάξει ένα αγόρι με τέτοιο δέρμα ένα γραφτό με τόσες γρατζουνιές» «Είδες;» μου είπε περιπαιχτικά πιο πολύ τονίζοντας τους τόνους της σεμνότητας που ήταν το μόνιμο ρούχο του.

Κάτι θαυμαστικό νομίζω τόλμησα τότε να ψελλίσω βιαστικά αλλά εκείνος καταπραϋντικά χαμογέλασε και η πνοή που βγήκε από αυτό το χαμόγελο φώτισε τη στιγμή, κι εγώ απλά χάιδεψα κρυφά μέσα στην τσάντα το σκούρο εξώφυλλο… και ήταν να σαν χάιδευα την ομορφιά;

Τι είναι αυτό με τα βιβλία που έχεις διαβάσει και τα κουβαλάς μαζί σου για καιρό για παρέα… δεν κατάφερα να το εξηγήσω. Αυτό το βιβλίο ήταν ένα από αυτά… πάντως. Χαμογέλασα λοιπόν, αλλά δάκρυσα από χαρά και το χέρι μου έφυγε από το βιβλίο για να μαζέψει το δάκρυ και μετά το έφερα στο στόμα μου, να δω τη γεύση είχε εκείνο το δάκρυ της χαράς και ήταν γλυκό και αναπαύτηκα. Λοιπόν είχα καιρό να τον δω συνήθως μιλούσαμε βιαστικά, ποτέ δεν βουτούσαμε στην πηγή της αθωότητας, όμως διεκπεραιώναμε με συνέπεια και αφοσίωση κάθε επαγγελματική εκκρεμότητα.

Και στο περιθώριο κάποιων σύντομων συναντήσεων σε κάτι περιπάτους με γρήγορο βήμα στον ρυθμό που επέτρεπε ο διαθέσιμος χρόνος να διανύσουμε από την μία ευθύνη στην άλλη.

Η διάπλατη απορία κυριαρχούσε. Πώς γίνεται να βρίσκονται τόσα κοινά σε μια τόσο μεγάλη απόσταση. Κανείς δεν φαίνεται να ήθελε να απαντήσει σε αυτό.

Έτυχε μια μέρα με αφορμή μια δουλειά που δεν υλοποιήθηκε ποτέ ακόμη – γιατί κανείς δεν βρήκε τον απαραίτητο χρόνο – έτυχε τότε να μιλήσουμε για τις σωματικές πνοές και έτσι διαπιστώσαμε κι άλλες πορείες κοινές μα τις προσπεράσαμε γρήγορα και με χαμόγελα συνένοχα μια και στο ημερολόγιο έγραφε κάτι να δρομολογηθεί.

Δεν δρομολογήθηκε, έτσι ήρθαν τα πράγματα αλλά κάνεις δεν νοιάστηκε και πολύ.

Μέσα στον καιρό που περνούσε όμως όλο και κατοικούσε η έννοια του προσώπου και χαρασσόταν στη μνήμη ως μια έννοια-κλειδί.

Και αυτή ήταν η ευεργεσία της μνήμης. Είναι μέσα στη φύση του καλού να θέλει το άνοιγμα και την επικοινωνία.

Και ξάφνου εμφανίστηκε στη ζωή μου από το πουθενά μια εξέλιξη αναπάντεχη από εκείνες που ταράζουν την ύπαρξη.

Και τότε ο μακρινός εκείνος φίλος εμφανίστηκε διακριτικά με λεπτότητα δήλωσε παρουσία.

Θυμήθηκα τα λόγια με γαλήνη: «Μερικές φορές ανεπαίσθητες μετατοπίσεις χρειάζονται για να νιώσεις αυτή την ευδαιμονία του να υπάρχεις ? και του να υπάρχεις μόνο για μια φορά» είχε πει παλιότερα, όμως εκείνη τη στιγμή που μου έλειπε το κουράριο του απάντησα:

«Δεν εμπιστεύομαι τα δάκρυά μου» απάντησα «έχουν τη δική τους απρόβλεπτη ροή τούτο τον καιρό Και πώς θα μιλάμε ενώ εγώ θα κλαίω; Εξάλλου, δεν με έχεις δει να κλαίω».

Συμφώνησε

«Όποτε θες είμαι εδώ πρότεινε».

Ο άνθρωπος στον άνθρωπο βρίσκει ανάπαυση.

Και μια μέρα ενώ είχε περάσει καιρός μου είπε:

«Σε είδα σε ένα όνειρο»

«Καλό ήταν;» ρώτησα

«Ξέρω εγώ; καλό ήταν μάλλον. Κλαίγαμε μαζί σε μια αγκαλιά» είπε. Κοίτα να δεις πάλι αυτό το δάκρυ μου, μόνο του χύθηκε από τα μάτια και έφτασε στο στόμα κι ήταν γλυκό και το κατάπια.

Και περνούσαν οι μέρες και μια μέρα ανέβηκα το κουράγιο και είπα να βρεθούμε και φόρεσα φανταχτερά χαμόγελα κι εκεί που βρεθήκαμε αφηγηθήκαμε για τα χρόνια που έχουν περάσει κι έχουν κουβαλήσει πόνους και χαρές, για τις πρόσφατες μέρες που κουβάλησαν φόβο, μα και για τα δάκρυα που αυτή τη φορά τα είχαμε αποφύγει με τόση αυτοσυγκράτηση.

Για πρώτη φορά μιλούσαμε με τον χρόνο σύμμαχο, ανοιχτά και είχαμε ανοίξει τους δρόμους της μοιρασιάς.

Κι εγώ τυχαία πρόσεξα ότι εκείνη τη μέρα φορούσαμε και οι δύο μοβ χρώμα.

Είναι το χρώμα της ίασης, της θεραπείας.

Ήπιο και ταπεινό σε κάποια απόχρωσή του μπορεί να περάσει απαρατήρητο, όμως και με αυτό στο ψίθυρο του αποκαθιστά στα πράγματα στη φυσική τους δόνηση, τα συντονίζει ας πούμε με τη φυσική τους μνήμη της ομορφιάς.

Και μετά έπρεπε να φύγουμε. Και αποχαιρετιστήκαμε σε μια γωνιά κάτω από τα δέντρα και εκεί αγκαλιαστήκαμε.

«Για ποιο λόγο κλαίγαμε στο όνειρο;» ρώτησα

«Δεν ξέρω», είπε

«Μα δεν γνωριζόμαστε καλά, έχουμε πει τόσα λίγα, πώς είναι δυνατόν να κλαίμε μαζί σε μια αγκαλιά;» ρώτησα

«Έχουμε πει τις λέξεις-κλειδιά» είπε το αγόρι με τη βεβαιότητα που βγάζει το αντρικό ηχόχρωμα.

Να λοιπόν που σε εκείνη την αγκαλιά εγώ πάλι δάκρυσα και αυτή τη φορά δεν το έκρυψα.

«Να που τελικά δάκρυσα!» είπα σχεδόν με χαρά. Σαν να λέω τα κατάφερα!

«Τα δάκρυα είναι καλά» είπε…

«Να τα ξαναπούμε» είπε «και σε ευχαριστώ» είπε και χάθηκε στη βοή του δρόμου.

Όχι δεν χάθηκε αυτή τη φορά ήταν πιο εκεί από πάντα είχε γίνει φίλος καρδιακός.

Σαν άγγελος είχε εμφανιστεί τώρα που πιο πολύ από ποτέ ήθελα την παρέα των αγγέλων.

Όσο απομακρυνόταν τόσο πιο κοντά μου ερχόταν και αναπαυόμασταν ο ένας στην ψυχή του άλλου και μας είχε ενώσει η ροή των δακρύων όχι όπως στο όνειρό του αλλά όπως στη ζωή τα δάκρυα ταΐζουν με την εύφορη ροή τους τη γη κι εκείνη ανθίζει τους καρπούς της φιλίας.

Το πιο πολύτιμο που έχουμε να θησαυρίσουμε. Τον ευγνωμονώ.

«Να πίνεις πολύ νερό» του είπα, «εγώ πίνω πολύ κάθε μέρα και έτσι έχω μια εύφορη πηγή δακρύων».

Μου υποσχέθηκε ότι θα πίνει πολύ νερό.

Έφυγε

Ξέρω ότι πίνει πια πολύ νερό

Δεν ξέρω αν δακρύζει.

Δεν είναι αυτό στις λέξεις-κλειδιά που μοιραζόμαστε.

Όμως το νερό είναι.

Εξάλλου λένε ότι δεν ταιριάζει στα αγόρια να κλαίνε.

Είμαι χαρούμενη που βρήκα έναν φίλο που μπορώ να μοιράζομαι τα δάκρυά μου έστω στις αγκαλιές του ονείρου.

Αλλά και τις αγκαλιές της ζωής.

________________________

Λουκία ΡικάκηΗ Λουκία Ρικάκη σπούδασε Ιστορία Τέχνης, Κινηματογράφο, Γραφικές Τέχνες και Φωτογραφία στο Dartington College of Arts στη Βρετανία, ίδρυσε και διηύθυνε το πρώτο Standup Comedy Club στην Ελλάδα, την εταιρεία Orama films και τις θεατρικές σκηνές του θεάτρου «104 Κέντρο Λόγου και Τέχνης», γύρισε άπειρες ταινίες, ανάμεσά τους Συμφωνία χαρακτήρων, Ταξίδι στην Αυστραλία, Κουαρτέτο σε 4 κινήσεις, Τα λόγια της σιωπής, το ντοκιμαντέρ Το Αιγαίο των ποιητών, για το οποίο και βραβεύτηκε, κ.ά. Παράλληλα, πάντοτε έγραφε: Σουρεαλ-έρως, Σ’ αγαπώ γιατί σ’ αγαπώ, Ένα μήνυμα για σένα, Κράτησέ με… Από την Απόπειρα κυκλοφορούν προσφάτως τα Παραμύθια της αγάπης και της ελπίδας, αλληγορικά, μεταφυσικά, με εκείνη τη χαρμολύπη που χαρακτηρίζει όλη της τη δουλειά.

Δεν υπάρχουν σχόλια: