17.10.09

Αγιάζει πράγματι ο σκοπός τα μέσα;

Γράφει ο Πέτρος Τατσόπουλος | Βιβλιοδρόμιο,
Τα Νέα, Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2009 »»

Έμμα Γκόλντμαν • Η απογοήτευσή μου στη Ρωσία
σσ. 288, σχήμα 24 × 17 εκ., Απόπειρα, Αθήνα 2009.

Η απογοήτευσή μου στη Ρωσία Σεβάσμια μορφή του παγκόσμιου αναρχικού κινήματος, η Αμερικανίδα Έμμα Γκόλντμαν πίνει το πικρό ποτήρι της απογοήτευσης καθώς διασταυρώνεται με τη Ρωσική επανάσταση στις πιο σκοτεινές της ώρες. Παρά τις όποιες ρυτίδες, 90 χρόνια αργότερα, η μαρτυρία της εξακολουθεί να μας ξαφνιάζει με τη διορατικότητά της.

Λιθουανή που πήρε αμερικανική υπηκοότητα και απελάθηκε απο τις ΗΠΑ, η Έμμα Γκόλντμαν βρέθηκε στη Σοβιετική Ρωσία μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση. Οι Μπολσεβίκοι, έγραψε, «προσεταιρίστηκαν τα αιτήματα του λαού, το αγροτικό πρόγραμμα των Σοσιαλεπαναστατών και τη συνδικαλιστική τακτική των αναρχικών»

Γεννημένη στη Λιθουανία το 1869 και με πρωσική εκπαίδευση — «απέχθεια απέναντι σε καθετί ρωσικό» — η ΄Εμμα Γκόλντμαν μετακομίζει στην Πετρούπολη το 1882 και τέσσερα χρόνια κατόπιν μεταναστεύει στις ΗΠΑ. Παρά την αμερικανική της υπηκοότητα και τη φήμη των ΗΠΑ ως «ασύλου πολιτικών προσφύγων», η Γκόλντμαν και άλλοι 248 πολιτικοί κρατούμενοι θα απελαθούν στη μετεπαναστατική Ρωσία την 21η Δεκεμβρίου του 1919. Στο μεσοδιάστημα των 33 χρόνων, η Γκόλντμαν έχει υποστεί διώξεις και διετή φυλάκιση για την αντιπολεμική της δραστηριότητα και τα αναρχικά της φρονήματα. Αν και σκέφτεται να προσφύγει στο Ανώτατο Δικαστήριο εναντίον της απέλασής της, αποφασίζει τελικά να δοκιμάσει την εμπειρία: «η Σοβιετική Ρωσία με τραβούσε σαν μαγνήτης».

Αυταπάτες

΄Οταν πατάει στα ρωσικά χώματα, τον Ιανουάριο του 1920, η Γκόλντμαν είναι μια πενηντάρα που χαίρει εκτίμησης στους απανταχού επαναστατικούς κύκλους και τρέφει ρομαντικές αυταπάτες για το κόμμα του Λένιν, ρητά διατυπωμένες, έναν χρόνο νωρίτερα, στο διθυραμβικό άρθρο της «Η αλήθεια για τους Μπολσεβίκους» (παρατίθεται αυτούσιο στο τέλος του βιβλίου). Ο ίδιος ο Λένιν«ένας πανούργος πολιτικός που ήξερε ακριβώς τι θέλει και δεν δίσταζε μπροστά σε τίποτε προκειμένου να το πετύχει» — είναι ενήμερος για τη δράση και τα φιλομπολσεβικικά της αισθήματα:
«Το βλέμμα του επάνω μου σταθερό και ψυχρό, με διαπερνούσε ολόκληρη, σαν να αναλογιζόταν πού μπορεί να με χρησιμοποιήσει». Την κατέτασσε προφανώς στην κατηγορία των «χρήσιμων ηλιθίων» (δικός του ο ορισμός), όλων εκείνων των Αναρχικών, Σοσιαλεπαναστατών και Μενσεβίκων που συμμάχησαν με τους Μπολσεβίκους τον (παλαιοημερολογίτικο) Οκτώβριο του 1917 — και δυόμισι χρόνια αργότερα ο Λένιν, εν μέσω εμφυλίου με τους Λευκούς αντεπαναστάτες και «πολεμικού κομμουνισμού» σε πλήρη κλιμάκωση, αμφιταλαντευόταν αν θα έπρεπε να τους σφιχταγκαλιάσει ή να τους εκτελέσει. Η Γκόλντμαν θα δει τα κολαστήρια του Τσάρου, τα φρούρια Πετροπάβλοσκ και Σλίσελμπουργκ στο Πέτρογκραντ, να στοιβάζουν τώρα θαμμένους ζωντανούς τους πολιτικούς αντιπάλους των Μπολσεβίκων — και θα διαβάσει χαραγμένο στον τοίχο το παράπονο ενός διανοουμένου: «Απόψε θα με τουφεκίσουν, επειδή έκανα το λάθος να μορφωθώ». Θα ταξιδέψει στη Νότια Ρωσία και, πλάι σε έναν λαό που λιμοκτονεί και τρέμει τη μυστική αστυνομία, θα συναπαντήσει τους αναρχικούς της συντρόφους, είτε παροπλισμένους και άρρωστους- όπως ο Πέτρος Κροπότκιν-, είτε μεταμφιεσμένους σε αγρότες — όπως η Μαρία Σπυριντώνοβα-, είτε επικεφαλής χιλιάδων οπλισμένων αγροτώνόπως ο Νέστωρ Μάχνο-, άλλοτε εχθρούς κι άλλοτε λυκόφιλους των «Κόκκινων».

Αηδίασε

Το ποτήρι για την Έμμα Γκόλντμαν θα ξεχειλίσει τον Μάρτιο του 1921, όταν ο Λέων Τρότσκι θα καταστείλει αιματηρά την εξέγερση των στυλοβατών της επανάστασης, των ναυτών της Κροστάνδης. «Οι ναύτες δεν πήγαν με τους αντεπαναστάτες, όμως ούτε μαζί μας ήθελαν να έρθουν», θα ειρωνευτεί κατόπιν εορτής τα θύματα ο Λένιν και θα θέσει ταυτόχρονα την ταφόπλακα στον «πολεμικό κομμουνισμό» κηρύσσοντας τη Νέα Οικονομική Πολιτική. Κρατικός καπιταλισμός λοιπόν; Η Γκόλντμαν θα αηδιάσει: «Δεν ήθελα πια να έχω καμιά σχέση μαζί τους». Τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς οι οικοδεσπότες της, αποφασισμένοι να ξεφορτωθούν την ενοχλητική παρουσία της, θα της επιτρέψουν να συμμετάσχει στο Διεθνές Συνέδριο Αναρχικών στο Βερολίνο. Η Γκόλντμαν δεν θα επιστρέψει ποτέ στη Σοβιετική Ρωσία: «Έπρεπε να υψώσω τη φωνή μου ενάντια στα εγκλήματα που διαπράττονται εξ ονόματος της Επανάστασης. Για να με ακούσουν φίλοι και εχθροί».

«Οι Ιησουίτες της Σοσιαλιστικής Εκκλησίας»

emma Από την πρώτη στιγμή η Γκόλντμαν, νεφελοβάμων αλλά όχι και εθελότυφλη, αντιλαμβάνεται την αγεφύρωτη διάσταση ανάμεσα στην πραγματικότητα και στις φαντασιώσεις της: «Οι Μπολσεβίκοι προσεταιρίστηκαν τα αιτήματα του λαού, το αγροτικό πρόγραμμα των Σοσιαλεπαναστατών και τη συνδικαλιστική τακτική των Αναρχικών στα εργοστάσια.

΄Οταν όμως η πλημμυρίδα του επαναστατικού ενθουσιασμού τούς έφερε στην εξουσία, ξεφορτώθηκαν τα μασκαρέματα [...]. Η ριζική διαφορά στις επιδιώξεις και στους σκοπούς καθιστούν σήμερα, χωρίς υπερβολή, τους Μπολσεβίκους έναν από τους βασικούς εχθρούς της Ρωσικής Επανάστασης». Μα σοβαρολογεί; Είναι οι Μπολσεβίκοι αντεπαναστάτες; Όχι ακριβώς. «Οι Μπολσεβίκοι [είναι] οι Ιησουίτες της Σοσιαλιστικής Εκκλησίας: [πιστεύουν] στο απόφθεγμα ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα» — κι εν προκειμένω, η αναρχική Έμμα Γκόλντμαν δεν διατίθεται να κάνει εκπτώσεις: «Καμιά επανάσταση δεν μπορεί να φέρει την ελευθερία, αν τα μέσα που χρησιμοποιεί δεν ταυτίζονται με το πνεύμα και τον προσανατολισμό του επιδιωκόμενου σκοπού».

(περισσότερα) >>

20.9.09

Χωρίς την παραμικρή προσποίηση

Γράφει ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου | Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, «Επτά»,
Νέες εκδόσεις,
Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2009. »»

Matthew και Shirley Χριστίνα Οινονομίδου,
Matthew και Shirley,
Ποιήματα,
Απόπειρα, 2009

Στιγμιότυπα καθημερινής φθοράς και απαξίωσης, αιφνίδιες πτήσεις στις παρακαταθήκες της τρυφερής ηλικίας, διαψευσμένες προσπάθειες διαφυγής από μια σαφώς στενόχωρη πραγματικότητα, καθώς και λυρικές εξομολογήσεις χωρίς την παραμικρή προσποίηση.

(περισσότερα) >>

10.9.09

Η Λουκία Ρικάκη στη FAQ

Η Λουκία Ρικάκη μιλάει για το νέο της βιβλίο Παραμύθια της αγάπης και της ελπίδας.
FAQ | Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2009, τχ. 67.

Λουκία Ρικάκη στη FAQ


Η Λουκία Ρικάκη μιλάει στη FAQ
(περισσότερα) >>

9.9.09

38 Φεστιβάλ βιβλίου • 11–27 Σπτεμβρίου 2009

Για ένα πράσινο μέλλον


Αφίσα 38ου Φεστιβάλ βιβλίου Το 38ο Φεστιβάλ βιβλίου, οργανώνεται από τον Σύνδεσμο Εκδοτών Βιβλίου (Σ.ΕΚ.Β.), με συνδιοργανωτές τον Πολιτισμικό Οργανισμό του Δήμου Αθηναίων και τον Σύλλογο Εκδοτών Βιβλίου Αθηνών (Σ.Ε.Β.Α.).

Το αφιέρωμα ανταποκρίνεται στην παγκόσμια ανησυχία για τις κλιματικές αλλαγές και, λόγω της επικείμενης συνόδου κορυφής για το κλίμα (στην Κοπεγχάγη), συμπράττει για την υλοποίηση του σχετικού προγράμματος με την Πρεσβεία της Δανίας.

Η Απόπειρα θα βρίσκεται στο περίπτερο αρ. 92.

Ημέρες και ώρες λειτουργίας του Φεστιβάλ βιβλίου:

Δευτέρα - Πέμπτη 6:00 μ.μ. - 10:30 μ.μ.
Παρασκευή και Σάββατο 6:00 μ.μ. - 11:00 μ.μ.
Κυριακή 11:00 π.μ. - 10:30 μ.μ.

Περισσότερες πληροφορίες στον Σ.ΕΚ.Β »»

(περισσότερα) >>

4.9.09

Ιστορίες φτιαγμένες από χαρμολύπη

Γράφει ο συγγραφέας Φώτης Θαλασσινός | Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2009 »»

Λουκία Ρικάκη
Παραμύθια της αγάπης και της ελπίδας
Απόπειρα, σσ. 203, 13 ευρώ

Λουκία Ρικάκη: Παραμύθια της αγάπης και της ελπίδας Η Λουκία Ρικάκη παρουσιάζει ένα βιβλίο φτιαγμένο με τα υλικά των παραμυθιών. Λέξεις, αιώνιοι έρωτες, φύση, χρόνος και χώρος που υφίστανται όπως στις ουτοπίες. Χωρίς να αντιμάχονται τη ζωή και την ομορφιά, αλλά μαζί τους σύμμαχοι στο μακρινό ταξίδι των ονείρων. Στη ρήξη των δεσμών και στην απελευθέρωση.

Η συγγραφέας σ’ αυτό το βιβλίο της είναι ιδιαίτερα δυνατή στις αφηγήσεις που απεργάζεται. Γνωρίζει την αλχημική μέθοδο απόσταξης της ομορφιάς, τόσο από διαμάντια όσο και από άνθρακες. Εξυφαίνει τους μύθους της σαν την αράχνη που έχει τον ιστό της τέλεια φτιαγμένο. Που η συμμετρία του μοιάζει να παρακάμπτει τις φαινομενικές ατέλειες του κόσμου μας. Του χώρου και του χρόνου. Τοποθετεί τις τέσσερεις διαστάσεις σε σύμπαν πιο ευρύ. Κλεψιγαμίες συντελούνται ανάμεσα στους παράλληλους κόσμους των ιστοριών της. Σύμπαντα στροβιλίζονται και ενώνονται ανεπαίσθητα, άδηλα σχεδόν. Όσο χρειάζεται για ν’ αποκαλυφθεί στο τέλος η συμπαγής ενότητα του χάους. Για να δοθεί σ’ επάλληλες συμπτώσεις βαρύτητα μοιραίου. Η Λουκία Ρικάκη δεν πιστεύει στην τύχη τόσο όσο στις αδιόρατες δυνάμεις που συνέχουν τα πάντα. Τα παραμύθια είναι μεστά σε νοήματα και αφήνουν τη σοφία τους να σ’ αγγίξει εξαγνιστικά. Όμορφες ιστορίες φτιαγμένες από χαρμολύπη. Παρηγορούν και αγκαλιάζουν σαν χάδι τρυφερό τον αναγνώστη. Με ήρωες τις ψυχές των μαγικών πλασμάτων τους κινούνται στην χώρα των αρχέτυπων. Στη γειτονιά του ζείδωρου Θεού. Η Λουκία Ρικάκη γράφει για τη μουσική και την ακούς την ίδια κιόλας τη στιγμή. Τα παραμύθια, έμπλεα σε αισθητηριακά σκιρτήματα, πλανεύουν τις αισθήσεις σου. Γεμάτα ήχους, κίνηση και εικόνες. Τα απαραίτητα υλικά που ένας έξυπνος αφηγητής βάζει στις ιστορίες του για να απαγάγει τον πιο απαιτητικό του αναγνώστη στον κόσμο που έχει πλάσει. Η συγγραφέας ελευθερώνει αιχμαλωτίζοντας. Οι αλληγορίες που διηγείται μιλούν για την αγνή, ανυστερόβουλη και θυσιαστική αγάπη. Μιλούν για παραμυθένιους έρωτες που το μέγεθος τους, αξιοζήλευτο, μπορεί να κατανοηθεί μόνον αν τους αναγάγουμε σε φυσικά φαινόμενα. Πάθη σε καταιγίδες. Σοφία σε άνεμο. Σοφία έρωτος τόσο ξεχωριστή, μα ευτυχώς ελπιδοφόρα. Φαντάζουν οι αγάπες στο βιβλίο δυσπρόσιτες γιατί για εκείνη ολοφάνερα ο ξεπεσμός της εποχής μας δεν είναι παρά γεγονός. Στολίζει τους έρωτές της με λόγια εμβληματικά, που απηχούν άλλα μεγάλα τέτοια παραμύθια. Τα παραμύθια της μοιάζουν με ύμνους, προσευχές σαμάνων αρχηγών των ινδιάνικων φυλών. Ξέρουν κι αυτοί πως όλα — το πιο μικρό και το πιο μεγάλο — κρύβουν την ανυπέρβλητη σοφία του Θεού.

Λουκία Ρικάκη Η συγγραφέας, βαθιά ευαισθητοποιημένη σε μεγάλο αριθμό ζητημάτων, απονέμει στις ιστορίες της δικαιοσύνη και στρατεύει μαζί της τα πάντα σ’ έναν παραμυθένιο πανθεϊσμό.

Οι ήρωές της μοιάζουν σαν έτοιμοι από καιρό ν’ αφήσουν το εγώ τους ν’ αφομοιωθεί στην απεραντοσύνη της δημιουργίας. Το όνειρο είναι ο βασικότερος άξονας των ιστοριών. Μέσα απ’ τα παραμύθια συμπεραίνει κανείς ότι ποτέ δεν είναι αργά για να τα κυνηγήσεις. Τα όνειρα περνάνε και αβγατίζουν από ηλικία σε ηλικία όπως οι μαθητείες. Από τον δάσκαλο στον μαθητή και από τον γέροντα σοφό στον άνθρωπο. Τα μάγια λύθηκαν, οι δυσκολίες ξεπεράστηκαν. Υπομονή συνιστά συγγραφέας. Και με μια φράση της μας οδηγεί στην αισιοδοξία: «Από την άκρη θα ’ρθει το φως».

__________________________




(περισσότερα) >>

29.8.09

Η ύπαρξη συνυφαίνεται με τη βιο-ιστορία

Γράφει ο Γιώργος Χ. Παπασωτηρίου | Βραδυνή,
Σάββατο 29 Αυγούστου 2009

Θαυμάσια ποίηση

«Matthew and Shirley» Η Χριστίνα Οικονομίδου στη συλλογή ποιημάτων της με τον τίτλο «Matthew και Shirley» (εκδόσεις Απόπειρα) επιλέγει κείμενα και τα βάζει να συνομιλούν μεταξύ τους, καθιστώντας τα διακείμενα, τα οποία με τη δική της ποιητική παρεμβολή τα αρμολογεί, δημιουργώντας ένα αυθεντικό, κατάδικό της ποιητικό οικοδόμημα.

Η Μνήμη, ο Έρωτας, ο Χρόνος, το Γήρας, ο Θάνατος, Αρσενικά και Θηλυκά, είναι τα κεντρικά θέματα διαπραγμάτευσης. Μόνο που η οπτική γωνία θέασης όλων αυτών είναι ένας ου-τόπος, καθώς δεν υπάρχει πατρίδα, δεν υπάρχει τόπος, καθώς ένας Heimatlos, ένας άπατρις, ένας άνθρωπος χωρίς πατρίδα θεάται μόνο από τη θέση του τίποτα, του πουθενά, του ουδενός και του μηδενός, θεάται από την μεριά του χάους και του Χάους(με την έννοια του τίποτα αλλά και της καζαντζακικής «αναδημιουργίας»). Η Οικονομίδου ενεργοποιείται με την ποίηση και κάνει ποίηση. Ξεκινάει με Νίκο Καρούζο: «…Ψηλά η νύχτα μοιάζει έρωτας/αυτοκτονεί ο διάττων./ Είμ’ ένας άνθρωπος φανταστικός». «Είμαι Εγώ, είμαι τεράστιος, τα περικλείω όλα…» (Ουίτμαν). Όχι. Ο Καρούζος και η Οικονομίδου, που τον παραθέτει, δεν αναφέρονται στα τεράστια, τα μεγάλα και ηρωικά Εγώ του Ουίτμαν, αλλά σ’ έναν «άνθρωπο φανταστικό», όπως εκείνη η γυναίκα που «καταπίνει έντομα/την ώρα που αναπνέει…», γιατί «τα έντομα τη βοηθούν να τραγουδήσει…»! Αυτός ο άνθρωπος της καθημερινότητας, ο φανταστικός, κατοικεί στις «λαϊκές γειτονιές», εκεί όπου όλα τα «κατοικίδια υλικά, λιώνουν το ένα μέσα στο άλλο σχηματίζοντας ένα απέραντο κοινόβιο..». Κι ύστερα τα «Παπούτσια Νο 43». Εκείνος «…ριγεί και συρρικνώνεται, μες στο κοστούμι του που ανασυνθέτεται. (Για να ταιριάζει με τα καλογυαλισμένα του παπούτσια)… Ο πόθος έχει πια χαθεί. Τα πάντα μοιάζουν πεθαμένα». Ο φόβος συρρικνώνει, όπως στον Κάφκα. Εδώ ο κύριος «Παπούτσια Νο 43» δεν κρίνεται αλλά αυτοκρίνεται ως λίγος. Ο φόβος του λογοκρίνει την επιθυμία κι ο πόθος πεθαίνει. Παραδόξως, τα παπούτσια του Άλλου υπό μία άλλη οπτική, αυτή της Ρεμπέκας Μίλλερ(Πορτρέτα γυναικών) έχουν την ίδια κατάληξη. Την απόρριψη. «Ένα πρωί η Γκρέκα Χέρσκοβιτς κοίταξε τα παπούτσια του άντρα της και συνειδητοποίησε, με συνταρακτική βεβαιότητα, ότι ήταν έτοιμη να τον εγκαταλείψει. Τα παπούτσια του ήταν απλά, φτηνά και ανθεκτικά, με καφέ ενισχυμένες μύτες. Η Γκρέτα φορούσε ένα ζευγάρι μυτερά ίσια παπούτσια από δέρμα αλιγάτορα»(Μίλλερ). Αυτή η φαινομενικά παράδοξη, αλλά στην πραγματικότητα... μέγιστη συμβολική (ταξική) διαφορά του ζεύγους στο θέμα των παπουτσιών τους ήταν η αιτία του χωρισμού, ή καλύτερα της «εγκατάλειψης» του «αόρατου» αρσενικού από το επιτυχημένο πλέον επαγγελματικά και κατά συνέπεια «ορατού» θήλεως. Αλλά και τα επιτυχημένα. «καλογυαλισμένα παπούτσια Νο 43» την ίδια τύχη έχουν. Και τούτο διότι η Οικονομίδου θεάται τα πράγματα από την αριστερή όχθη. Στην πραγματικότητα τα πιτσιλισμένα με χρυσόσκονη παπούτσια του Άντι Γουόρχολ νίκησαν κατά κράτος τόσο τα παπούτσια του Βαν Γκογκ όσο και τα παπούτσια εργασίας του Φλόιντ Μπάροουζ. Στη Ρεμπέκα Μίλλερ, μάλιστα, το δέρμα αλιγάτορα των παπουτσιών της κακάσχημης, αλλήθωρης, αλλά επιτυχημένης Γκρέτας «νίκησε» το φτηνό δέρμα του πανέμορφου αλλά άσημου Λι. Η κυριαρχία της μεταμοντέρνας τέχνης σημαίνει την πλήρη επικράτηση του φαίνεσθαι επί του είναι και εκφράζει το μαρασμό της εσωτερικότητας και του θυμικού. Δεν πρόκειται βέβαια για πλήρη εξαφάνιση κάθε είδους συγκίνησης, αισθήματος ή συναισθήματος αλλά μάλλον για την επιστροφή του απωθημένου, κάποιας περίεργης ενόρμησης, μιας διακοσμητικής ευφροσύνης και μιας αλλόκοτης ανακούφισης. Όπως ακριβώς κατά την πρωινή επίσκεψή μας στην τουαλέτα. Το επισημαίνει η Οικονομίδου: «Τρέχεις στην τουαλέτα ν’ ανακουφιστείς. (Φιλήδονα απορρίμματα: οι άνθρωποι που έφερες κοντά σου…)». Αλλά τα απορρίμματα, τα φροϋδικά «ταγικά υπολείμματα» (ταγικά κύριε διορθωτά κι όχι τραγικά) αργούν ακόμη να δημιουργηθούν. Πρώτα έρχεται η φθορά στη «Γριά γυναίκα (που) λούζεται γυμνή και δεν τη νοιάζει αν τη βλέπουν». Πρόκειται για τη συμφιλίωση με την Ώρα(εποχή, χρόνο) που καθιστά τη γριά Ωραία, αλλά η οποία δεν είναι πάντοτε δεδομένη, αντιθέτως μάλιστα. Αλλά να, φθάνουμε στον Jacques Hassoun και την «απέραντη σκληρότητα» που «ασκεί στον εαυτό του και στους άλλους» ο χωρίς πατρίδα, ο άπατρις, ο ξεριζωμένος σύμφωνα με τη Σιμόν Βέηλ, ο άρριζος.
Αλλά ποια είναι η Shirley και ποιος ο Matthew; Η ταυτότητα του αρσενικού και του θηλυκού αναζητείται μέσω της σεξουαλικότητας αλλά και της συμβολικής ή ουσιαστικής εξουσίας, αυτής της «συνήθειας χρόνων» που «σου επιτρέπει να επιβάλλεσαι, δια της απουσίας σου, στην καθημερινότητά της». Η ηδονή πάει κι έρχεται ατσαλάκωτη. Όλα είναι απλοί αντικατοπτρισμοί καθρεπτών. Κανείς δεν ξοδεύεται. Κανείς δεν χάνει. Γι’ αυτό κανείς δεν κερδίζει. Όλα μια ηδονή αυτεπίστροφη. Σαν αυνανισμός εις διπλούν(όρος θρησκευτικός). Κι ύστερα η «γλώσσα των δακρύων». Το «είδα στον ύπνο μου/μια ολόκληρη σειρά/ από δάκρυα μου θυμίζουν εκείνο το ερώτημα του Πετράρχη αλλά και του Τζιάκομο Λεοπάρντι: «γιατί μια στιγμή ηδονής να ισοδυναμεί με χίλιες οδύνες;». Η «γλώσσα των δακρύων», το πληγωμένο Εγώ που αγορεύει, τι καταπληκτικό ποίημα. Γιατί τα διακείμενα ενίοτε είναι ένα καινούργιο κείμενο, ένα νέο ποίημα(«Λες πως δεν γράφω/Πια συνθήματα/Στον χάρτη/Της αφής/Σου… Σε πλένω θλιμμένα/Προσπαθώ να ξεβάψω/Εμένα/Απ’ το χείλι του νόστου/Σου…».
Ακολουθούν οι «Ταυτότητες»: «Κάποιες φορές το πλήθος σού παραχωρεί ένα πρόσωπο, του δίνεις όνομα, μπολιάζοντας το μύθο στην πραγματικότητα...»(Carol Ann Duffy). Έτσι, άλλοτε «ντύνεσαι» Shirley, άλλοτε γίνεσαι Matthew κι άλλοτε θέλεις να φύγεις: «…να γίνω άγαλμα/μακριά από τον πόθο και την ενοχή/να ξεμπερδέψω με την υστεροφημία μου/σ’ ένα μουσείο λαϊκής πορνογραφίας,/να ξεπαστρέψω τους έρωτες και τα μελλούμενα/σ’ ένα συκώτι μουλιασμένο στο αλκοόλ». Να πάλι ο Λεοπάρντι και το μέγα πρόβλημα(αντίφαση) των διανοουμένων που δεν μπορούν να αντέξουν τη ματαιότητα σε συνδυασμό με το τεράστιο Εγώ τους και την αγάπη για ΖΩΗ. Γι’ αυτό «σβήνουν» το πάθος τους μες σε ηδονές-υποκατάστατα και τα λογής ψυχοτρόπα. Και να τα «Σπασμένα κόκκαλα ανθίζουν/στο μπακόνι στου». Γιατί όλα είναι «Ζήτα Ωμέγα Ήτα», δηλαδή ΖΩΗ, «ή μήπως Ήττα». Να, η ματαίωση που φεύγει από το παράθυρο του διανοούμενου και επιστρέφει από την πίσω πόρτα. Παρακάμπτουμε, λόγω χώρου, το «σπίτι»-σώμα και προχωράμε στον «επίλογο». Εδώ η ύπαρξη συνυφαίνεται με τη βιο-ιστορία καθώς «δεν θα ήμασταν ποτέ, αν δεν υπήρχαν κάποιοι να αφηγηθούν την ιστορία μας…». Θαυμάσια ποίηση.

_______________________________________

Αναδημοσίευται από το blog Βιβλιολόγιο τού Γιώργου Χ. Παπασωτηρίου »»

(περισσότερα) >>

20.8.09

Λουκία Ρικάκη • Παραμύθια της αγάπης και της ελπίδας

Ελληνική πεζογραφία
σσ. 203, 19 × 13,5 εκ., χαρτόδετη έκδοση,
I S B N 978-960-537-111-1

Που υμνούν τον εύφορο έρωτα, κοιτάζουν με ελπίδα τη συνύπαρξη των ανήσυχων ψυχών και προτείνουν μια ζεστή αγκαλιά.

Λουκία Ρικάκη: Παραμύθια της αγάπης και της ελπίδας Ένα βιβλίο δώρο. Ένα βιβλίο ταξιδιάρικο γεμάτο συγκίνηση. Τα δάκρυα είναι η μυστι­κή βροχή για να ανθίσει κανείς ξανά, όπως το όνειρο που ζωγραφίζουμε με χρωματιστά μο­λύβια, όταν περπατούμε ανάμεσα στον ουρανό και τη θάλασσα, στην πατρίδα του ορίζοντα.

Εκεί γεννήθηκαν τα παραμύθια, στον ορίζοντα, είναι παραμύθια που υμνούν τον εύφορο έρωτα και κοιτάζουν με ελπίδα την συνύπαρξη των ανήσυχων ψυχών. Προτείνουν μια ζε­στή αγκαλιά ως την πιο εύφορη χειρονομία στον άλλον. Προτείνουν την ασίγαστη περιπέ­τεια του νου ως τη μόνη συνθήκη που μπορεί πραγματικά να μας δώσει φτερά.

Υπάρχουν μερικά βιβλία που θα ήθελες να μην τελειώσουν ποτέ… έτσι να σε χαϊδεύουν για πάντα τρυφερά. Υπάρχουν μερικά χάδια που θα ήθελες να μην τελειώσουν ποτέ, έτσι να σε διαβάζουν για πάντα με ιερή περιέργεια, με δάχτυλα γεμάτα λέξεις και παραμύθια να σε αγ­γίζουν, και οι παλάμες να νανουρίζουν με χαϊδολογήματα το τρυφερό δέρμα.

Μια περιουσία από τα ταξίδια της ζωής είναι τα παραμύθια. Είναι παιχνίδια με τις λέξεις και τους μύθους.

Έτσι και αυτό το βιβλίο, το διαβάζεις με όποια σειρά θέλεις Από το τέλος προς την αρχή όπως οι Άραβες, ή από τη μέση προς το τέλος ή προς την αρχή παραδοσιακά, ή το ανοίγεις τυχαία σε μια σελίδα. Ας πούμε, λες να σου πουν τυχαία ένα νούμερο και να έχουν στο μυαλό τους μια ερώτηση, μια απορία, μια επιθυμία. Και εσύ ανοίγεις σε εκείνη τη σελίδα και διαβάζεις.

Όλα τα παραμύθια κάτι θα έχουν να σου πουν, κάτι θα έχουν να τους πουν, κάτι έχεις να τους πεις. Με τα παραμύθια δημιουργείς το χρόνο αντί απλώς να τον αφήνεις να περνά.

Δημιουργείς τον τόπο, αντί απλώς να περνάς περαστικός από τόπο σε τόπο. Με τα παραμύθια, ξεγελάς το χρόνο.

Μπορείς ακόμη να γράψεις την αρχή του παραμυθιού με το δάκτυλό σου, με ζάχαρη ή με αλεύρι στο μεγάλο τραπέζι του σπιτιού, να τη βρουν το πρωί οι άλλοι όταν θα ξυπνήσουν, και να περιμένουν ως το βράδυ που θα γυρίσεις, να τους πεις εσύ τη συνέχεια… Στόλισε τα παραμύθια σου με ένα φιόγκο, με άνθη γιασεμιού, ή ό,τι άλλο λουλούδι σού αρέσει το άρωμά του και πρόσφερέ τα δώρο, χάρισμα, προίκα, αποσκευή, πυξίδα, δρόμο, αεράκι κι οξυγόνο σε εκείνους που αγαπάς.

Είναι αλήθεια της ζωής τα παραμύθια; Της αγάπης τα φεγγάρια και του πάθους τα σκοτάδια, τα τραγούδια που είναι αστέρια;

__________________________________________

Σ’ αυτή την εποχή της μεγάλης ξηρασίας διαβάστε σας παρακαλώ τις τρυφερές ιστοριούλες της Λουκίας. Είναι φάρμακο, θα ενυδατώσουν την αφυδατωμένη σας ψυχή...
Λένα Διβάνη, συγγραφέας

Τα παραμύθια είναι μεστά σε νοήματα και αφήνουν τη σοφία τους να σ’ αγγίξει εξαγνιστικά. Όμορφες ιστορίες φτιαγμένες από χαρμολύπη. Παρηγορούν και αγκαλιάζουν σαν χάδι τρυφερό τον αναγνώστη. Με ήρωες τις ψυχές των μαγικών πλασμάτων τους κινούνται στη χώρα των αρχέτυπων. Στη γειτονιά του ζείδωρου Θεού. Η Λουκία Ρικάκη γράφει για τη μουσική και την ακούς την ίδια κιόλας τη στιγμή. Τα παραμύθια έμπλεα σε αισθητηριακά σκιρτήματα πλανεύουν τις αισθήσεις σου…
Φώτης Θαλασσινός, συγγραφέας, Ελευθεροτυπία, 4 Σεπτεμβρίου 2009 »»

Λέγεται ότι κάποτε η ανθρώπινη φωνή ξεπερνάει τα όρια — μεταμορφώνεται σε φως, απλώνεται σαν το βρόχινο νερό στο χώμα της ύπαρξης, ανεμίζει με λέξεις και νοήματα στα μακρινά ταξίδια του νου. Ετούτα τα «παραμύθια» της Λουκίας Ρικάκη αποτυπώνουν τη δική της φωνή (αυτήν που ελάχιστοι γνωρίζουν ότι διαθέτει τόσο θαλερή) για δύο από τις πιο ζωτικές έννοιες, την αγάπη και την ελπίδα. Είναι μια ενήλικη κατάθεση συγγραφής με ψήγματα ανέμελης παιδικότητας. Ή, αλλιώς, αποτελεί μια σειρά από ωφέλιμες ιστορίες για τον ανυποψίαστο αναγνώστη, όπου το μαγικό στοιχείο μπολιάζεται με την πραγματικότητα, την εμπεδωμένη αλήθεια της ζωής και το πετάρισμά της...
Βασίλης Ρούβαλης, συγγραφέας-δημοσιογράφος

_____________________________________________

Λουκία Ρικάκη

Η Λουκία Ρικάκη γεννήθη­κε στον Πειραιά το κινεζικό σελη­νιακό έτος του βοδιού. Σπούδασε Ιστορία τέχνης, Κινηματογράφο, Γραφικές τέχνες και Φωτογραφί­α στο Dartington College of Arts στη Βρετανία.

Μέχρι σήμερα έχει δημοσιεύσει τα βιβλία : Κουαρτέ­το σε 4 κινήσεις, σενάριο, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1994, Σουρεαλέρως, θεατρικό, Εκδόσεις Καστανιώ­τη, 1995, Σ’ αγαπώ γιατί…, λεύκω­μα, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1995, Σ’ αγαπώ ακόμα πιο πολύ…, λεύκω­μα, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1996, Σου γράφω γιατί σ’ αγαπώ, λεύκω­μα, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1997, Συμφωνία χαρακτήρων, σενάριο, Μπλε εκδόσεις, 1999, Ένα μήνυμα για σένα, λεύκωμα, Εκδόσεις Λι­βάνη, 1999, και Κράτησέ με, Εκδό­σεις Πολύτροπον, 2006.

(περισσότερα) >>