26.2.10

Τουρισμός στον Άδη

Γράφει η Λίνα Πανταλέων | Βιβλιοθήκη (Ελευθεροτυπία),
Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2010 »»

Πωλ Μπόουλς, Ψηλά πάνω από τον κόσμο
μτφρ.: Χίλντα Παπαδημητρίου,
εκδόσεις Απόπειρα, σσ. 244, 16,72 ευρώ

Ψηλά πάνω από τον κόσμο (Πωλ Μπόουλς) Δύο Αμερικανοί τουρίστες κάνουν βουτιά στον εξωτισμό από την κορυφή της αυταρέσκειας, αγνοώντας ότι οι προκαταλήψεις τους θα γίνουν βαρίδια που θα τους πάνε κατευθείαν στον βυθό. Οι Σλέιντ ταξιδεύουν σε μια απόμερη άκρη του κόσμου, κάπου στην Κεντρική Αμερική, με κύρια αποσκευή τους τη δυτική τους ευζωία.

Οι πρώτες σελίδες του μυθιστορήματος, που διαδραματίζονται εν τω μέσω του ταξιδιού, προοικονομούν τη νέμεση που θα καταδικάσει το ανδρόγυνο σε θάνατο. Σε αντίθεση με την περισφιγμένη αβρότητα του δρος Σλέιντ, ανεπαρκή να κρύψει τη δυσφορία του για μια εξαιρετικά φορτική ηλικιωμένη Καναδή, η κυρία Σλέιντ αντιμετωπίζει τα καπρίτσια της συνταξιδιώτισσάς τους με αξιέπαινη μειλιχιότητα. Ωστόσο η ευγένειά της, σύμφυτη με την ιδεοληψία της ανωτερότητας, θα γίνει η αιτία να υποστούν εκείνη και ο σύζυγός της τις δηλητηριώδεις περιποιήσεις ενός γοητευτικού, γριφώδους νεαρού, του γιου, όπως αποκαλύπτεται αργότερα, της νεκρής πια συνταξιδιώτισσας. Η διασταύρωσή τους με αυτόν τον δυσεξιχνίαστο άντρα, ονόματι Βέρο, είναι η αρχή μόνο της τιμωρίας που θα τους συντρίψει. Οι αποκλίσεις στη συμπεριφορά της κυρίας και του κυρίου Σλέιντ απέναντι στον απρόσμενο οικοδεσπότη τους, φωτίζουν τις ρωγμές στη μεταξύ τους σχέση, της οποίας βασικός συνδετικός αρμός είναι η ιδιοτέλεια, αλλά ταυτόχρονα και το κοινό τους σημείο, την ιδιοσυγκρασιακή τους υπεροψία. Πολύ καθυστερημένα θα διαπιστώσουν ότι οι αφειδώλευτες προσφορές του νεαρού άντρα δεν γίνονται τιμής ένεκεν. Το αντίτιμο αποδεικνύεται ανύποπτα υψηλό κι εκείνοι δεν έχουν να πληρώσουν παρά μόνο με τη ζωή τους, διαπιστώνοντας μόλις τότε πως η ευμάρεια δεν είναι ασπίδα. Ο δρ Σλέιντ, ιδίως, μέχρι και το τέλος αρνείται να σκεφτεί τα κίνητρα της γενναιοδωρίας του Βέρο, γι' αυτό και πεθαίνει πρώτος. Ο Βέρο, ως ενσάρκωση της αλήθειας, κομματιάζει βίαια τις βεβαιότητές τους, ενταφιάζοντάς τους σε έναν τόπο που εξαρχής περιφρονούσαν. Η κυρία Σλέιντ αναγκάζεται κάποτε να παραδεχτεί τον τελεσίδικο αφανισμό οτιδήποτε οικείου. «Ήταν λες και ο κόσμος δεν περιείχε πια καμία βεβαιότητα. Υπήρχαν μόνον ασταθή στοιχεία· τα πάντα είχαν αποκοπεί και έπλεαν ελεύθερα». Σε έναν εξίσου εφιαλτικό, παραισθητικό τόπο θα βρεθεί και ο άντρας της, λίγο πριν τσακιστεί στο χάος, σαστισμένος με τις αμελητέες αίφνης διαστάσεις του εαυτού του. «Καταλάμβανε το μικρό κέντρο μιας άγνωστης επικράτειας, και απ' όλες τις μεριές τον περιέβαλλε μια ερημιά».

Στάθης Φλώρος
Έργο του Στάθη Φλώρου. Αίθουσα Τέχνης Αθηνών

Ο Πωλ Μπόουλς (1910-1999), συγγραφέας ταυτισμένος με το περιβόητο Τσάι στη Σαχάρα, σε αυτό το μυθιστόρημα (1966), το τελευταίο από τα τέσσερα που έγραψε συνολικά, χαρτογραφεί έναν κόσμο ακατάλληλο για τουρίστες. Τα τοπία που κυκλώνουν τους Σλέιντ είναι άνυδρα, αχανή, αποψιλωμένα, με άφεγγες χαράδρες και φαράγγια, φωτισμένα αμυδρά από ένα απόκοσμο φεγγαρόφωτο, ναρκοθετημένα με σκιές και ήχους δαιμονικούς μιας άγνωστης πανίδας, με τα όρνεα να τεμπελιάζουν πάνω σε αγκαθωτούς θάμνους. Όλα στη φύση μοιάζουν να έχουν τα νεύρα τους τεντωμένα, αδημονώντας για το τέλος της εποχής της ξηρασίας, το οποίο προαναγγέλλουν «αστραπές σαν γλώσσες φωτιάς» που ηλεκτρίζουν τους γκρίζους, βαριούς σωρείτες. Η ένταση της ατμόσφαιρας μεταδίδεται στον ψυχισμό των δύο περιηγητών, οι οποίοι νιώθουν να χάνουν τον έλεγχο, παγιδευμένοι σε ένα σύμπαν εχθρικό, που διαψεύδει σαρδόνια τη ρομαντική τους θεώρηση περί εξωτισμού. Για παράδειγμα, κατά τη στάθμευσή τους σε ένα κακορίζικο λιμάνι, ο δρ Σλέιντ διαπιστώνει ότι, σε αντίθεση με τις σεξουαλικές προσδοκίες κάποιων τουριστών που επιμένουν να συνδέουν τον πρωτογονισμό με τον αισθησιασμό, η πόλη δεν προσέφερε σε ντόπιους και ταξιδιώτες τίποτε το εκλεκτό στον τομέα αυτό. «Μερικές θλιβερές κι άρρωστες πόρνες κοντά στον σιδηροδρομικό σταθμό, το πιθανότερο. Ούτε φεγγαρόλουστα ειδύλλια κάτω από τις φοινικιές ούτε αφρισμένα κύματα να σκάνε στη ζεστή άμμο. Οι άνθρωποι εδώ δεν διάβαζαν βιβλία. Ηταν μια πόλη από λαμαρίνα, μπετόν και αγκαθωτό σύρμα».
Η Λουτσίτα, μια ανήλικη Κουβανή που απασχολείται σαν ερωτική υπάλληλος, τρόπον τινά, του Βέρο, παρά την απροκάλυπτη αδιαφορία της για ό,τι συμβαίνει δίπλα της, έχει σαφή γνώση του χάσματος μεταξύ ονειρικής φαντασίωσης και πραγματικότητας. Γι' αυτό άλλωστε λατρεύει τη μαριχουάνα. Κάποια στιγμή θυμάται πως όταν μικρή μάθαινε αγγλικά τής άρεσαν πολύ τα ποιήματα όπου έβρεχε, καθώς «έκαναν τη βροχή ένα φιλικό καιρικό φαινόμενο». Η αιχμαλωσία της στον κόσμο του Βέρο τής έμαθε ότι σε κάποια μέρη δεν ταιριάζουν τα ποιήματα. «Εδώ δεν σήμαιναν τίποτα· ήταν άλλο είδος βροχής, βίαιο και απειλητικό».

Αλλά και η κυρία Σλέιντ, πολύ προτού υποδουλωθεί στον Βέρο, έχει την αίσθηση πως στο συγκεκριμένο γεωγραφικό μήκος και πλάτος η έννοια του καλού σχετικοποιείται, γεγονός που αποδεικνύεται, αν μη τι άλλο, από την ανεξήγητη προθυμία της να τρώει λασπωμένο ρύζι. «Η διαφορά ανάμεσα στο καλό και στο κακό είναι τόσο μικρή εδώ πέρα, ώστε παύει να έχει σημασία, ούτως ή άλλως», αποφαίνεται κάπου, στα όρια της ανοχής της.

Η δεσποτική παρουσία του μυστήριου νεαρού θα φέρει στην επιφάνεια την απόσταση που ενυπάρχει ανάμεσα στο ζευγάρι. Ο κύριος Σλέιντ ήδη στην αρχή του ταξιδιού συλλογίζεται καθώς στέκεται δίπλα στη γυναίκα του, «ότι δύο άνθρωποι πολύ κοντά ο ένας στον άλλον είναι μερικές φορές στην πραγματικότητα πάρα πολύ διαφορετικοί». Είναι περίεργο που κάτι τόσο αυτονόητο απαιτούσε έστω και μια φευγαλέα σκέψη, καθώς και μια τόσο μεγάλη διαδρομή, για να γίνει συνειδητό. Προς το τέλος του ταξιδιού η κυρία Σλέιντ, σαφώς πιο απαισιόδοξη από τον δρα Σλέιντ, καταλήγει στο συμπέρασμα πως δύο άνθρωποι, οι οποίοι πιστεύουν πως αγαπιούνται, το καλύτερο που μπορούν να κάνουν είναι να φαντάζονται ότι βρίσκονται κοντά. Αυτό τουλάχιστον προσπαθεί να κάνει εκείνη απέναντι σε έναν άντρα που μετέτρεψε το όνομά της από Ντεζιρέ σε Ντέυ, επικυρώνοντας έτσι την κυριαρχία του επί των επιθυμιών της. Κατά τη διάρκεια της φιλοξενίας τους στο υπερπολυτελές διαμέρισμα του Βέρο, δεν είναι λίγες οι φορές που η κυρία Σλέιντ ξεχνάει σχεδόν την ύπαρξη του συζύγου της, ακόμα και όταν υποψιάζεται ότι εκείνος κινδυνεύει.

Παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το γεγονός ότι ο τιμωρός προέρχεται από τον ίδιο κόσμο με τους Σλέιντ. Η ειδοποιός διαφορά τους με τον Βέρο έγκειται στην επίγνωση του τελευταίου σχετικά με τα πεπερασμένα όρια του δυτικού πολιτισμού αλλά και με τις ευτελείς του όψεις. Κάτι αδιανόητο για τους εν λόγω Αμερικανούς. Αν εκείνος εγκατέλειψε το Λονδίνο και το Μόντρεαλ για να αποκτήσει μια ψευδαίσθηση ελευθερίας σε μια χώρα της Κεντρικής Αμερικής που αντιμάχεται τις προσλαμβάνουσές του, εκείνοι επιμένουν να ατενίζουν τον κόσμο από ψηλά. Οταν όμως ο εωσφορικός οικοδεσπότης τούς ξεναγεί σε απόκρημνα ύψη της καινούριας του πατρίδας, παραλύουν από τον ίλιγγο, βέβαιοι για την αναπόδραστη πτώση τους. Η θέα που χαίνει μπροστά τους δεν είναι παρά μια «απομίμηση θανάτου». Πιο οξυδερκής η κυρία Σλέιντ, δεν αργεί να αντιληφθεί τη νοσηρότητα πίσω από την εύθρυπτη εγκαρδιότητα του Βέρο. Κάτω από την απάνεμη όψη του κοχλάζει το μίσος. Ενα μίσος από το οποίο τίποτα δεν μπορεί να τη σώσει.

Άκρως αλληγορική η εκδικητική μέθοδος του νεαρού. Η επίθεσή του εστιάζεται στο φαντασιακό των Σλέιντ, εκεί ακριβώς απ' όπου εκπορεύεται η αίσθησή τους της αυτάρκειας. Ο Βέρο με τη χορήγηση παραισθησιογόνων επιφέρει την κατάρρευση της συνείδησής τους, αφήνοντάς τους στο έλεος άλογων φόβων. Οι τοξικές του φροντίδες συνιστούν μια δαιμόνια αγωγή στην ανασφάλεια. Ποτισμένο με τα δηλητήρια αυτού του λιποτάκτη Δυτικού, ακρωτηριασμένο από τις σωματικές και νοητικές του δυνάμεις, το ζευγάρι βιώνει με απερίγραπτο τρόμο το ρίγος της αμφιβολίας. «Στο εσωτερικό, μέσα στη σκοτεινή κόχη της συνείδησής της, υπήρχε ένας ατελείωτος προθάλαμος για την Κόλαση», αναλογίζεται σωριασμένη σε ένα κρεβάτι η κυρία Σλέιντ, ενώ ο σύζυγός της, αρκετά μακριά της, υπέφερε από έναν εξίσου φρικτό μετεωρισμό, καθώς «καταλάβαινε ότι ο έξω κόσμος έτρεχε μακριά, υποχωρούσε μπροστά στην εισβολή τής τρομερής ασθένειας που ξεπηδούσε από μέσα του, και ήξερε ότι σύντομα θα έμενε μόνον η άσεμνη πραγματικότητα του εαυτού του, παγιδευμένη στις μοναχικές κάμαρες της ύπαρξης».
Ο Βέρο αυτήν ακριβώς την «άσεμνη πραγματικότητα» θέλει να εξαγνίσει με τα πτώματα των δύο Αμερικανών. Αν χάρη στην εκλέπτυνση των αισθήσεών του ο δρ Σλέιντ, μπαίνοντας στο διαμέρισμα του φιλόξενου οικοδεσπότη, διέκρινε στον αέρα «μια αμυδρή ζωική μυρωδιά, ή ίσως όχι ακριβώς ζωική, αλλά κάτι που είχε σχέση με τη ζωή των "ιθαγενών"», η γυναίκα του, λίγες μόνο μέρες νωρίτερα, καθώς φορούσε τα βρομισμένα από την υγρασία ρούχα της, σκεφτόταν ότι «οπουδήποτε αλλού θα της είχε φανεί τελείως αηδιαστική η ιδέα να φορέσει υγρά ρούχα». Ίσως όμως δεν ήταν απαραίτητο η ξιπασιά της να καταλήξει στο περίστροφο του Βέρο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: