15.1.10

Ο Κέρουακ διαβαίνει μουσηγέτης

Γράφει ο Γιώργος-Ικαρος Μπαμπασάκης |
Καταφύγιο θηραμάτων, Ελευθεροτυπία,
Παρασκευή 14 Ιανουαρίου 2010 »»

ker1[4]Δεν επινόησε απλώς τον εαυτό του, όπως, ας πούμε, ο Όσκαρ Ουάιλντ ή ο Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, ούτε αποτέλεσε την έκφραση μιας ολόκληρης γενιάς, όπως ο Τζιμ Μόρισον ή η Τζάνις Τζόπλιν, αλλά γράφοντας ολοένα και πιο πολύ, και ολοένα και πιο ελεύθερα, μένοντας προσηλωμένος στο «ένδον σκάπτε» του Μάρκου Αυρήλιου, και τιμώντας το πολλές φορές με τρόπους οδυνηρούς, κατάφερε, όχι πάντα ηθελημένα, να υπερβεί τη μεθόριο της χρονικότητας, να τανύσει απέραντα το εφήμερο, να μετατρέψει το ακαριαίο σε αιώνιο, να γίνει, με μια λέξη: κλασικός.

Χαμογελούσε θλιμμένα, γελούσε τρανταχτά, του άρεσαν οι μηλόπιτες, λάτρευε την ξέφρενη τζαζ, και άκουγε στο όνομα Τζακ Κέρουακ.

Είναι εκπληκτικό το φαινόμενο να ανακαλύπτονται, ξανά και ξανά, τα βιβλία του, από αλλεπάλληλες γενιές, στις πιο διαφορετικές, πολιτικά και πολιτισμικά, χώρες του πλανήτη. Είναι συγκινητικό να ακούς, εδώ και χρόνια, δίχως να κουράζεσαι στιγμή, απεναντίας, τη φωνή του να απαγγέλλει ποιήματα, να διαβάζει σπαράγματα από τα μυθιστορήματά του, να μιλάει στο ραδιόφωνο. Είναι θαυμαστό να έχουν μελοποιήσει λεκτικούς συνδυασμούς του τόσο ο Joe Strummer όσο και ο Jeff Buckley, τόσο η Patti Smith όσο και ο John Cale. Οι Morphine μάς έχουν προσφέρει το δυναμικό τραγούδι «Kerouac», ενώ ο μέγας Tom Waits έχει συνθέσει τουλάχιστον τρία μίνι αριστουργήματα εμπνευσμένος από τον Κέρουακ: το πολύ όμορφο τραγούδι «Jack & Neal», ήδη από το 1977 και το άλμπουμ Foreign Affair, το «On the Road», που εμφανίζεται για πρώτη φορά, λίαν τιμητικά, στο άλμπουμ Jack Kerouac reads On the Road (1999), κι εδώ ο Waits συνοδεύεται από το funk metal συγκρότημα Primus, και κατόπιν στο τριπλό Orphans (2006), σε άλλη εκτέλεση, παρέα με το «Home Ι'll Never Be» (κατ' ουσίαν μια μπλουζ εκδοχή του «On the Road»). Αλλωστε σύνολο το έργο του Waits μπορεί να θεωρηθεί ένα ατέρμονο, θελκτικότατο σχόλιο στη συγγραφική/ποιητική προσφορά του Κέρουακ κι ένα δυναμικό/μελαγχολικό/επικό σάουντρακ των βιβλίων του.

Ο Τζακ Κέρουακ γεννήθηκε στις 12 Μαρτίου του 1922. Πέντε το απόγευμα. «Πέντε η ώρα που βραδιάζει», όπως λέει και το δημοφιλέστερο ποίημα του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα. Από την παιδική του ηλικία θ' αρχίσει να γράφει. Και να αθλείται. Οι δύο μεγάλες του αγάπες, η συγγραφή και ο αθλητισμός, που θα εναλλάσσονται, θα παίζουν διαλεκτικά μεταξύ τους, θα οδηγήσουν τον Τζακ σε παράτολμες παραφορές, σε αλλόκοτες αλαζονείες, σε γόνιμα γινάτια. Κατά καιρούς επαίρεται ότι μπορεί να γράψει γρηγορότερα από τον καθένα, ενώ δεν θα παραλείψει να επινοήσει και ένα σύστημα γρήγορης συγγραφής βασισμένος στους κανόνες του μπέιζμπολ και του ράγκμπι! Θρυλικά έχουν μείνει — και πλέον αντικείμενα πολύπτυχης μελέτης — τα σημειωματάρια, τα τετράδια, τα ημερολόγια του Τζακ, «μαρτυρολόγια», όπως εκείνο του Αντρέι Ταρκόφσκι, αλλά και γεμάτα με ηλιόλουστες, ρέουσες, ποταμίσιες παραγράφους, με φωτοβολίδες αισιοδοξίας στον σκοτεινό ουρανό.

Σπουδάζει, αλλά τα παρατάει. Προτιμά να είναι αυτοδίδακτος. Και θα γίνει επίσης αυτοσχέδιος, αυτοβιογραφούμενος. Χωρίς να το ξέρει, θα γίνει ένας συνδυασμός Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Λουί Φερντινάν Σελίν και, με έναν τρόπο που το μυστικό του μονάχα ο Thomas Pynchon θα μπορούσε να κατέχει, θα γίνει πρωτοπόρος καταβυθιζόμενος μες στην παράδοση, θα γίνει καινοτόμος από λατρεία για το παλιό που χάνεται, θα γίνει αιωνίως νεανίας (forever young) γερνώντας πολύ πιο γρήγορα από τους παλιόφιλούς του της Beat Generation. Οι αντιφάσεις είναι, ενίοτε, οι νότες στην παρτιτούρα όπου από το χάος γεννιέται μορφή και από τη σκόρπια ζωή δομείται μια νέα αρχιτεκτονική.

Ο Κέρουακ θα γνωρίσει, μέσα στους λαβυρίνθους των μπαρ, των συμπτώσεων και της αγάπης για την έντονη ζωή, τους ανθρώπους εκείνους που θα γίνουν οι ισόβιοι σύντροφοι και φίλοι του, αλλά και οι σκιές, τα φαντάσματα και οι Ερινύες του. Ο Αλεν Γκίνσμπεργκ, ποιητής, ομοφυλόφιλος, Εβραίος, επαναστάτης με πολλές αιτίες. Ο Ουίλιαμ Μπάροουζ, πάντα ντυμένος σαν πράκτορας του FBI, γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, εγγονός του εφευρέτη της ταμειακής μηχανής, συγγραφέας, ντετέκτιβ, απολυμαντής, απόφοιτος του Χάρβαρντ, σοφός, ιδιότυπος σωσίας του Γέρου του Βουνού, του διαβόητου Χασάν ι Σαμπάχ, θρυλικού ηγέτη των Ασασίνων στο απόρθητο Αλαμουτ. Ο Γκρέγκορι Κόρσο, επαγγελματίας αλήτης, τυχοδιώκτης, τρόφιμος πολλών αναμορφωτηρίων και σωφρονιστικών ιδρυμάτων και, πέρα απ' όλα αυτά, πάνω απ' όλα αυτά, διάκονος δυναμικός της Ποίησης. Τέλος, είναι ο Νηλ Κάσαντι, το alter ego του Τζακ, ο φίλος και αδελφός του, ο απόλυτος συνομιλητής και συνταξιδιώτης του, ο καλύτερος οδηγός σ' όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μ' αυτή την παλιοπαρέα, όλοι σήμερα διάσημοι και νεκροί, ο Κέρουακ θα γίνει αυτός που έγινε, μέσα σε κάμαρες υγρές και φτωχικές, αλλά γεμάτες ένταση, ζωή, έρωτες, τζαζ και λογοτεχνία.

Ας δούμε πώς μιλάει ο ίδιος ο Κέρουακ, πεισματικά αυτοβιογραφούμενος: «ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΚΥΡΙΟΤΕΡΩΝ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΕΩΝ ΚΑΙ/ Ή ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΩΝ: Τα πάντα. Ας διευκρινίσουμε: Λαντζέρης σε καράβι. Πρατήριο βενζίνης. Μούτσος σε καράβι. Αθλητικός συντάκτης σε εφημερίδες (Ο Ηλιος του Λόουελ). Φρεναδόρος σε τρένα στη Νέα Υόρκη. Εκανα περιλήψεις σεναρίων για την 20th Century Fox στη Νέα Υόρκη. Πωλητής σόδας. Υπάλληλος στα τρένα. Επίσης: αχθοφόρος, συλλέκτης βαμβακιού, βοηθός χαμάλης σε γραφείο μετακομίσεων, παραγιός σε κατεργασία μετάλλου στο Πεντάγωνο, το 1942. Παρατηρητής για πυρκαγιές στα δάση (το 1956), οικοδόμος (το 1941)... Εκανα του κεφαλιού μου. Είμαι γνωστός σαν "τρελός, χαζός και άγγελος", με ένα "γυμνό, ατέλειωτο κεφάλι πρόζας". - Επίσης, στιχουργός, Μέξικο Σίτι Μπλουζ (1959). Πάντα θεωρούσα το γράψιμο ως καθήκον μου πάνω στη Γη. Επίσης, το κήρυγμα της παγκόσμιας καλοσύνης, πράγμα που οι υστερικοί κριτικοί απέτυχαν να εντοπίσουν μέσα στην έντονη δράση των αληθινών ιστοριών μου σχετικά με τη Γενιά των Μπητ. Ουσιαστικά δεν είμαι Μπητ, αλλά περίεργος, μοναχικός, παλαβός, καθολικός, μυστικιστής... Τελικά σχέδια: ερημίτης σε δάσος, ήσυχο γράψιμο σε προχωρημένη ηλικία, γλυκές ελπίδες για Παράδεισο (όπου πάει ο καθένας έτσι κι αλλιώς)... Το αγαπημένο μου παράπονο για τον σύγχρονο κόσμο: η ειρωνεία τού "καθωσπρέπει" κόσμου που, μην παίρνοντας τίποτα στα σοβαρά, καταστρέφει τα παλιά ανθρώπινα αισθήματα... Δουλειά στα τρένα, στη θάλασσα, μυστικισμός, δουλειά στα βουνά, ηδονή, εσωτερικότητα, ενδοσκόπηση, ταυρομαχίες, ναρκωτικά, εκκλησίες, μουσεία, δρόμοι, ένα συνονθύλευμα ζωής, όπως το ζει ένας ανεξάρτητος, μορφωμένος, αδέκαρος αλήτης που πάει οπουδήποτε» (Μοναχικός Ταξιδιώτης, μετάφραση Γιώργος Τασσόπουλος, εκδ. Πλέθρον).

Ο Κέρουακ πασχίζει πάνω απ' όλα να ανακαλύψει τι είναι η αυθεντικότητα, το μεδούλι των πραγμάτων, η ψίχα της ψυχής, το Άγιο Δισκοπότηρο, το graal εκείνο που ο ίδιος παρέα με τον Νηλ Κάσαντι ονόμαζαν απλούστατα «Αυτό», «it». Θύμα, θα έλεγε κανείς, στην πάλη αυτή είναι το ίδιο το μυθιστόρημα, η μορφή που λέμε μυθιστορηματική, ακόμα και η ίδια η μυθοπλασία. Ο Κέρουακ σφαγιάζει το μυθιστόρημα, το θυσιάζει στον βωμό της έκφρασης αυτού που θεωρεί, ή διαισθάνεται πως είναι ό,τι πιο βαθιά κι αληθινά σκιρτάει στα μύχια του ανθρώπου: η υπέρβαση του θανάτου μέσα από τη δημιουργία και τη δωρεά της στον άλλο, η δεξίωση του άλλου μες στο δικό μας θάλπος ή, ας το τολμήσουμε με όρους χαϊντεγκεριανούς, η ανοιχτότητα του είναι, η ικανότητά μας να δίνουμε και να δινόμαστε.

Πολύτιμος σύμμαχος σ' αυτήν την αποδομητική, θα έλεγε κανείς σήμερα, Μέθοδο Κέρουακ στάθηκε πάντα η τζαζ, οι εκρήξεις του σαξόφωνου που αυτοσχεδιάζει και θέλει να πει τα πάντα με λυγμούς και με βρόντους. Θα επιχειρήσει να γράψει ένα έπος, όχι ένα επικό μυθιστόρημα, αλλά, ναι, ένα έπος, ένα έργο που θα υπερβαίνει τον γραπτό λόγο και θα επανέρχεται στην προφορική, αγνή και ανεξέλεγκτη ροή των λέξεων. Ξέρουμε ότι επινόησε την μποπ προσωδία, ένα είδος συνειδησιακού ρεύματος που εξέρχεται προς την αχαρτογράφητη μεγαλοφυΐα της καθημερινής ζωής, κάτι σαν εσωτερικός μονόλογος με ανοιχτά παράθυρα και ορθάνοιχτα παντζούρια, μια ευήλια σκοτεινιά, ας τολμήσω να πω. Η γλώσσα, όπως και στον Τζόις, φτάνει στα άκρα, οι λέξεις γίνονται σκιές, αντικείμενα, ρόγχοι, κρότοι, ανάσες, χορευτικές χειρονομίες, τσιτσιρίσματα από το λαρδί στο τηγάνι, η ευωδιά του καφέ με το χάραμα στον ξύλινο πύργο της πυρασφάλειας, ο ιδρώτας του ντράμερ μες στο υπόγειο υπερώο, το χνάρι του παροδικού στο σινικό τείχος της λήθης.

Παρέα με τη χειμαρρώδη, αλλά πάντα αυστηρά προετοιμασμένη και μεθοδικά συγκροτημένη, πρόζα του Τζέιμς Τζόις (τον οποίο ο Κέρουακ θαυμάζει ανυπόκριτα), παρέα με τη «μουζικούλα» του Σελίν, με το jazzez la langue, το τζαζέψτε τη γλώσσα, ο Κέρουακ θα έχει αρωγό το σαξόφωνο του Τσάρλι Πάρκερ — και δεν είναι διόλου τυχαίο πόσο συνταρακτικές ηχούν οι στιγμές που του αφιερώνει στα Mexico City Blues: «Ένας μεγάλος μουσικός κι ένας μεγάλος δημιουργός/ σχημάτων/ Που βρίσκουν τελικά την έκφρασή τους/ Σε τρόπους και σε ό,τι διαθέτεις», «Μουσικά σημαντικός όσο κι ο Μπετόβεν/ Παρ' όλα αυτά όχι εξίσου αναγνωρισμένος/ Στάθηκε μπροστά από έναν καθώς πρέπει/ μαέστρο/ Ορχήστρας εγχόρδων,/ Περήφανος και γαλήνιος, σαν ένας ηγέτης/ της μουσικής/ Μέσα στη Μεγάλη Ιστορική Παγκόσμια Νύχτα», «Τσάρλι Πάρκερ πάρε τον χαμό,/ μακριά από μένα, κι απ' όλον τον κόσμο» (από τα Χορικά 239, 240 και 241, στη μετάφραση του ποιητή Γιάννη Λειβαδά, εκδ. Ηριδανός).

Ο Κέρουακ, εξερευνητής της ζωής, των εγκάτων της ζωής, των πιο κρυφών πτυχώσεών της, και, συνάμα, υμνητής του ολοφάνερου που δεν του δίνει πια κανείς σημασία, κι ας είναι τόσο αναγκαίο όσο και φωτοβόλο, το πάλεψε γερά, όπως θα έλεγε και ο Τσαρλς Μπουκόφσκι, και κατάφερε να πάει την ιστορία λίγο πιο μπροστά, να κινήσει τον κόσμο κατά ένα εκατομμυριοστό της ίντσας, θυμίζοντάς μας πάντα την όμορφη κατακλείδα ενός από τα πιο πρόσφατα κείμενα σχετικά με τον Τζακ, το κείμενο «Into the Heart of Things», δημοσιευμένο στην έξοχη πρώτη έκδοση του On the Road, του αρχικού θρυλικού χειρογράφου, του περιλάλητου scroll, κείμενο που με έκανε περήφανο, μιας και φέρει την υπογραφή George Mouratidis, κείμενο που κλείνει με τα βαθιά αμερικανικά αλλά και τόσο παγκόσμια πια λόγια κάποιων μουσικών της τζαζ που μετά την εκτόξευση του George Shearing στα ουράνια της δεξιοτεχνίας ξεπέρασαν τον αρχικό αποσβολωμένο θαυμασμό τους, έπιασαν τα όργανα και άρχισαν να το παλεύουν λέγοντας ο ένας στον άλλο: «Μη σταματάς, παίξε, κάτι καινούριο θα βγει, δεν μπορεί, πάντα υπάρχει κάτι πιο πολύ, πάντα υπάρχει ένα πιο κει — το πράγμα δεν τελειώνει ποτέ».

Δεν υπάρχουν σχόλια: