31.3.25

Me & the devil blues: «Αναζητώντας τον Ρόμπερτ Τζόνσον» (γράφει ο Θανάσης Μήνας)

γράφει ο Θανάσης Μήνας | ο αναγνώστης,
Δευτέρα 31 Μαρτίου 2025 »»

Ανατρέχουμε στα λίγα που γνωρίζουμε με βεβαιότητα για τη ζωή και τον μυστηριώδη θάνατο του θρυλικού μπλούζμαν. Αφηγηματικός άξονας το βιβλίο Αναζητώντας τον Ρόμπερτ Τζόνσον του Peter Guralnick (Απόπειρα, 2023, μτφρ. Ιουλία Ραλλίδη).

«Το στοίχημά του με τον διάβολο θυμίζει τον Φάουστ και βρίσκεται στην καρδιά των μύθων των μπλουζ», γράφει ο ο Αμερικανός μουσικοκριτικός Peter Guralnick, συγγραφέας μεταξύ άλλων της πληρέστερης βιογραφίας του Elvis (Last Train to Memphis, Little Brown, 1994). Στο σύντομο αυτό βιβλίο με θέμα τη σύντομη ζωή, τις λιγοστές ηχογραφήσεις και τον μυστηριώδη θάνατο του πιο θρυλικού μπλούζμαν του 20. αιώνα, o Guralnick  συναρμολογεί, κατά κάποιο τρόπο, ένα πλήθος από συχνά αντιφατικές περιγραφές και αφηγήσεις, αναζητώντας μια πιθανή απάντηση στο ερώτημα: «ποιος ήταν στ’ αλήθεια ο Robert Johnson;»

«Οι ημερομηνίες είναι αναξιόπιστες», παραδέχεται ο Guralnick. «Οι ίδιες οι αφηγήσεις είναι δύσκολο να διασταυρωθούν, οπότε σ’ αυτό το σημείο έκανα ό,τι καλύτερο με γνώμονα τον κοινό νου και τη λογική για τη δημιουργία ενός χρονολογίου σύμφωνα με τις διάφορες εξιστορήσεις».

Ο Robert Johnson, παιδί του κατεστραμμένου Νότου της Εποχής της Ανασυγκρότησης, γεννήθηκε στο λεγόμενο Δέλτα: 9.650 τετραγωνικά μίλια αλλουβιακών προσχώσεων στο σχήμα φύλλου λευκοκαρυάς, που ορίζονται στα βόρεια απ’ το Μέμφις, στα νότια απ’ το Βίκσμπεργκ, στα δυτικά από τον Μισισιπή και στα ανατολικά από τον ποταμό Γιάζου, ο οποίος, στρίβοντας προς τον Νότο, ενώνεται με τον Μεγάλο Λασπωμένο, όπως ονομάζουν οι ντόπιοι τον Μισισιπή. Αυτό είναι το μυθοποιημένο Δέλτα της παράδοσης των μπλουζ, αν και, κυριολεκτώντας, το φυσικό Δέλτα του Μισισιπή τοποθετείται ακόμα νοτιότερα, νότια της Νέας Ορλεάνης, εκεί όπου ο ποταμός εκβάλλει στον Κόλπο του Μεξικού.

Το αν τα μπλουζ γεννήθηκαν ή όχι στο Δέλτα είναι ένα θέμα που σηκώνει μεγάλη συζήτηση. Όμως, αδιαμφισβήτητα, στο Δέλτα γεννήθηκε το ιδίωμα εκείνο που ονομάστηκε μπλουζ του Δέλτα ή και κάντρι μπλουζ. Με άλλα λόγια, τα μπλουζ στην πιο τραχιά, στην πιο αποσταγμένη, στην πιο αγροτική μορφή τους. Ο Robert Johnson θεωρείται ο βασικότερος εκπρόσωπός τους.

Στην περίπτωσή του, ο θρύλος και η ιστορία γίνονται ένα. Τίποτα δεν είναι 100% εξακριβωμένο σχετικά με τη σύντομη ζωή και τον πρόωρο θάνατό του, ενδεχομένως από δολοφονία. Οι πηγές διαφωνούν μεταξύ τους. Τα στοιχεία που παρατίθενται στις διάφορες βιογραφίες του αποκλίνουν, ενίοτε θεαματικά. Περισσότερο ή λιγότερο κυριαρχούν ισχυρές εικασίες και ενδείξεις, παρά απολύτως επιβεβαιωμένα γεγονότα.

Ο Robert Mac McCormick, ένας μελετητής του μπλουζ απ’ το Χιούστον, έκανε μια ενδελεχή έρευνα στα ελάχιστα στοιχεία που υπήρχαν και προς το τέλος της δεκαετίας του 1960 εντόπισε τις αδερφές, τη χήρα και τη μοναδική σωζόμενη φωτογραφία του Robert Johnson καθώς και ένα πιστοποιητικό θανάτου του (που στην πραγματικότητα είχε βρει πρώτος ένας άλλος μελετητής του είδους, ο Gale Dean Waldrow)∙ η ημερομηνία του θανάτου του προσδιορίζεται στις 16 Αυγούστου του 1938, στο Γκρίνγουντ της Πολιτείας του Μισσισσιπή. Ο McCormick, συγκέντρωσε αυτό το υλικό στο βιβλίο του Biography of a Phantom: A Robert Johnson Blues Odyssey (Smithsonian Books, 2023), που τελικά εκδόθηκε μετά τον θάνατό του, το 2015.

Αν και ο Robert McCormick συνεισέφερε πολλά στην πιστοποίηση τόπου και του χρόνου του θανάτου του θρυλικού bluesman, απομένουν να συμπληρωθούν τεράστια κενά γνώσεων γύρω από τη ζωή του Johnson. Μπορεί να είναι γνωστό ότι γεννήθηκε και πέθανε σε συγκεκριμένες ημερομηνίες, όμως το βασικό ερώτημα παραμένει; Ποιος ήταν ο Robert Johnson στο μεγαλύτερο μέρος της σύντομης ζωής του; Όπως και ο Σαίξπηρ, έτσι και ο Johnson ως άνθρωπος παραμένει ένα μυστήριο.

Σύμφωνα με την επικρατέστερη εκδοχή, ο Johnson γεννήθηκε στο Χέιζελχερστ της πολιτείας του Μισισιπή, στις 8 Μαΐου του 1911. Ο μικροκτηματίας πατέρας του απειλήθηκε με λιντσάρισμα από την τοπική ΚΚΚ, εγκατέλειψε την οικογένειά του και εγκαταστάθηκε στο Μέμφις. Η οικογένεια Johnson επανασυνδέθηκε εκεί όταν ο Robert ήταν πέντε ετών και έζησε για μια περίοδο οχτώ ως εννέα ετών. Όταν πέθανε ο πατέρας του, η μητέρα του ξαναπαντρεύτηκε, κάτι που σήμαινε μια νέα μετακίνηση, πρώτα στην πολιτεία του Αρκάνσας και κατόπιν στην πόλη Κομμέρς στο Δέλτα του ποταμού Μισισιπή. Πήγε σχολείο ανάμεσα στο 1924 και το 1927, ενώ τον Φεβρουάριο του 1929 παντρεύτηκε τη δεκαεξάχρονη Virginia Travis. Οι βιογράφοι του αναφέρουν ότι ήδη γνώριζε να παίζει φυσαρμόνικα και μπάντζο. Αναφέρεται επίσης ότι ήταν ατίθασος και απείθαρχος και ότι «αντιμετώπιζε όλες τις βαριές αντιξοότητες και τους εξευτελισμούς που συνεπάγεται το να είναι μαύρος». Η μία και μοναδική φωτογραφία του που μας είναι γνωστή, μαζί με μερικές σκόρπιες μαρτυρίες, είναι τα μοναδικά βοηθήματα που έχουμε στην προσπάθειά μας να σχηματίσουμε μια εικόνα για το πώς ήταν φυσιογνωμικά. Σίγουρα ήταν μικροκαμωμένος, περίπου στο 1,70 και γύρω στα 60 κιλά. Το αδύναμο παρουσιαστικό του έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη χροιά και την ένταση της φωνής του, ίσως της πιο τρανταχτής και αγριωπής φωνής που τραγούδησε ποτέ τα μπλουζ. Παρότι μικροκαμωμένος, ο Johson μάλλον δεν δίσταζε να μπλέκει σε καβγάδες. Οπωσδήποτε κούτσαινε από το ένα πόδι, ίσως επειδή κάποτε τον είχαν πυροβολήσει. Είχε και μια πλατιά αυλακιά στο μέτωπο, ίσως από σουγιά ή σπασμένο μπουκάλι.

***


Στα χρόνια λίγο πριν και μετά τη Μεγάλη Ύφεση, οι μουσικοί των μπλουζ του Δέλτα «δεν έκαναν αυτό που ονομάζουμε καριέρα». Δούλευαν συνήθως χειρώνακτες το πρωί και το βράδυ έπαιζαν για πάρτη τους στα τοπικά juke joints (παράγκες που κατά κάποιον τρόπο ήταν τα τοπικά μπαρ) για ένα ή δύο δολάρια τη βραδιά, συν μερικά κερασμένα ποτά. Οι ευκαιρίες που τους προσφέρονταν για να ηχογραφήσουν ήταν λιγοστές. Πριν από το 1930, ελάχιστα δείγματα των μπλουζ του Δέλτα χαράχτηκαν στο κερί: ας πούμε το «Milk Cow Blues» του Freddie Spruell, που γράφτηκε για λογαριασμό της δισκογραφικής εταιρείας OKeh, στα τέλη του 1926, ή το «I’m Leaving Town» του William Harris, που ηχογραφήθηκε για την ίδια εταιρεία, τον Ιούλιο του 1927. Παρ’ όλα αυτά, η περιορισμένη έστω επιτυχία που γνώρισαν εκείνες οι εγγραφές της OKeh παρακίνησε τις δυο κύριες ανταγωνίστριες δισκογραφικές της εποχής εκείνης, τη Victor και την Paramount, να αναζητήσουν το δικό τους μερίδιο σε αυτού του είδους το ρεπερτόριο: δηλαδή το ρεπερτόριο που επονομάστηκε race records ή race music, στη γλώσσα της δισκογραφίας, και το οποίο απευθυνόταν στο μαύρο ακροατήριο. Η Victor, για παράδειγμα, ηχογράφησε το 1928 τον Tommy Johnson σ’ εκείνο το μνημειώδες «Canned Heat Blues», που όμως δεν βρήκε, άγνωστο το γιατί, ιδιαίτερη απήχηση. Η Paramount, που είχε ήδη στον κατάλογό της τον Τεξανό Blind Lemon Jefferson, μακράν τον πιο εμπορικό μπλουζ τραγουδοποιό του ’20, πόνταρε στον Charley Patton.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’30, ο Johnson πιθανότατα παρακολούθησε ζωντανά στη γειτονική Ρόμπινσονβιλ έναν άλλον θρύλο των μπλουζ, τον βιρτουόζο κιθαρίστα Son House. Οι γνώμες διίστανται σχετικά με το αν ο Johnson προσέγγισε τον House και του ζήτησε να του διδάξει να παίζει κιθάρα. Βιογράφοι του House πάντως αναφέρουν ότι ο γηραιότερος μπλούζμαν εξέφρασε την άποψη ότι «ο Johnson ήταν κάκιστος κιθαρίστας».[1] Εκείνη την εποχή, ήταν συνήθης ο ανταγωνισμός ανάμεσα στους μουσικούς των μπλουζ. Ο ένας προσπαθούσε να μειώσει τον άλλον, καθώς όλοι διεκδικούσαν υψηλότερο μεροκάματο, ο καθένας για τον εαυτό του. Όποια κι αν είναι η αλήθεια, ύστερα από αυτό το συναπάντημα ο Johnson εξαφανίστηκε. Δεν γνωρίζουμε πού πήγε και τι ακριβώς έκανε. Αυτό που δεν αμφισβητείται είναι το ότι, όταν επανεμφανίστηκε, περίπου δύο χρόνια μετά, κατέπληξε τους πάντες με το βιρτουόζικο παίξιμό του. Υπήρχαν και πριν από αυτόν μεγάλοι κιθαρίστες των μπλουζ: ο Son House, o Charley Patton, o Blind Lemon Jefferson, o Skip James∙ το παίξιμο του Johnson όμως ήταν εκείνο που καθόρισε πώς παίζεται η κιθάρα στα μπλουζ.

Δύο εξηγήσεις απαντούν στο ερώτημα για τη ραγδαία βελτίωση της τεχνικής του Johnson. Σύμφωνα με την πρώτη και πιο ορθολογική, αυτά τα δύο χρόνια ο κιθαρίστας μάτωσε από την εξάσκηση για να κατακτήσει την τεχνική του. Η δεύτερη, που ήταν και εκείνη που πίστεψαν οι περισσότεροι σύγχρονοι του Johnson, πηγάζει από τις δοξασίες των σκλάβων αφρικανικής καταγωγής. Ο επίσης θρυλικός μπλούζμαν Tommy Jonnson, λίγο παλαιότερος από τον Robert, δημιουργός όπως είδαμε του αξεπέραστου «Canned Heat Blues», πίστευε πραγματικά σ’ αυτές τις δεισιδαιμονίες. Κάπως γλαφυρά, περιγράφει ως εξής την προσωπική του εμπειρία, μεσάνυχτα σε κάποιο σταυροδρόμι στο Δέλτα, χάρη στην οποία απέκτησε το χάρισμά του στο παίξιμο της κιθάρας.

«Αν θες να μάθεις να παίζεις ό,τι θες να παίζεις, και να μάθεις να κάνεις τραγούδια εσύ ο ίδιος, παίρνεις, που λες, την κιθάρα σου και πας στο σημείο όπου σμίγει ο δρόμος με εκείνη την κατεύθυνση, εκεί όπου υπάρχει το σταυροδρόμι. Να είσαι εκεί, να έχεις φτάσει λίγο πριν από τα μεσάνυχτα – να’ σαι στην ώρα σου. Να’ χεις την κιθάρα σου και να παίζεις ένα κομμάτι μόνος σου…  Θα σε πλησιάσει ένας εύσωμος μαύρος και θα σου πάρει την κιθάρα και θα σου την κουρδίσει. Και μετά θα παίξει ένα κομμάτι και θα σου την ξαναδώσει. Έτσι, έμαθα να παίζω ό,τι θέλω».
Την εποχή εκείνη, πολλοί δεισιδαίμονες στον αμερικανικό Νότο πράγματι πίστευαν ότι μπορούσες να πουλήσεις την ψυχή σου στον Διάβολο με αντίτιμο την Τέχνη. Ο μύθος αυτός περιβάλλει τον Johnson πιο έντονα από κάθε άλλον μπλούζμαν, χωρίς να παραγνωρίζεται ότι η διάδοσή του εξυπηρετούσε τους ανταγωνιστές του, προκειμένου να υποβαθμίσουν το ταλέντο του ή τη σκληρή δουλειά που κατέβαλλε. Ο Johnson φέρεται να πούλησε την ψυχή του στον Διάβολο ένα βροχερό, χειμωνιάτικο βράδυ του ’30, στα Σταυροδρόμια του Ντόκερι. Στην πραγματικότητα, με το τοπωνύμιο Ντόκερι υπονοείται η παλιά φυτεία του Σκωτσέζου στην καταγωγή Will Dockery, ο οποίος αγόρασε την έκταση το 1895.

Βεβαίως, ο ίδιος ο Johnson συνήθιζε να ρίχνει λάδι στη φωτιά των δεισιδαιμονικών διαδόσεων με τη συχνή, όπως θα δούμε και πιο κάτω, επίκληση του Διαβόλου στους στίχους και στους τίτλους των τραγουδιών του.

Ο Johnson έγινε πλανόδιος επαγγελματίας μουσικός για τα προς το ζην. Ανάμεσα στο 1932 και το 1938, ταξίδεψε απ’ άκρη σ’ άκρη στον αμερικανικό Νότο, φτάνοντας ως το συνοριακό Τέξας. Εκεί, στην ηρωική, λόγω της μάχης του Άλαμο (1836), πόλη του Σαν Αντόνιο, ηχογράφησε τον Νοέμβριο του 1936, στα στούντιο της ACR, μια σειρά από κομμάτια σε παραγωγή του Don Law. Ένας δεύτερος κύκλος ηχογραφήσεων, με τον ίδιο παραγωγό, έλαβε χώρα στα στούντιο της Vitagraph, στο Ντάλας, τον Ιούλιο του 1938. Συνολικά είκοσι εννέα κομμάτια προέκυψαν από τους δύο αυτούς κύκλους ηχογραφήσεων, καθώς και δεκατρείς εναλλακτικές εγγραφές των ίδιων τραγουδιών. Συντιθέμενα, «συγκροτούν το corpus της πιο υψηλής λαϊκής Τέχνης που παράχθηκε στην Αμερική κατά τον 20ό αιώνα», όπως σημειώνει ο κορυφαίος μουσικοκριτικός Greil Marcus.

Οι ηχογραφήσεις αυτές κατέστησαν μεταθανάτια τον Johnson ως τον αναμφίλεκτα σημαντικότερο εκπρόσωπο των μπλουζ του Δέλτα∙ σε καμιά όμως περίπτωση δεν θα πρέπει να θεωρείται λάτρης του παραδοσιακού. Αντίθετα, είναι ένας ακραιφνώς μοντερνιστής. Οι καινοτομίες που έχει επιφέρει στα μπλουζ παραμένουν αξιοζήλευτες. Ο Johnson παίζει την κιθάρα σχεδόν στα πέντε τέταρτα. Πολλές φορές αδιαφορεί για τα εισαγωγικά κουπλέ και ξεκινά in media res. Είναι ο πρώτος που χρησιμοποιεί τη φωνή του ως μουσικό όργανο ή, πιο σωστά, σαν να ’ναι η έβδομη χορδή. Υπάρχουν κομμάτια του που ακούγονται ως ντουέτα, κι όμως είναι η ίδια η δική του φωνή που σπάει στα δύο∙ σε μια πρωτοπρόσωπη βασική αφήγηση και σε μια συμπληρωματική, που εκφέρεται ως εσωτερικός μονόλογος που απορρέει από τη συνείδησή του.

O Johnson χρησιμοποιεί το μοτίβο της επανάληψης, που είναι ίδιον της τραγουδοποιίας των μπλουζ, όμως το μεταπλάθει σε εναλλασσόμενες παρηχήσεις που υπερβαίνουν το μέτρο, κόβοντας συνειδητά λέξεις απ’ το συμπλήρωμα της φράσης. Παράδειγμα, το «Hellhound on My Trail»:

I got to keep movin’, I got to keep movin’
Blues fallin’ down like hail, blues fallin’ down like hail
Hmm-mmm, blues fallin’ down like hail, blues fallin’ down like hail.

And the days keeps on worryin’ me
There’s a hellhound on my trail, hellhound on my trail
Hellhound on my trail.
Ένα άλλο παράδειγμα είναι το «Before the Flood», όπου περιγράφει τις μεγάλες πλημμύρες που έπληξαν τον Μισισιπή το 1929, μια περιγραφή που δεν θα έμοιαζε παράτερη στις σελίδες του μυθιστορήματος Αβεσσαλώμ, Αβεσσαλώμ (1936) του William Faulkner.

Looky here, the water drag out, Lordy something broke, rolled most everywhere
The Water at Greenfield and Leland, Lord, it done rose everywhere
I would go down to Rosedale, but they tell me there, water there.
Το πιο προσφιλές θέμα όμως στη στιχουργική του Johnson είναι, όπως είδαμε, ο Διάβολος. Μερικοί ενδεικτικοί τίτλοι: «Hellhound on My Trail», «Cross Road Blues», «Up Jumped the Devil», «Me and the Devil Blues». Στο τελευταίο, τραγουδά: 
Early this morning
When you knocked upon my door
Early this morning
When you knocked upon my door
And I say, «Hello, Satan
I believe, it’s time to go».

Me and the devil
Walking side by side
Me and the devil
Walking side by side
And I’m gonna see my woman
’Til I get satisfied.

Έχει γραφτεί ότι ο Διάβολος στα τραγούδια του Johnson συμβολίζει τον «κακό, μοχθηρό Λευκό». Θεωρώ κάπως βιαστική (και υπερεπαναστατική) αυτή την άποψη. Αλλού θα πρέπει να αναζητηθούν οι όποιοι συμβολισμοί. Στα τραγούδια του Johnson, ο Διάβολος δεν παρουσιάζεται ως καταπιεστικός αφέντης ή αντίπαλος∙ αντίθετα, παρουσιάζεται ως σύντροφος στα νυχτοπερπατήματα (ή και στις παρανομίες) του αφηγητή. Η συλλογιστική του εδράζεται στο εξής σχήμα: ο λευκός κατάφερε να υποτάξει τον μαύρο με τα όπλα, το μαστίγιο και τη Βίβλο, στο όνομα ενός σεβάσμιου γέροντα με λευκά μαλλιά και γένια. Ο μαύρος, που δεν επιθυμεί να είναι πειθήνιος ή σεβάσμιος με τα μέτρα του λευκού, δεν έχει άλλη επιλογή παρά να επιλέξει ως σύντροφο τον αιώνιο αντίζηλο του μεγάλου Λευκού Αφέντη, τον Διάβολο, που, εκών άκων, στη στιχουργική του Johnson προσλαμβάνει προμηθεϊκές ιδιότητες.

Ο Διάβολος όμως πάντα απαιτεί ένα αντάλλαγμα και η συντροφιά του έχει πάντα σύντομη ημερομηνία λήξης. Ο Johnson ήταν από νεαρό παιδί φασαριόζος, έπινε πολύ και έκανε αφειδώς σεξ χωρίς προφυλάξεις σε στέκια αμφιβόλου υγιεινής. Στις 16 Αυγούστου του 1938, βρέθηκε νεκρός σε κάποιο πανδοχείο κοντά στο Γκρίνγουντ της πολιτείας του Μισισιπή. Ήταν μόλις είκοσι επτά ετών. Η ημερομηνία αναγράφεται στο πιστοποιητικό του θανάτου του (που βρέθηκε στα αρχεία, περίπου τριάντα χρόνια αργότερα), όχι όμως και η αιτία του θανάτου. Οι εγκυρότεροι βιογράφοι του συγκλίνουν στην άποψη ότι έπασχε από σύφιλη ή από κάποιο άλλο αφροδίσιο νόσημα.

«Τριγύρναγα με τον Ρόμπερτ για δύο χρόνια περίπου, κατά διαστήματα. Η τελευταία φορά που ήμασταν οι δυο μας ήταν όταν ερχόμασταν από το Μέμφις. Εγώ τράβηξα τον δρόμο μου για το Ρόμπινσοβιλ, και εκείνος για το Γκρίνγουντ…» – Howlin’ Wolf

«Έφυγε λοιπόν και πήγε εκεί κάτω, πέρα από το Γκρίνγουντ του Μισσισσιπή. Δεν άργησαν να’ ρθουν τα μαντάτα από τη μάνα του, που μας είπε ότι ήταν νεκρός» – Son House
Όμως ο μύθος κατάφερε και πάλι να επιβληθεί στη ρεαλιστική πραγματικότητα. Οι περισσότεροι πιστεύουν ότι ο Johnson δολοφονήθηκε, εκδοχή που διαθέτει σκοτεινή γοητεία και είναι εξίσου συμβατή με τον άστατο τρόπο ζωής του. Σύμφωνα με την ιστορία που αφηγείται ένας άλλος μεγάλος μπλούζμαν, ο Sonny Boy Williamson ΙΙ, ο οποίος υποτίθεται ότι ήταν παρών τη νύχτα του μοιραίου, ο Johnson φλέρταρε τη γυναίκα του ταβερνιάρη, εκείνη ανταπέδωσε και ο ζηλιάρης σύζυγός της, προκειμένου να εκδικηθεί, κέρασε τον Johnson ένα μπουκάλι moonshine (παράνομα απεσταγμένο ουίσκι του Νότου), δηλητηριασμένο με στρυχνίνη (ή κάποια άλλη ουσία). Σύμφωνα με τον Williamson, οι τελευταίες του λέξεις ήταν: «Μη με αφήσεις ποτέ ξανά χωρίς γεμάτο μπουκάλι». Λίγο αργότερα, τον έπιασαν σπασμοί και πέθανε με φρικτούς πόνους.

«Δηλητηριάστηκε τρία μίλια από το Γκρίνγουντ του Μισσισσιπή. Έπαιζε σ’ έναν υπαίθριο χορό αλλά εκείνη την εποχή έμενε στο Γκρίνγουντ. Κατά τις 2.00 ήταν τόσο άρωστος που αναγκάστηκαν να τον κατεβάσουν στην πόλη…πέθανε στο Γκρίνγουντ και τον έθαψαν σ’ ένα μέρος που λεγόταν Θρι Φορκς, σε μικρή απόσταση από κει που έπαιζε» – David Honeyboy Edwards
 Ο μουσικολόγος Robert McCormick, που ερεύνησε τα αίτια του θανάτου του Johnson, υποστήριξε ότι εντόπισε και πήρε συνέντευξη από τον φερόμενο δολοφόνο του, ο οποίος επιβεβαίωσε την ιστορία, διατήρησε όμως την ανωνυμία του.

Ο θρύλος του Robert Johnson άρχισε να γιγαντώνεται αρκετά χρόνια μετά τον θάνατό του∙ όσο ήταν εν ζωή, είχε προκαλέσει αίσθηση μόνο τοπικά, στις περιοχές του Νότου που διαρρέει ο Μισισιπή, και μόνο στην αφροαμερικανική υποκουλτούρα της νύχτας, με εξαίρεση ορισμένους προοδευτικούς λευκούς λάτρεις της λαϊκής μουσικής, όπως ο Don Law (που έκανε τις παραγωγές του) και ο σπουδαίος μουσικολόγος-εθνογράφος Alan Lomax. Ο θρύλος του Johnson διαδόθηκε με δύο τρόπους: πρώτον, από τους μουσικούς των μπλουζ που εγκατέλειπαν τον αγροτικό Νότο και αναζητούσαν εργασία στον βιομηχανικό Βορρά (Ντιτρόιτ, Σικάγο), μουσικούς όπως ο γνώριμός του Sonny Boy Williamson, o Tampa Red, o Howlin’ Wolf και ο Muddy Waters∙ δεύτερον, χάρη στους λευκούς Άγγλους και Αμερικανούς μουσικούς που επηρεάστηκαν από τα μπλουζ στις αρχές της δεκαετίας του ’60, όπως ο Alexis Korner, o John Mayall, οι Rolling Stones, o Bob Dylan, o Paul Butterfield και ο Mike Bloomfield.

Στην εποχή τους, ο Robert McCormick, o Gayle Dean Warldow, ο Alan Lomax, ο Paul Oliver και οι υπόλοιποι μουσικολόγοι και μελετητές του μπλουζ που προηγήθηκαν, έκαναν ουσιαστικά δουλειά ντετέκτιβ, αναζητώντας σε απίθανες μεριές του αμερικανικού Νότου σκόρπια στοιχεία για την ακατάστατη ζωή και την απροσδιοριστία του θανάτου του Robert Johnson. Στο δικό του βιβλίο, ο Peter Guranlick τα επεξεργάστηκε εκ νέου και κατόρθωσε να τα συνενώσει, συνθέτοντας μια συναρπαστική αφήγηση.

info:

Ο Πίτερ Γκουράλνικ γεννήθηκε το 1943 στη Βοστώνη. Ξεκίνησε γράφοντας για το περιοδικό Rolling Stone το 1968. Το 1971 δημοσίευσε το Feel Like Going Home, και το 1979 εξέδωσε το Lost Highway. Ακολούθησαν η δίτομη βιογραφία Last Train to Memphis: The Rise Elvis Presley (1994) και Careless Love: The Unmaking of Elvis Presley (1999), το Sam Phillips: The Man Who Invented Rock’n’Roll (2015) και το 2020 το Looking to Get Lost. Έγραψε επίσης τα σενάριο για τα ντοκιμαντέρ Sam Phillips: The Man Who Invented Rock’n’Roll (2000), για το βραβευμένο με Γκράμμυ Sam Cooke / Legend (2003) και για το ντοκιμαντέρ για το μπλουζ που σκηνοθέτησε ο Μάρτιν Σκορσέζε με τίτλο Feel like Going Home (2003).

Δεν υπάρχουν σχόλια: