18.7.24

Σαν το άγαλμα στο φως* «Εκρήγνυμαι», Αντιγόνη Κατσαδήμα

γράφει ο Απόστολος Θηβαίος | Literature,
Τετάρτη 17 Ιουλίου 2024 »»

Ίσως ξανασυναντηθούμε σε έναν άλλο πλανήτη, σε μια άλλη διάσταση. Θα είναι εμπρός μας λέει το σπίτι με τις κλειστές τις πόρτες που οδηγούν σε μια μυστική πλατεία. Αυτή θα λέγεται «πλατεία ποίησης», τίποτε λιγότερο. Και εσύ θα ξεκλειδώσεις εκείνη που σε πάει ίσια μες στη ζωή που ελάχιστα καλλιτεχνική εξελίσσεται Πέρα από το ανυπόφορο, θετικιστικό της μοντέλο, υπάρχει ακόμη αρκετή ομορφιά εκεί μέσα. Τόση για να τα βγάλεις πέρα με τούτη την εποχή που φέρνει σε σύγκρουση το πνευματικό με το υλικό, με το δεύτερο να κερδίζει στα σημεία.

Μα και άλλη πόρτα αν ανοίξεις, αν τάχα διαλέξεις εκείνη της νοσταλγίας, θα εισέλθεις μες στα προσωπικά δωμάτια, με τις φωτογραφίες της ζωής σου στους τοίχους, με τις μορφές που αγάπησες περισσότερο, όσες φαντάζουν σπασμένα υαλικά, σαν εκείνα της ποιήτριας Λευκής Μολφέση. Είτε νοσταλγία ή ελπίδα η πραγματικότητα, όλοι γυρεύουν ένα μέρος για να πεθάνουν, κατάμεστο από την αθωότητα των πραγμάτων. Μια έκρηξη φαντάσου, ανάμνηση και βλέμμα και εκείνη η μυστική η πλατεία, σαν την τυφλή αυλή του οφθαλμιατρείου του αδικοχαμένου Γιώργου Μακρή. Και η φωνή που θα ακούσεις, να ’ναι για πάντα η δική σου, του κόσμου η φωνή που από τη θέση σου μιλά.

Όποια πόρτα και αν πάρεις θα βγεις ίσια στην καινούρια ποίηση της Αντιγόνης Κατσαδήμα που κυκλοφορεί με επιλεγμένα της έργα από τις εκδόσεις Απόπειρα. Όποιο ποίημα και αν διαλέξεις, αν προσέξεις θα δεις από τις ραγισματιές του να γλιστράει το φως και η αλήθεια των πραγμάτων. Μια έκρηξη που αφήνει υπολείμματα στίχων και τίτλους ποιημάτων σαν κάτι εξωφρενικά καπέλα, εκεί που τη σημασία κατέχει η κλίμακα των προορισμών καθώς η Βολιώτισσα Αντιγόνη Κατσαδήμα επιστρέφει εδώ και εκεί μες στη ζωή τη δική της και εκείνη των άλλων. Και οι κούκλες παίρνουν ζωή κάτω από τη μαρκίζα με τους ευφάνταστους τίτλους και τα μικρά θαύματα μας επιτρέπουν κάποτε να θυμόμαστε. Την όψη της Ελλάδας που ανεμίζει φθαρμένη πλάι στις μπουγάδες της Τρίτης με τα ρούχα της δεκαετίας μας να σαλεύουν κάτω από τον άνεμο, τίποτε λιγότερο. «Στο φως της ημέρας στέκει μια ελληνική σημαία. Ήδη η εθνική εορτή τελείωσε» και έτσι λιτά, σαν να γράφει κανείς τη συλλογική μας συνείδηση πάνω στο κύμα, προκύπτει αβίαστα η αναπαράσταση ενός ολόκληρου κόσμου. εκείνος «μιας τάξεως αστικής» που όλο πεθαίνει. Με το ψύχραιμο βλέμμα και κάτι από ομορφιά τριγύρω, σαν υποψία να έρπει πίσω από τους στίχους. Και ας καταστρέφεται η υγεία της από τις μεγάλες ιδέες και τις ήττες, υπάρχει πάντα μια προσωπικότητα που στα χέρια της ικανής δημιουργού, μπαίνει κάτω από τη λάμπα και ευθύς μια αναπαράσταση αμιγώς νεοελληνική, γεννιέται.

Η Αντιγόνη Κατσαδήμα χαμογελά στη φωτογραφία που διακοσμεί το λιτό εξώφυλλο της έκδοσης από την Απόπειρα. «Σπούδασε Επικοινωνία και ΜΜΕ στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και έκανε μεταπτυχιακό στο ίδιο τμήμα με ειδίκευση στην Πολιτική Επικοινωνία και τις Νέες Τεχνολογίας. Κριτικές, δοκίμια, συνεντεύξεις, μεταφράσεις και ποιήματά της», αναφέρεται, «σε διάφορα έντυπα και ψηφιακά μέσα» συνθέτουν το έργο της ποιήτριας. Φτιάχνοντάς τα με τον Βαλερύ από την Κοινωνία των Δεκάτων το 2016 και έπειτα Υδρούσα – Οφιούσα από τον Κέδρο το 2021, τη χρονιά της τρομερής πανδημίας που στέκει ορόσημο μες στις ζωές μας, μια παύση με ανυπολόγιστες μουσικές μες στη μουσική εκτέλεση του κόσμου.

Εκρήγνυμαι τιτλοφορείται η καινούρια συλλογή της που φροντισμένη από τις εκδόσεις Απόπειρα, επιστρατεύει τη γλώσσα της εποχής. Σύμβολα που πάνε και έρχονται, σύμβολα μες στη σκόνη να αφήνουν υποσχέσεις για μετά, όταν οι στίχοι σαν φτερούγισμα θα σαλέψουν μες στην κάμαρη σκορπώντας ρίγη συγκίνησης. Να γίνεται λέει η ειρωνεία, λεπτή και επεξεργασμένη, το μέσο για να φτάσει ψυχραιμότερο το βλέμμα της δημιουργού σε όλη την έκταση της ζωής μας, γυρεύοντας το κλασικό που λέγεται έτσι επειδή παράφορα μας αφορά όλους. Κάποτε λυρική, έτσι όπως καταστρέφονται τα πράγματα σε τούτο τον τόπο τον μικρό, τον μέγα, εκείνον που διάλεξε για θέατρο των στίχων της η Αντιγόνη. Ένα κορίτσι σαν εκείνο του δράματος, που σε πείσμα όλων των προκαλύψεων, θέτει για στόχο της κάτι μεγάλο και σπουδαίο, όπως ας πούμε την απεικόνιση της ζωής μας, της προσωπογραφίας μας. Και οι μνήμες κάτι σαν τον ιδρώτα του παρελθόντος να φθάνουν  «εμβόλιμες» μες στην καρδιά του Αυγούστου που δανείζει την όψη του στην πόλη. Λέγοντας «αυγουστίζω» σχεδόν συνοψίζω όλα τα καλοκαίρια της βιογραφίας μας. Σε μια πόλη δίχως όνομα και συντεταγμένες, θα βρεις να φτερουγίζει η ελπίδα. Μια Αντιγόνη «πλένει τα χέρια της στο καλοκαίρι» που για μένα θα απομείνει πορτραίτο, δίχως ουσίες. Όχι σαν το δικό της το παράφορο που μεταμορφώνεται κάτω από τη συντριπτική δύναμη που ασκεί στην πραγματικότητα. Ποιήματα νησιά και η Αντιγόνη που γυρεύει έναν στίχο, μόνο έναν που θα συλλάβει λέει τον ήχο και η Ελλάς του Βακαλόπουλου, μπουτίκ της Αμερικής και της Ιαπωνίας, ευθύς θα ρίξει και τα επτά της πέπλα προφέροντας τελικά, το αληθινό της όνομα. Μόνον οι ποιητές ίσως μπορέσουν κάποτε να στερεώσουν την ιδέα μας για τον κόσμο, ποιητές όπως η Αντιγόνη Κατσαδήμα που «Εκρήγνυται» μες στην πλακέτα των εκδόσεων Απόπειρα με τα ποιήματα δεμένα απάνω στο μέτρο. Άλλο σκοπό δεν έχουν από το να διαβούν μαζί μας μέσ από τις τάξεις των συναισθημάτων, κάνοντας τη λεπτή χορδή εντός μας να σαλεύει.

Θα σε ξαναβρώ σε μέρη γνώριμα, σε τόπους που σημάδεψαν τα τραγούδια. Στη Βουλιαγμένη που φέρνει το σημάδι του Κελαηδόνη και σήμερα το πρόσωπό της αλλάζει κάτω από το βάρος της ζωής. Τίποτε δεν μένει περιττό για την Αντιγόνη Κατσαδήμα, πάντα τα ποιήματά της μια πηγή από όπου αναβλύζει κάτι από την αρχιτεκτονική αυτού εδώ του κόσμου, του χρόνου του δικού μας που κυλά ξέφρενα μα και εκείνου του άλλου που σαπίζει μες στα ρολόγια του χθες. Και η μορφή λέει να μένει, σαν στοιχείο εσωτερικό, όσο η αποκάλυψη του αισθητού και η αποκάλυψη μιας βαθύτερης ουσίας παραμένουν ζητούμενα στο αγώνισμα που διάλεξε η δημιουργός. Αν ήμουν η Μαλβίνα θα ’χα χίλιους τρόπους να μιλήσω για την περιουσία που στελεχώνουν τούτα τα απλά τα ποιήματα, που αντλούν από τα κάδρα του καιρού. Αν ήξερα κάτι περισσότερο από εντυπώσεις να συνθέτω, θα σας έλεγα από ποια θέση γράφονται τούτα τα ποιήματα. Και ακόμη για πού τραβά εκείνη η γραμμή που κλείνει μέσα της την Αντιγόνη Κατσαδήμα. Και έπειτα τι θα ’μενε από τα ποιήματα, κανείς δεν ξέρει τι αφού έξω από το ένστικτο άλλο αλφάβητο δεν γνωρίζουν.

Στέκω κάτω από το σπαθί της. Μιλώ για εκείνο το ποίημα που περιλαμβάνεται στην συλλογή των εκδόσεων Απόπειρα. «Η σπάθη της γραφής», ονομάζεται το ολιγόλογο το ποίημα που παλεύει να επιζήσει, πάντα εκτός σαιζόν, «εκτός συμβολαίου». Τώρα που όλα έγιναν ακούμπα τη φωνή σου ώσπου να γίνει το γεφύρι με εκείνο που ποτέ δεν κατορθώθηκε. «Θα ’θελα να ταξιδέψω σε εκείνα τα ξύλινα βαγόνια του ηλεκτρικού» και η πόλη με την ταυτότητά της στα δόντια τριγυρίζει στους δρόμους και ρωτά. Αν υπάρχουν, λέει ακόμη οι ποιητές, οι σκαπανείς της ομορφιάς. Μ’ απόκριση δεν θα πάρεις Αντιγόνη και πρέπει με «τ’ ακατόρθωτο» που γράφεις να αναμετρηθείς ώσπου να χάσεις και να χαθείς. Πλατείες, στάσεις, χώροι του συλλογικού, μυστικά για τα οποία οι ποιητές γίνονται «γραμματείς τους». Μια πόλη μες στα ποιήματα της Αντιγόνης Κατσαδήμα, λίγο ποιητική και κουρασμένη να βρίσκει στέγη μες στους στίχους. Και έτσι, τα μάτια σου τ’ ανοίγεις μες στο σκοτάδι και θωρείς το μικρό εκείνο θαύμα που ζει για πάντα μες στους στίχους. Φεγγάρια και ίσκιοι μακρινοί και η δόξα της σιωπής που όλο βρέχει με τα χρόνια, σύνεργα παράταιρα των ποιημάτων που κατηφορίζουν και πάλι στη ζωή για να πιάσουν το μεγάλο της τραγούδι.

Και εκεί, ανάμεσα σε τόσες συλλήψεις από τις σκηνογραφίες της πόλης, η Αντιγόνη Κατσαδήμα. Σαν τον άστεγο του Σεντ Τόμας και σαν τον Άσιμο στην καρδιά του Γιουσουρούμ, να διαφέρει καθώς το πλήθος γίνεται μάζα και χάνεται μες στους υπόγειους σταθμούς. Κανείς δεν γνωρίζει για πού τραβούνε οι άνθρωποι και εκείνη δεν νοιάζεται. Μονάχα κάτι σαν ζωγραφιά σκαρώνει με ένα δραματικό, προσωπικό λεξιλόγιο. Κρατά δίχως ελάχιστη αγωνία ένα πλακάτ. Πάνω στο χαρτόνι της γράφει «εδώ πωλούνται υλικά ποιητικά, για τους τεχνίτες της κατεδαφίσεως». Κανείς δεν δίνει σημασία, άλλωστε σπάνιο πράγμα γίνηκε η ποίηση. Τώρα το αποτέλεσμα έχει κριθεί και η πολιορκία χαλάρωσε, έτσι που χάσαμε. Σε κανέναν δεν μιλά, κλεισμένη θαρρείς μες στο ενυδρείο της, πλάσμα σπάνιο, μια ποιήτρια με το παρελθόν της να αναμετριέται με το τίποτε και με τούτο το νεοελληνικό που περνάει στη φάση του ­μετά για να τελειώσει θεαματικά. Σαν άγγελος στέκει πάνω από τη ζωή μας που είναι και δική της. Και η πόλη με τον κρυμμένο της έρωτα, μόνο σε εκείνη παραχωρεί τα κλειδιά για να ειπωθούν από την αρχή τα ωραία και τα ιδανικά. Τριγύρω της θραύσματα της εποχής, ανίσχυρα πια εμπρός στους στίχους που μιλούν με μέτρο. Και βάζουν ενέχυρο την ανθρωπιά πιάνοντας το τραγούδι με τη φωνή της Αντιγόνης Κατσαδήμα.

Εκρήγνυμαι από τις εκδόσεις Απόπειρα. Και όλα «να γίνονται περισσότερα από τη γνώση που ξέρεις». Σαν τη Μαλβίνα στη χώρα των θαυμάτων που κρύβει τη μελαγχολία της μες στις λέξεις, έτσι κυλούν τα ποιήματα στις φλέβες τούτης εδώ της συλλογής. «Τίποτε δεν στοιχίζει παραπάνω από το προσφερόμενο» προλαβαίνει να μου πει η «Σαββατογεννημένη» πριν χαθεί μες στις δεκαετίες που της στοίχισαν βαθιά. Φορεί κατάμαυρα γυαλιά και χάνεται στο βάθος του ελληνισμού. Τίποτε σαν αυτό που μας χορηγείται ως αντίδωρο μες στις σελίδες της ποιητικής συλλογής της Αντιγόνης Κατσαδήμα και τις εκδόσεις Απόπειρα.

* «Στο Αρχαιολογικό Μουσείο», Απόπειρα, συλλογή, Εκρήγνυμαι
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: