5.1.14

Εαρινό Εξάμηνο: Μέσα από την αποδόμηση η αναζήτηση του καινούργιου

Γράφει ο Χρυσόστομος Περικλέους* |
Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2014 »»

Εαρινό ΕξάμηνοΜε αναστάτωσε κυριολεκτικά το μυθιστόρημα του Γιώργου Στόγια, Εαρινό Εξάμηνο (Αθήνα, Απόπειρα, 2013). Ξένο εντελώς στον κόσμο που ζω, ακόμα πιο ξένο στον κόσμο που έζησα στην ηλικία των είκοσι, η ηλικία των φοιτητών στο Ρέθυμνο, που μέσα στην κοινότητά τους διαδραματίζονται τα γεγονότα που εξιστορεί.

Εμείς, στα 20 μας, μόλις βγαίναμε από το ησιόδειο άροτρο κι από την αποικιοκρατία. Βγαίναμε από τον «μεγάλο αγώνα» που μας είχε συνεπάρει με το όραμα της ελευθερίας για να στρατευθούμε, μετά την ανεξαρτησία, στον άλλο «μεγάλο αγώνα» της αριστεράς για κοινωνική δικαιοσύνη. Από τη μια ουτοπία στην άλλη!.. Στα σεξουαλικά μας απωθημένα, από τη μια οι κατασταλτικοί μηχανισμοί της τότε συντηρητικής κοινωνίας κι από την άλλη η μαγεία του έρωτα κι ο πλούτος των αισθημάτων.  Τα γεγονότα του ’63 μας έκλεισαν για 40 χρόνια στο καβούκι του Κυπριακού εμποδίζοντάς μας να δούμε άλλες πτυχές της ζωής και της ύπαρξης σε μια περίοδο που άλλαζε το πρόσωπο του κόσμου. Τραγική ειρωνεία, η δεύτερη μεγάλη διάψευση, η οπτική μας στο Κυπριακό, με πιο κραυγαλέα την περίοδο ’60-74, φάνηκε κι αυτή στρεβλή στο τέλος. Είχαμε όμως ένα αίσθημα ευθύνης που, χωρίς να καταργεί το άτομο ως αυτόνομη ύπαρξη, μας ανέβαζε σε μια ψηλότερη σφαίρα. Έστω κι αν, αναστοχαζόμενος τώρα τη ζωή μας, νιώθω πως αδικήσαμε και τους εαυτούς μας και τον τόπο.

Οι φοιτητές όμως του Γιώργου Στόγια στο Ρέθυμνο, μια μικρή πόλη της περιφέρειας με μια κλειστή συντηρητική κοινωνία που παρενθετικά μόνο αχνοφαίνεται στην αφήγηση, ζουν σε ένα δικό τους κόσμο (μου θύμισε τον γυάλινο πύργο του Πάνου Ιωαννίδη στην Αβάστακτη φιλοπατρία του Π.Φ.Κ.), ξεκομμένο εντελώς από την κοινωνία και, με ελάχιστες εξαιρέσεις, ουσιαστικά αδιάφορο στα προβλήματά της. Θεωρούν δεδομένη την ευημερία και την ελευθερία που απολαμβάνουν, ζουν αποκλειστικά και μόνο για τον εαυτό τους και για το τώρα, οι πιο πολλοί είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από φοιτητές, το πανεπιστήμιο μια παρένθεση στη ζωή τους, σχεδόν η μόνη δύναμη που τους κινεί σε δράση η σεξουαλική ικανοποίηση, μια σεξουαλική ικανοποίηση που καταντά να χάνει επαφή με το αίσθημα, μια ζωή στα ακρότατα όρια ενός μηδενισμού όπου μια ισχνή προσπάθεια λύτρωσης μέσα από την τέχνη, σε αυτή την περίπτωση το θέατρο, ξεπέφτει σε φάρσα.    

Χωρίς να εξετάζω αν εμείς ως ατομικές υπάρξεις ήμασταν καλύτεροι απ’ αυτούς, εκείνο που, στην πραγματικότητα, με τρομάζει είναι η απόσταση που μας χωρίζει. Κι είναι μόνο 50 χρόνια. Από τον παππού στο εγγόνι.

Ακραίος αντιπροσωπευτικός τύπος της φοιτητικής αυτής κοινότητας και, σ’ ένα βαθμό και της γενιάς της, η ηρωίδα του Εαρινού Εξαμήνου, Ντίνα, από αθηναϊκή μικροαστική οικογένεια, φοιτήτρια κι αυτή στο Ρέθυμνο, έξυπνη, όμορφη, ταλαντούχα, απόλυτα εγωκεντρική και κυνικά αδίστακτη στο να έχει αυτό που θέλει. «Κακομαθημένη από τους γονείς σου, από το σχολείο σου, από μια ολόκληρη εποχή, μεταφράζεις τις ιδιοτροπίες σου σε υπαρξιακές αγωνίες» ενώ «δίπλα σου περνούν άνθρωποι που γι’ αυτούς ο πόνος κι η αδικία έχουν πολύ πιο οριστικό νόημα από ό,τι για σένα», θα της πετάξει κατάμουτρα ο Άλκης, μια ξένη προς το γενικό φοιτητικό κλίμα ευγενική φυσιογνωμία, ο μόνος που προχωρεί σε ουσιαστική πολιτική πράξη με τη δημιουργία κέντρου υποστήριξης μεταναστών, ενώ όσοι άλλοι αγγίζουν πολιτικά θέματα μένουν στην αριστερή ρητορική. Ο Άλκης όμως είναι κι αυτός μια παρένθεση στην αφήγηση.

Ο ναρκισσισμός της Ντίνας, που εκφράζεται βασικά με την εμμονή να ρίχνει στο κρεβάτι όποιον άντρα επιθυμήσει, προδιαγράφει, στην αντίληψη του αναγνώστη, μια πορεία προς την καταστροφή, αν όχι σε μια τραγική κατάληξη. Η «νέμεσις» όμως, εδώ, κι αυτή ξεφτιλισμένη. Tο σχήμα της τραγωδίας –που σαφώς δεν φαίνεται να είναι στην πρόθεση του συγγραφέα- το διαισθάνεται ο αναγνώστης όταν, μετά την κορύφωση της «ύβρεως», αρχίζει η προϊούσα κατάρρευση. Η Ντίνα βρίσκεται τελικά, μετά από τρία χρόνια, υπάλληλος σε ένα βιβλιοπωλείο της Πανεπιστημίου στην Αθήνα. Κι η ανέραστη συμφοιτήτριά της, Μαρία Νεφέλη, που παρότι φίλες, η Ντίνα ηδονιζόταν να την τσαλακώνει με κάθε ευκαιρία, κάνει διδακτορικό στην Οξφόρδη…

Δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα αν είναι πειστική στο μυθιστόρημα η διαδικασία «προσγείωσης» στην πραγματικότητα. Η Ντίνα, κι όταν ακόμα «εξομολογείται» στον νέο και γοητευτικό καθηγητή, Βασίλη, τον μόνο που δεν κατόρθωσε να ρίξει, δείχνει ή να μην έχει συναίσθηση της κρίσης που την έχει φέρει στην κατάρρευση, ή να αποκρύπτει συνειδητά τις πραγματικές αιτίες και να πιάνεται από ένα ασήμαντο κι αμελητέο «αμάρτημα», που έγραψε ένα κείμενο δυο παραγράφων επί πληρωμή για έναν υποψήφιο ευρωβουλευτή του ΛΑΟΣ, κι αυτό όχι για τα λεφτά αλλά για χατίρι του γκόμενου, που ο υποψήφιος ήταν θείος του, και της το είχε ζητήσει για χάρη. 

Κατά τα άλλα, γερά δεμένη η αφήγηση και πειστικοί οι χαρακτήρες που δημιουργεί. Και κάτι σαν υποψία από έναν αναγνώστη που απέχει δυο γενιές, τόσο μακρινές, από τους ήρωες της αφήγησης, και που δεν είναι μυημένος στις τάσεις του σύγχρονου μυθιστορήματος. Μήπως, μέσα από τη συγκρουσιακή αποδόμηση του κόσμου που ζούμε και το σπάσιμο του κοινωνικού ιστού, ο συγγραφέας αναζητά το όραμα ενός άλλου κόσμου, που είναι όμως κι αυτό μια νέα ίσως ουτοπία;

*Ο Χρυσόστομος Περικλέους σπούδασε παιδαγωγικά, ιστορία και λογοτεχνία και εργάστηκε ως εκπαιδευτικός. Είχε μακρά και ενεργό ανάμειξη στο αριστερό πολιτικό κίνημα. Δημοσίευσε πλήθος άρθρων και μελετών για πολιτικά, ιστορικά και ιδεολογικά θέματα, δύο βιβλία για το Κυπριακό, ένα βιβλίο με την ιστορία της Λακατάμιας, της πόλης όπου ζει, και δύο ποιητικές συλλογές.

Δεν υπάρχουν σχόλια: