26.3.12

Κατερίνα Έσσλιν • «Σουπερμάρκετ.»

Το 28ο τεύχος των (δε)κάτων Το τρέχον συλλεκτικό τεύχος της κοινωνίας των δε(κάτων), Χειμώνας 2011-2012, αφιερωμένο στο θέμα: «Οίνος - Έδεσμα - Τέχνη», φιλοξενεί το μυθιστόρημα του ενός λεπτού της Κατερίνας Έσσλιν «Σουπερμάρκετ», το οποίο θα περιλαμβάνεται στο επόμενο βιβλίο της, που ετοιμάζεται αυτόν τον καιρό.
• • •
Τα τελευταία πέντε χρόνια, περνάω κάθε βράδυ κάτω απ’ το παράθυρό της. Δεν κάνω τίποτα, απλώς περνάω, κοιτάω αν έχει φως, κι αν έχει φως, βάζω τα κλάματα, γιατί, αν έχει φως, σημαίνει ότι μας χωρίζουν 15 μέτρα. Τι είναι 15 μέτρα; Ένα τίποτα. Όταν δεν έχει φως, ανακουφίζομαι, γιατί τη φαντάζομαι να ’χει φύγει ταξίδι στην Αφρική ή στην Αυστραλία, και ηρεμώ. Έχω σκεφτεί πολλές φορές να χτυπήσω το κουδούνι της, απλώς για ν’ ακούσω τη φωνή της. Ξέρω τι θα μου πει· θα μου πει έλα, άντε, ανέβα. Γιατί να χτυπήσω αφού ξέρω τι θα μου πει; Γιατί να χτυπήσω αφού ξέρω ότι θα μου πει έλα, άντε, ανέβα, μόνο στη φαντασία μου; Έχω αγγίξει το κουδούνι της πολλές φορές – τουλάχιστον δύο κάθε βράδυ. Θέλω τόσο πολύ να το χτυπήσω, που μερικές φορές χτυπάω αυτό του διπλανού διαμερίσματος, αυτό που γράφει Διαμαντόπουλος, για ν’ ακουστεί ο ήχος του κουδουνιού και στο δικό της σπίτι (ένας ήχος τρόπον τινά δικός μου, που θα προκληθεί από το χέρι μου). Ο Διαμαντόπουλος ρωτάει ποιος είναι, κι εγώ άλλες φορές απαντάω κανείς, άλλες φορές απαντάω συγγνώμη λάθος, άλλες φορές το ’χω ήδη βάλει στα πόδια, πριν προλάβει να απαντήσει. Όταν χτυπάω το κουδούνι τού Διαμαντόπουλου, δεν έχω ιδέα τι είδους ήχος ακούγεται στο διαμέρισμά του και πώς ταξιδεύει ο ήχος αυτός μέχρι το δικό της, και σκέφτομαι πως αυτοί που φτιάχνουν τους ήχους των κουδουνιών είναι εντελώς ανέμπνευστοι, γιατί όλα αυτά τα γκλονκ και τα γκλινκ και τα τιτιβίσματα δεν περνάνε κανένα μήνυμα. Αν έφτιαχνα ήχους κουδουνιού, θα φρόντιζα να σημαίνουν κάτι· θα έβαζα, ας πούμε, ν’ ακούγεται μια λέξη –  παράδειγμα, η λέξη αγάπη. Αγάπη. Η πίτσα σας. Ανεβείτε. Αγάπη. Ο ταχυδρόμος. Ανεβείτε. Αγάπη. Κλειδωθήκαμε απ’ έξω. Σας ανοίγουμε. (Θ’ άνοιγαν ευκολότερα οι πόρτες με πιο σωστούς ήχους κουδουνιού. Θα γινόμουν πλασιέ ήχων κουδουνιού και θα πρότεινα στον κύριο Διαμαντόπουλο να το σκεφτεί και ν’ αλλάξει επιτέλους το αναθεματισμένο μουγκό του γκλονκ.) Κάποιες μέρες του χρόνου, δεν έχει ρεύμα για να χτυπήσω το κουδούνι. Ευτυχώς συμβαίνει σπάνια αυτό, γιατί πραγματικά είναι ό,τι χειρότερο. Εκείνες τις μέρες δεν έχει φως, αλλά δεν ξέρω αν λείπει στην Αφρική. Δεν ξέρω αν μας χωρίζουν τα αφόρητα 15 μέτρα ή τα ανακουφιστικά 150.000 χιλιόμετρα, ακόμη δε κι αν το κουδούνι του Διαμαντόπουλου είχε για ήχο του τη λέξη αγάπη, και να το πατούσα, δεν θ’ ακουγόταν τίποτα. (Αγάπη. Καμία απάντηση. Αγάπη. Μπλακάουτ. Αγάπη-Γκλονγκ, ισοπαλία.)

Σήμερα αποφάσισα να κάνω περισσότερα πράγματα χωρίς αυτήν. Έτσι κι αλλιώς, η μέρα μου είναι γεμάτη από την απουσία της. Οι ήχοι που δεν ακούγονται, είναι τα τηλεφωνήματα που δεν μου κάνει. Τα μηνύματα που δεν παίρνω στο κινητό μου, είναι οι σκέψεις που δεν κάνει για μένα. Έχω σκεφτεί πολλές φορές την ειρωνεία να είμαι συνδεδεμένος, να είμαστε όλοι συνδεδεμένοι με τους περισσότερους τρόπους από ποτέ, λες και ψάχνουμε να μεγαλώσουμε τη λίστα με τους τρόπους επικοινωνίας επί τούτου, ώστε να είναι πιο σαφείς οι χωρισμοί (να μη σε ψάχνει κανείς ούτε στο κινητό, ούτε στο σταθερό, ούτε στο ιμέιλ, ούτε στο τσατ, ούτε στο φαξ, ούτε στο τέλεξ, ούτε στο ταχυδρομικό σου περιστέρι). Σήμερα αποφάσισα να μεγαλώσω τη λίστα της απουσίας της, πηγαίνοντας να ψωνίσω στο σουπερμάρκετ της περιοχής της. Ύστερα από τόσα χρόνια που έχω να πάω σπίτι της, κανένα προϊόν στο διαμέρισμά της, από τότε που μέναμε μαζί, δεν θα βρίσκεται εκεί πια, καμία κονσέρβα της δεν θα την έχω αγγίξει με τα χέρια μου ή τοποθετήσει στα ράφια της, θα έχει αγοράσει και πετάξει τη μία οδοντόκρεμα μετά την άλλη, οδοντόκρεμα, οδοντόκρεμα, οδοντόκρεμα, οδοντόκρεμα, λες κι έτσι μετριούνται τα χρόνια, με καθαρές ανάσες, λες κι έτσι χωρίζονται οριστικά οι άνθρωποι: αν αφαιρέσουν ο ένας τον άλλον ανάμεσα απ’ τα δόντια τους. Φυσικά, δεν κυριολεκτώ λέγοντας πήγα να ψωνίσω. Πήγα να την νιώσω στην πραγματικότητα, να διαβάσω τις επιθυμίες της πάνω στις ετικέτες. Αν είχε περάσει κι εκείνη το πρωί από κει, θα ’χε ακουμπήσει τα μάτια της σε πολλά απ’ αυτά τα προϊόντα, θα ’χε κοιτάξει τις θερμίδες, θα ’χε πιάσει και μετά αφήσει κάποια απ’ τα ροδάκινα, διαλέγοντας τα πιο γινωμένα (αν έπιανα τα αγίνωτα ροδάκινα, μπορεί να τα ’χε πιάσει κι αυτή λίγες ώρες νωρίτερα και να τα ’χε απορρίψει, όπως εμένα). Μουστάρδα. Να κάτι που της άρεσε πολύ. Αν πάω στο διάδρομο με τις μουστάρδες, αν πάω στα μπαχαρικά να τσεκάρω τα πικάντικα, αν πιάσω το ταμπάσκο και τη μερέντα, τα πιο αγαπημένα της προϊόντα, ίσως φύγει αυτή η φωτιά η μπερδεμένη με γλύκα, αυτή η κοκαλωμένη φωτιά, αυτή η κοκαλωμένη γλύκα. (Πέντε χρόνια. Ποιο προϊόν δεν λήγει σε πέντε χρόνια; Ποιο κωλοπροϊόν έχει τόσο αναιδή ημερομηνία διάρκειας – αντί λήξης;). Ποιος ξέρει τι έχει ψωνίσει σήμερα ή όλα αυτά τα χρόνια. Θα ’δινα τα πάντα για ν’ αποκτήσω αυτή τη λίστα σουπερμάρκετ με τα απαραίτητα ψώνια της πενταετίας. Θα ψώνιζα τα ίδια, όλα, τα πάντα. Θα ’ρχόταν ένα φορτηγό, ή ίσως ένας παλιατζής, και θα γέμιζα την καρότσα του με εκατό οδοντόκρεμες και χίλιες μερέντες, θα πήγαινα σπίτι μου και θα στόλιζα τα ράφια μου με τις επιθυμίες της. (Θα ’χτιζα ράφια ως και πάνω μου. Θα γέμιζα καφάσια με πράσινα μήλα σε όλο μου το σώμα. Θα καμουφλαριζόμουν καλά ανάμεσα σε όσα θέλει να καταναλώσει; Θα ’ρχόταν; Όχι. Και πάλι δεν θα ’ρχόταν. Θα περνούσα κάτω από το σπίτι της και θα μου ’λεγε έλα, άντε, ανέβα; Φυσικά και όχι. Θα ’χα την ευκαιρία; Θα ‘χα την ευκαιρία να της πω ότι όσα χρόνια κι αν περάσουν δεν θα σταματήσει να με πειράζει το ότι δεν είδα ποτέ τη σκόνη που μαζεύτηκε στο διαμέρισμά της, ότι δεν είδα αν αγόρασε καινούργια σεντόνια, ότι δεν ήμουν εκεί να της βάλω χανσαπλάστ όταν έκοψε το χέρι της κόβοντας ψωμί, ότι δεν είδα το καινούργιο της σαμπουάν, δεν είδα τα καινούργια της ποτηράκια που πίνει νερό; Δεν θα την είχα. Αγάπη-Γκλονγκ, ισοπαλία.)
Σκέφτομαι να μείνω εδώ, στο σουπερμάρκετ, το βράδυ· να είναι η πρώτη βραδιά στα πέντε χρόνια που δεν θα σκεφτώ καν αν είναι εδώ ή στην Αφρική, όμως δεν ξέρω αν γίνεται να ξεγλιστρήσω απ’ τους υπεύθυνους και να με κλειδώσουν μέσα χωρίς να το καταλάβουν. Το κάνω, όμως, όλο εικόνα. Με κλειδώνουν όλο το βράδυ, για περίπου δώδεκα ώρες. Ανενόχλητος, μεθοδικός, φιλάω όλα τα προϊόντα σαν να φιλάω το στόμα της, φιλάω τις ετικέτες, τις φρυγανιές, αγγίζω με το βλέμμα και τα χέρια μου όλα τα προϊόντα, και κυρίως ψάχνω, ψάχνω με μανία τις ημερομηνίες λήξης όλων των προϊόντων, κοιτώντας στο πίσω μέρος της συσκευασίας τους, κι ανάμεσα στις μαρμελάδες βρίσκω αυτό που ψάχνω χρόνια, βρίσκω τη λύτρωσή μου, εκεί στο ράφι, ένα ξεχασμένο βάζο μαρμελάδας φράουλα, ένα βάζο που ποτέ κανείς δεν αγόρασε και κανείς υπάλληλος δεν εντόπισε έγκαιρα ώστε να φροντίσει έγκαιρα να το πετάξει, με ημερομηνία (επιτέλους!) λήξης την ημερομηνία του χωρισμού μας, προτεινόμενη κατανάλωση πριν από τον Σεπτέμβριο του 2011. Το επόμενο πρωί, δεν χρειάζομαι το σκοτάδι για να χτυπήσω ή να μη χτυπήσω το κουδούνι, το δικό της ή του Διαμαντόπουλου.

4 σχόλια:

Unknown είπε...

Νομίζω πως δεν θαταν άσκοπο, που και που,να βγαίναμε απ' το παλάτι μας και να λέγαμε και καμιά καλή κουβέντα για τους νέους. Αυτούς που συναντάς κάτω απ' τον τίτλο "πολλά υποσχόμενοι" και μετά δεν τους ξανασυναντάς. Γιατί δεν είναι πια νέοι. Ή δεν είναι πολλά υποσχόμενοι.

Να λέμε και κανα μπράβο που και που.

Μπράβο Κατερίνα, ωραία φόρμα (αν και κάπου την ξέρω).

λιάνα σακελλίου είπε...

Mου αρέσει πολύ! Κινείται ανάμεσα σε όλα αυτά τα "δεν, καμιά, ποτέ" που μας φορτίζουν. Νάσαι καλά!

ΕΣΣΛΙΝ είπε...

Μόλις είδα αυτά τα σχόλια. Αγαπητέ Σταύρο τα διαχρονικά σέβη μου.

ΕΣΣΛΙΝ είπε...

Ευχαριστώ, αγαπητή Λιάνα. Δοθείσης ευκαιρίας, Καλή Ανάσταση.