5.7.02

Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης • Μπαράζ Μπάροουζ


Γράφει ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης | Ελευθεροτυπία,
5 Ιουλίου 2002 »»

Πέντε χρόνια μετά το θάνατό του, τέσσερα βιβλία θυμίζουν το σημαντικό συγγραφικό έργο του Γουίλιαμ Μπάροουζ.


1. James Grauerholz & Ira Silverberg, Word Virus: The William S. Burroughs Reader, Grove Press, Νέα Υόρκη
2. Barry Miles, The Beat Hotel, Grove Press, Νέα Υόρκη
3. William S. Burroughs, Last Words: The Final Journals, Grove Press, Νέα Υόρκη
4. Sylvere Lotringer, Burroughs Live: The Collected Interviews of William S. Burroughs (1960–1997), «Semiotext(e)», Λος Άντζελες, Νέα Υόρκη

Αυτά τα τέσσερα βιβλία, όλα εξόχως επιμελημένα και τυπωμένα, αποτελούν μερικές ακόμη ψηφίδες στο μωσαϊκό (και ναρκοπέδιο, συνάμα) που υπήρξε ο βίος και το έργο τού William S. Burroughs, του μεγάλου Αμερικανού συγγραφέα, που άφησε αυτό τον πλανήτη πριν από πέντε καλοκαίρια.


Είναι αξιοσημείωτη, και συγκλονιστική, η συνοχή του μπαροουζικού έργου. Πρόκειται για μια βαθιά ηθική σύλληψη, για μια συγκροτημένη — όπως κι ενός μεθοδικού φιλοσόφου — κοσμοθεώρηση, για μια συγκροτημένη Weltanschauung. Χρησιμοποιώντας πειραματικά μια πλειάδα μέσων (χαρτί και μολύβι, γραφομηχανή, μαγνητόφωνο, ψαλίδια και κόλλες, κινηματογράφο, φωτογραφία, ζωγραφική), ο Burroughs στάθηκε ικανός να οργανώσει την κοσμοθεώρησή του και να την προπαγανδίσει με αξιοθαύμαστη επιτυχία.
Σε μεγάλο βαθμό αυτοβιογραφικό, το σύνολο του έργου του αποτελεί μια δριμύτατη καταγγελία, ένα αδυσώπητο «κατηγορώ», μια εφιαλτική εγκυκλοπαίδεια των δεινών που ταλάνισαν τον εικοστό αιώνα. Ο Burroughs, από πολλές απόψεις, υπήρξε ένας από τους κατεξοχήν ανατρεπτικούς καλλιτέχνες των τελευταίων πενήντα χρόνων.
Στο «Word Virus», οι Grauerholz και Silverberg μας προσφέρουν μια πολύ καλά καταστρωμένη ανθολογία γραπτών του Burroughs, που τα έχουν ταξινομήσει χρονολογικά και θεματικά, προσφέροντας ένα πανόραμα του αρνητικού, της «κακής πλευράς», του περιθωρίου που γίνεται επίκεντρο, του απωθημένου που εισβάλλει βίαια στο προσκήνιο. Κάθε χρονολογική-θεματική ενότητα κοσμείται από έναν κατατοπιστικό πρόλογο και συντίθεται από κείμενα που δείχνουν το εύρος των ενδιαφερόντων του Burroughs καθώς και τον πειραματισμό του με ποικίλα είδη και στιλ. Διαβάζουμε αποσπάσματα από δοκίμια, αυτοβιογραφικά σκίτσα, ρουτίνες, διηγήματα, ημερολόγια, σημειώσεις, μυθιστορήματα. Ο τόμος, που φτάνει τις πεντακόσιες πενήντα σελίδες, συνοδεύεται από ένα πολύτιμο cd με απαγγελίες του Burroughs.
Στο καλογραμμένο «Beat Hotel», ο Barry Miles, ο οποίος έχει ήδη προσφέρει τρία λαμπρά βιβλία για τη θεσπέσια παλιοπαρέα των Beat ποιητών (William Burroughs: «El Hombre Invisible», Allen Ginsberg: «Α Biography» και Jack Kerouac: «King of the Beats»), μας ξεναγεί στο Παρίσι την εποχή που ήταν η πιο ωραία και πιο ελεύθερη πόλη του κόσμου, την εποχή που κάποιες γειτονιές αυτής της πόλης φιλοξενούσαν ορισμένα εξεγερμένα πνεύματα, τα οποία έμελλε να μιλήσουν την «όμορφη γλώσσα του αιώνα τους» (όπως είχε πει ο Baudelaire και είχε επαναλάβει ο Guy Debord). Ο Barry Miles μας ξεναγεί στο περιλάλητο «Beat Hotel», στη rue Git-le-Coeur, ανάμεσα στα 1957 και 1963, τότε που ζούσαν εκεί ο Burroughs και οι φίλοι του, ο Allen Ginsberg, ο Gregory Corso, ο Brion Gysin, ο Chester Himes. Από τα πολλά σημαντικά γεγονότα που καταγράφονται στο «Beat Hotel» είναι η επινόηση και η πρακτική της μεθόδου cut-up, που οφείλει πολλά στην ντανταϊστική κληρονομιά και που συνδέει άμεσα τον Burroughs με τις λεγόμενες ιστορικές πρωτοπορίες, με φυσιογνωμίες όπως ο Tristan Tzara και ο Kurt Schwitters. Η συγγραφική δεινότητα του Barry Miles κάνει το «Beat Hotel» να διαβάζεται απνευστί, σαν συναρπαστικό μυθιστόρημα, ενώ συνάμα είναι ιστορική μαρτυρία, δοκίμιο, ιστορία της τέχνης, χρονικό μιας εποχής.
Το «Last Words» μας δίνει την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε εκ του σύνεγγυς το πόσο διαυγής ήταν ο Burroughs τους τελευταίους μήνες της ζωής του και πόσο συνεκτικές ήταν η σκέψη και η κοσμοθεώρησή του. Ακόμη, το πόσο αγαπούσε τις γάτες και με πόση ευφυΐα φρόντιζε να αντιπαραθέτει αυτή την αγάπη στα εφιαλτικά συστήματα ελέγχου, καταστολής, συντριβής της ευαισθησίας και της προσωπικότητας. Βλέπουμε πόσο μειλίχιος και φιλόξενος άνθρωπος υπήρξε, παρ' ότι έχει συνδεθεί το όνομά του με ένα είδος σκοτεινής βιαιότητας. Το χιούμορ δεν εγκαταλείπει ποτέ το συγγραφέα τού «Γυμνού γεύματος» και του «Τόπου των νεκρών δρόμων», ενώ η μανία του για την καταγραφή ονείρων, μικροπεριστατικών, αγαπημένων του φράσεων από μυθιστορήματα και στίχων από ποιήματα που τον καθόρισαν, είναι ζωντανή όπως πάντα. Ο αθάνατος βάρδος, ο Shakespeare, ο Verlaine, ο Conrad, ο Rimbaud, αλλά και κάμποσοι παγκοσμίως άγνωστοι συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας, δίνουν το «παρών» σ' αυτές τις ημερολογιακές σημειώσεις πριν από την «Εσχατη φυγή». Κάτι παραπάνω από σελίδες αυτοέκφρασης, το «Last Words» αποτελεί μία σημαντική επιτομή του μπαροουζικού έργου, των μπαροουζικών οραμάτων, της σφοδρής μπαροουζικής κριτικής στη φρίκη του αιώνα που μόλις αφήσαμε.
Ο τόμος «Burroughs Live» στεγάζει δεκάδες (πάνω από ενενήντα!) συνεντεύξεις που έδωσε ο παππούς όλων μας (όπως χαρακτήρισε τον Burroughs η Patti Smith) σε ποικίλα έντυπα, άλλοτε από το χώρο του underground και άλλοτε από το χώρο των λεγόμενων σοβαρών κι επίσημων περιοδικών και εφημερίδων. Αξιοσημείωτο είναι ότι συμπεριλαμβάνονται και μαγνητοφωνημένες συνομιλίες του Burroughs με σημαίνουσες προσωπικότητες της καλλιτεχνικής ζωής τού περασμένου αιώνα, όπως ο συγγραφέας τού «Λεωφορείον ο Πόθος», ο μέγας ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής, Tennessee Williams, ο συναρπαστικός σκηνοθέτης τού «Bad Timing» (και, δυστυχώς, για κάποιους από εμάς, σύζυγος της θεσπέσιας Theresa Russell) Nicholas Roeg, ο ποιητής του «Ουρλιαχτού» Allen Ginsberg, η ιέρεια του νεοϋορκέζικου ροκ Debbie Harry, πιο γνωστή ως «Blondie», και άλλοι. Και σ' αυτόν τον ογκώδη (οκτακόσιες πενήντα σελίδες!) τόμο η μπαροουζική κοσμοθεώρηση καθίσταται σαφής, εκτυλίσσεται σαν πολυσχιδές αντι-έπος, σαν ένα εκρηκτικό φιλμ αποτελούμενο από επικολλήσεις, συντεθειμένο ύστερα από ένα μεγαλοφυές μοντάζ επικαίρων, ντοκιμαντέρ, ταινιών επιστημονικής φαντασίας, γουέστερν και σκοτεινών περιπετειών μυστηρίου.
Οπως και στα ημερολόγιά του, έτσι και στις συνεντεύξεις του ο Burroughs δεν διστάζει να μιλήσει για τα όσα αγαπάει, για τους συγγραφείς που τον επηρέασαν, για τα όνειρα και τη στάση του απέναντι στα συστήματα ελέγχου. Αξίζει να σημειώσουμε ότι πρόκειται για έναν από τους λίγους καλλιτέχνες που φρόντισαν να μιλήσουν και να γράψουν εκτενώς για τις μεθόδους που κατά καιρούς χρησιμοποίησαν προκειμένου να συνθέσουν τα έργα τους -κάτι αρκετά γενναιόψυχο εκ μέρους ενός δημιουργού, μιας που μας εξοικειώνει με το εργαστήριό του, με τους τρόπους του, και συνεπώς καθοδηγεί σε παρεμφερείς πειραματισμούς κάποιους νεότερους από αυτόν δημιουργούς.
Αυτοί οι τέσσερις πρόσφατοι τόμοι μαρτυρούν το εύρος των ενδιαφερόντων του Burroughs, την επιμονή και το ταλέντο, που του επέτρεψαν, εντέλει, να ανοίξει μια μεγάλη τρύπα στον ιστό της επίσημης πραγματικότητας, να σαμποτάρει, όσο και όπως μπόρεσε, τους μηχανισμούς εξουσίας και ελέγχου. Όλη του η ζωή και όλο του το έργο ήταν ένας πόλεμος, όπως ο ίδιος τόνιζε, ήταν μια άκοπη, διαρκής αντιπαράθεση με ό,τι φτωχαίνει τη μοίρα, με ό,τι κάνει τον άνθρωπο λιγότερο άξιο της προγραμματικής ρήσης ενός Γάλλου υπερρεαλιστή: «Η απάντηση είναι ο άνθρωπος, όποια κι αν είναι η ερώτηση».

ΓΙΩΡΓΟΣ-ΙΚΑΡΟΣ ΜΠΑΜΠΑΣΑΚΗΣ
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 05/07/2002Copyright © 2008 Χ. Κ. Τεγόπουλος Εκδόσεις Α.Ε.

Δεν υπάρχουν σχόλια: