22.1.10

Ο Πωλ Μπόουλς, η Ταγγέρη και ο Μπάροουζ

Γράφει ο Κωνσταντίνος Μπούρας | Ελευθεροτυπία,
(Βιβλιοθήκη - Καταφύγιο θηραμάτων),
22 Ιανουαρίου 2010 »»

Ψηλά πάνω από τον κόσμο (Πωλ Μπόουλς) Τσάι στη Σαχάρα (Πωλ Μπόουλς) B Miles: W S Burroughs: El hombre invisivble



Πωλ Μπόουλς, Τσάι στη Σαχάρα,
μτφρ.: Λουκάς Θεοδωρακόπουλος
Απόπειρα, σ. 343, 14 ευρώ

Τι παθαίνουν δύο τυπικοί αμερικανοί αστοί χαμένοι στη Σαχάρα του Μαρόκου, κι ακόμη περισσότερο χαμένοι ανεπιστρεπτί στον εσωτερικό λαβύρινθο της ερήμου των συναισθημάτων; Ξαναδιάβασα, με άπειρη νοσταλγία, στη ρέουσα και ατμοσφαιρική μετάφραση του πάλαι ποτέ εκδότη του περιοδικού Αμφί Λουκά Θεοδωρακόπουλου, το — εν πολλοίς — αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του μεγάλου αμερικανού συγγραφέα, που άφησε μια καριέρα κινηματογραφικού μουσικού στο Χόλιγουντ για να μείνει, αυτός και η γυναίκα του Τζέιν, για πάντα στο μυθικό Μαρόκο, όπου αναζήτησαν τον χαμένο παράδεισο πολλοί ευρωπαίοι και αμερικανοί συγγραφείς. Θυμήθηκα, στην προλογική σκηνή της ταινίας του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι Τσάι στη Σαχάρα (1990) τη λιγνή και κάπως κυρτή φιγούρα του συγγραφέα του σημαδιακού μυθιστορήματος «The Sheltering Sky» (εκδόσεις Penguin, 1948), του Πωλ Μπόουλς, που κοιτάει λοξά τον φακό με τα παιδικά του μάτια. Κάθεται σε ένα παραδοσιακό μαροκινό καφενείο και αναλογίζεται τη ζωή του, σαν να απαγγέλλει, με την εσωτερική του φωνή, τον καβαφικό στίχο «πώς πέρασεν η ώρα, πώς πέρασαν τα χρόνια». Μια ζωή σαν παραμύθι, ή μάλλον σαν παραίσθηση του κιφ. Και τα πάντοτε ρευστά για τους συγγραφείς όρια μεταξύ του πραγματικού και του φανταστικού, μεταξύ του μέσα και του έξω κόσμου, απεικονίζονται με τον πιο δραματικό τρόπο στο γυάλινο βλέμμα του γέρου, που τα είδε όλα και τα έμαθε όλα. Ο σοφός μάγος της γραφής, ο οποίος «πολλών δ’ ανθρώπων ίδεν άστεα και νόον έγνω», ξεπέρασε ακόμα και την ίδια τη φενάκη της λογοτεχνικότητας, θεωρώντας ότι η ζωή είναι απείρως σημαντικότερη, και όταν την κοιτάξεις από τα βάθη της τρίτης ηλικίας, φαίνεται πολλές φορές σαν ψευδαίσθηση. Δεν ξέρω ποιανού ήταν η ιδέα να προλογίσει και να κλείσει την ταινία η φιγούρα του πολύπειρου, αιρετικού, προκλητικού, αντικομφορμιστή συγγραφέα. Το έβαλε ο ίδιος ο πονηρός Πωλ Μπόουλς ως όρο απαράβατο στο συμβόλαιο ή μήπως ήταν ακόμη μία ιδιοφυής ιδέα του σκηνοθέτη της μνημειώδους κινηματογραφικής επιτυχίας 1900; Δεν ξέρω. Όμως το αποτέλεσμα είναι καθηλωτικό. Στο βλέμμα και στη στάση του συγγραφέα είναι αποτυπωμένη όλη η Οδύσσεια των ηρώων του. Μετά τη λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, μετά τη φρίκη της Χιροσίμας και του Ναγκασάκι, μετά τις απάνθρωπες φρικαλεότητες των στρατοπέδων συγκεντρώσεως, οι ευαίσθητοι πνευματικοί άνθρωποι αναζητούν στην εσωτερική έρημο τις αιτίες για τα βάσανα των ανθρώπων που αλέθονται στις μυλόπετρες της Ιστορίας. Ένα υπαρξιακό δράμα είναι το Τσάι στη Σαχάρα, που παραμένει — τόσες δεκαετίες μετά — επίκαιρο και σαγηνευτικό. Διαβάστε το ξανά και ξανά. Θα σας ταξιδέψει. Κάθε φορά και σε άλλο εσωτερικό τοπίο. Όμως μην πάτε στο Μαρόκο. Δεν είναι εκεί η Σαχάρα που αναζητάτε. «Η πόλις θα σε ακολουθεί... Δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό... Έτσι που τη ζωή σου χάλασες εδώ / στην κώχη τούτη τη μικρή, σ' όλη την γη την χάλασες» (από το ποίημα του Κ. Π. Καβάφη «Η πόλις»).

Πωλ Μπόουλς, Ψηλά πάνω από τον κόσμο,
μτφρ.: Χίλντα Παπαδημητρίου
Απόπειρα, σ. 243, 16,72 ευρώ

Περίπου στο ίδιο ύφος, με ανάλογη θεματική, κινείται αυτό το σπονδυλωτό μυθιστόρημα, που χωρίζεται σε τρία μέρη. Μόνο που εδώ, αντί για τα κατακόκκινα, τα ματωμένα ηλιοβασιλέματα πάνω από την αφρικανική Σαχάρα, μεταφερόμαστε νοητικά σε μια χώρα της Κεντρικής Αμερικής. Πρωταγωνιστεί και πάλι ένα ζευγάρι μεσοαστών αμερικανών, ο γιατρός Σλέιντ και η άτακτη γυναίκα του. Ισως το πρότυπο για τον ψυχρό ματεριαλιστή γιατρό να ήταν ο απόμακρος και θωρακισμένος συναισθηματικά πατέρας του συγγραφέα, που ήταν οδοντίατρος, και από τον οποίο προσπάθησε μια ζωή να ξεφύγει ο Πωλ Μπόουλς. Σε μια συνέντευξή του είχε πει: «Πάντα θα ήθελα να πάω όσο πιο μακριά μπορούσα από τον τόπο όπου γεννήθηκα». Αυτή την έρημο των συναισθημάτων, όπου οι άνθρωποι νιώθουν χαμένοι, μόνοι με το άγριο τοπίο και με τα ακόμη πιο άγρια ένστικτά τους, και αγκιστρώνονται από τον πρώτο τυχαίο ερωτισμό που αναδίδει ένας άγνωστος περαστικός, αυτή η εσωτερική έρημος είναι ο πρωταγωνιστής στο θρίλερ των ψευδαισθήσεων, και των παραισθητικών οραμάτων. Το ζευγάρι φιλοξενεί μια αλκοολική, τυχοδιώκτρια ηλικιωμένη αμερικάνα στο μόνο καθωσπρέπει δωμάτιο ενός φρικτού ξενοδοχείου. Ο σύζυγος βολεύεται σε μια αποθήκη και η ξένη κοιμάται με την ελεήμονα γυναίκα του. Το πρωί φεύγουν και οι δύο σαν κλέφτες, για να απαλλαγούν από αυτό το ανθρώπινο τσιμπούρι, από αυτό το γιγαντιαίο παράσιτο. Αργότερα, ο σύζυγος διαβάζει στις εφημερίδες ότι αυτή η φτωχή ενοχλητική γυναίκα βρέθηκε νεκρή στην πυρκαγιά που έπληξε το παρακμιακό ξενοδοχείο. Πώς ξεκίνησε η φωτιά και ποιος ευθύνεται για τον θάνατό της; Ας σημειώσουμε εδώ ότι η ομοερωτική σύζυγος του συγγραφέα, η επίσης συγγραφέας Τζέιν Μπόουλς (Jane Auer), κατηγορήθηκε ότι δηλητηρίασε την υπηρέτριά τους, με την οποία διατηρούσε στενές σχέσεις, και εγκλείστηκε σε ψυχιατρικό ίδρυμα. Η Τζέιν πέθανε το 1973. Μετά τον θάνατό της συνέχισε ο Πωλ να ζει τον μύθο του, βουλιάζοντας ολοένα και πιο βαθιά στον διάχυτο και καθ' όλα απτό ερωτισμό της Ταγγέρης. Πολλές φορές, οι ερωτικοί σύντροφοι της μιας βραδιάς, φεύγοντας το πρωί, του ξάφριζαν το πορτοφόλι κι έκλεβαν τις αγαπημένες του φωτογραφικές μηχανές, όπως λέει ο ίδιος στο λεύκωμα με καταπληκτικές ασπρόμαυρες φωτογραφίες του Μαρόκου από τη δεκαετία του '50, που εκδόθηκε τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Όταν τον ρώτησαν γιατί παράτησε τα μεγάλα μυθιστορήματα και κατέφυγε στη μικρή φόρμα σύντομων διηγημάτων, ή σε ταξιδιωτικά κείμενα, εκείνος απάντησε ότι «δεν ζούμε για να γράφουμε». Με τέτοιον ερωτικά αιρετικό, προκλητικό τρόπο ζωής ήταν φυσικό να έχει συχνά-πυκνά προβλήματα με την τοπική αστυνομία και να του αρνούνται την ανανέωση της άδειας παραμονής του οι Αρχές. Όμως πάντα κάποιος άνωθεν ιστάμενος, θαυμαστής της γραφής του, έβρισκε τρόπο να τον ξελασπώνει. Τον συνάντησα την Πρωτοχρονιά του 1996. Ο Πωλ Μπόουλς, στο τέλος της ζωής του, ζούσε στην αγαπημένη του Ταγγέρη, σαν κοσμοκαλόγερος, βυθισμένος μέσα σε μια ανατολίτικη μοιρολατρία, με λίγα υλικά αγαθά και καπνίζοντας αδιάκοπα κιφ, παρόλο που είχε εγχειριστεί για καρκίνο στο ιγμόρειο. Πέθανε στη χώρα που έγινε δεύτερη πατρίδα του, στο Μαρόκο. Ο μύθος του ακόμα καλά κρατεί.

Μπάρρυ Μάιλς, Ουίλιαμ Μπάροουζ: El hombre invisible,
μτφρ.: Γιώργος Γούτας,
Απόπειρα, σ. 335, 25,08 ευρώ

Μια επιστημονική, άρτια βιογραφία, που αναλύει τη θρυλικότερη ίσως μορφή της γενιάς των μπιτ, φιλοτεχνημένη από έναν κολλητό φίλο του Μπάροουζ, ο οποίος παρακολούθησε, από το 1964, τη ζωή του μεγάλου αμερικανού συγγραφέα και τις αυτοεξορίες του στη Λατινική Αμερική, στην Ταγγέρη, στο Παρίσι, στο Λονδίνο, και την επίδραση που άσκησαν στη σύγχρονη κουλτούρα η ζωή και το έργο του. Γιατί, βέβαια, σε τόσο καθοριστικής σημασίας για τη λογοτεχνία προσωπικότητες, η ζωή και το έργο τους είναι αξεδιάλυτα, και θα ήταν υποκρισία και ασυγχώρητος στρουθοκαμηλισμός να εξετάσει κανείς τα κείμενα, πέρα και πάνω από τις όποιες ιδιαιτερότητες των ανθρώπων που τα έγραψαν. Στην περίπτωση του μύθου που πλανάται γύρω από το «φαινόμενο Μπάροουζ», δεν ξέρω τι θα είχε μείνει σήμερα από το έργο του, χωρίς κάποιες αμφισβητούμενες ή σκανδαλιστικές πλευρές της βιογραφίας του. Ο Μπάρρυ Μάιλς, επιλέγοντας ως υπότιτλο κάτω από το όνομα του Μπάροουζ το «El Hombre Invisible» («Ο αόρατος άνθρωπος») υπονοεί ίσως τη δυσκολία να διακρίνουμε τον άνθρωπο πίσω από τα γραπτά, ή τη δυσκολία να διαχωρίσουμε τον άνθρωπο από τον συγγραφέα. Τι θα ήταν ο Μπάροουζ χωρίς το «ατύχημα» που στοίχισε τη ζωή της νεαράς συζύγου του, της 27χρονης Τζόαν Βόλμερ, όταν — σύμφωνα με το δημοσίευμα που επισυνάπτεται — ο William Seward Burroughs, ετών 37, αρνήθηκε ότι έπαιζε τον Γουλιέλμο Τέλλο, κατά τη διάρκεια ενός πάρτι, όπου όλοι ήταν τύφλα στο μεθύσι; Αυτό το θέμα είχε και η ταινία του Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ (1991) με τίτλο «Γυμνό Γεύμα» («The Naked Lunch»), βασισμένη σε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά, προκλητικά, πολιτικά βιβλία του, μέσα από τις αντικομφορμιστικές σελίδες του οποίου ο Μπάροουζ μιλάει για την απαγόρευση της θανατικής ποινής, και το δικαίωμα του ανθρώπου στην ερωτική ελευθεριότητα. Όμως το θέμα της σεξουαλικής ελευθερίας δεν ήταν γι' αυτόν μια απλή θεωρία στο χαρτί, αλλά ένας βιωμένος τρόπος ζωής. Ο βιογράφος του αναφέρει, για παράδειγμα, την ερωτική σχέση Γκίνσμπεργκ και Μπάροουζ: Είχαν ατέρμονες συζητήσεις πάνω στο νόημα της επέκτασης της «Ερωτικής Ευδαιμονίας» [Love Bliss] στους άλλους — φράση του Γκίνσμπεργκ. Ο Άλεν με τον Πίτερ Ορλόβσκυ είχαν αποπειραθεί να το εφαρμόσουν στην Ταγγέρη, φέρνοντας κάποιους άλλους στη σχέση τους αλλά και στο κρεβάτι τους, με μικρή παρ' όλα αυτά επιτυχία. Το πρόβλημα βρισκόταν στο πώς θα τα κατάφερναν χωρίς να θυσιαστεί η εγκαρδιότητα των σχέσεων. Μετά τις συζητήσεις με τον Μπάροουζ, όπου κατέληξαν στο συμπέρασμα πως μπορούσαν να το πετύχουν, ο Γκίνσμπεργκ έγραψε στον Ορλόβσκυ: «Θα το λύσουμε το πρόβλημα πριν τελειώσουμε». Τους πήρε κάτι χρόνια, αλλά γύρω στα μέσα της δεκαετίας του '60, οι ιδέες των μπιτ για αγάπη και ειρήνη, ελεύθερη και ανοιχτή σεξουαλικότητα, και για τη χρήση κάνναβης και άλλων ουσιών που διευρύνουν τη συνείδηση, είχαν διαδοθεί σε εκατοντάδες χιλιάδες νεαρούς σε όλο τον κόσμο. Το χίπικο κίνημα, από αυτή την άποψη, έχει βαθιά τις ρίζες του στη Γενιά των Μπιτ (σ. 115).

Το σουρεαλιστικό μυθιστόρημα «Γυμνό Γεύμα», που προκάλεσε τα πουριτανικά ήθη της ευημερούσης — υλικώς — καταναλωτικής Αμερικής της δεκαετίας του '50, με τον ΜακΚάρθυ σε αντικομουνιστική υστερία, να επιδίδεται σε ένα σύγχρονο κυνήγι μαγισσών, και τον Χούβερ να αγνοεί επιδεικτικά την ύπαρξη της Μαφίας, φάνηκε μάλλον ευθυμογράφημα στον συγγραφέα τού «The Sheltering Sky»: Ο Πωλ Μπόουλς χάρηκε ιδιαίτερα όταν έλαβε το δικό του αντίτυπο: «Από τη στιγμή που τυπώθηκε και μπορούσα να το διαβάσω από την αρχή ώς το τέλος σαν βιβλίο, μου άρεσε. Το διάβασα τρεις φορές. Πιστεύω ότι ο Μπιλ είναι ο σπουδαιότερος αμερικανός χιουμορίστας» (σ. 136).

Αισθητικές αναλύσεις, κριτικές παρατηρήσεις μεγάλης οξύνοιας, από έγκυρους κριτικούς λογοτεχνίας, που είχαν κερδίσει τον σεβασμό και του ίδιου του Μπάροουζ, και αξιοπρόσεκτες επισημάνσεις του εμβριθούς βιογράφου πάνω σε καίρια ζητήματα της θεωρίας και της ιστορίας της λογοτεχνίας, καθιστούν αυτή τη βιογραφία απαραίτητη για κάθε σοβαρό μελετητή της γενιάς των μπιτ.

Τρία βιβλία που σημάδεψαν τη λογοτεχνία και τα κοινωνικά κινήματα του 20ού αιώνα, μεταφρασμένα άψογα, σε επιμελημένες εκδόσεις από την Απόπειρα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: